ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟ ΠΟΥΤΙΝ
Αρκεί μια σπίθα για να σβήσει.
Και συ στο μαύρο σου σκοινί ακροβατείς.
ανάμεσα σε άλλα, Βλαδίμηρε.
Κρατάει κοντά τέσσερα χρόνια τώρα
ο πόλεμος. Κι εγώ επιμένω
να σου γράφω, όχι από αφέλεια
(δεν κυβερνούν
ανάκουστοι κελαηδισμοί τον κόσμο,
δεν γράφουν ποιητές την ιστορία) αλλά
από επίγνωση και άχτι για το αίμα,
το αθώο αίμα,
που τρέφει αυτό το ποίημα.
αντί με τα πουλιά να τραγουδώ
και των παιδιών τα γράμματα στο Ροβανιέμι
να πηγαίνω.
Είμ’ ένα τίποτα μπροστά σου
όπως και τόσα άλλα
σαν εμένα σύννεφα με παντελόνια.
κι εγώ ο χτύπος μιας καρδιάς
που πάντα σ’ έν’ άλλο στήθος
πιο φτενό θα καταφεύγει.
Και τούτο δεν αλλάζει όσα
κι αν κοκορίζουνε ορνίθια.
πιο δυνατό τ’ αηδόνι απ’ τον κίρκο.
για φίλους του Ιώβ, αληθινούς, τους λογαριάζω.
Έρχονται αηδόνια, ποιητές
που το δικό μας θα ’χουν πρόσωπο
μα όχι την καρδιά μας.
Κι εμείς
σε κάποιο Αρχιπέλαγος, παλιών καιρών φαντάσματα,
τις αλυσίδες μας θα σέρνουμε.)
κοιτάζεις πίσω τη θάλασσα
του παρελθόντος. Κι απορείς.
Μα θα ’πρεπε;
− και πότε δεν ήσαν.
Χελώνες αργοκίνητες οι δείχτες
στα ρολόγια. Και συ
ανυπόμονος
−ω, πόσο ανυπόμονος, Θεέ μου−
βιαζόσουν
να διαβείς τις Συμπληγάδες,
τον δύστροπο κάβο των καιρών
γοργά ν’ αφήσεις πίσω σου λες
και τα πάθια μας τελειώνουν κάποτε
σε τούτη τη ζωή κι αναπαμός
πριν απ’ τον θάνατο μας περιμένει
σαν παραδείσιος γιαλός τον ναυαγό
που ξέρασε
ο μανιασμένος Λεβιάθαν.
συμπυκνώθηκαν σ’ ένα κύμα
τόσο σφοδρό
τόσο γρήγορο
που δεν κατάλαβες
πώς σ’ άρπαξε και σ’ έφερεν εδώ τόσο κοντά,
μια ανάσα μόλις,
απ’ τον Κήπο της Ενθύμησης.
[απ’ το ημερολόγιο του Ήφαιστου Μυρίνη]
Μέσα στον κόσμο και τον θόρυβο σε χάνω.
Ξεχύνουν τον μαύρο τους καπνό οι καμινάδες.
Δεν αντέχει
κάτω από τέτοιον ουρανόν ο χορευτής.
Παγώνει ο χορός.
Η φωτιά σβήνει
κι ο σεπτός κύκλος των ψυχών μας γύρω της
κλονίζεται καθώς
σαράφηδες και μεταπράτες τον πατούν.
τον θησαυρό εξανεμίζουν του ανθρώπου
σ’ εφήμερα βαγιόκλαδα.
μες στις βραχείες λίστες σε στριμώχνουν
και σε σχολειά σε στέλνουν
για να μάθεις τί, ω υπερούσιο μυστικό;
Δύσκολος δρόμος
να παρακάμπτεις τις Σειρήνες,
η βλάβη να ’σαι μες στ’ αλάνθαστα ρολόγια
και παραβάτης σε χρόνους χριστιανούς.
σ’ αυτούς τους άξεστους καιρούς
που οι κένταυροι πληθαίνουν και οι άνθρωποι
μέρα τη μέρα λιγοστεύουν.
μα εσύ Αρχόντισσα, Κυρά να παραμείνεις θέλω
κι ανάστροφο ψάρι στον καιρό.
Γι’ αυτό μες στο κελλί μου τώρα υπομένω.
.jpg)