Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαυρογένης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαυρογένης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2021

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Τρία ποιήματα"





Η γαλανόλευκη σκάλα


Νηνεμία, τα μάτια καρφώνονται στον ακύμαντο γιαλό.
Το βέλος κατευθύνει τον επισκέπτη προς το ναυτικό μουσείο.
Στη γαλανόλευκη σκάλα δεσπόζει η φιγούρα του ναύτη, του αφανούς
     στυλοβάτη της πόλης.
Αγόρι που γεννήθηκε για να εκπληρώσει την προκαθορισμένη αποστολή.
Ούτε καν έφηβος, μαθητής της θάλασσας στα ψαροκάικα.
Πρόβα πριν το παρθενικό μπαρκάρισμα.
Η άγκυρα του πεπρωμένου!
Ταξίδεψε σε μέρη εξωτικά και ταυτόχρονα αφιλόξενα.
Θύμα των αρπακτικών των δρόμων, των πεινασμένων για οποιοδήποτε
     αντικείμενο.
Τα δύο άκρα της ζωής!
Πόσο χαμηλά πέφτει ο άνθρωπος και τι απύθμενη υπομονή κατέχει,
ώστε να αντέξει τη νοσταλγία, τις στερήσεις, τον αδιάκοπο μόχθο!
Ανέβηκε για χάρη της οικογένειας, της πόλης, αναρίθμητα σκαλιά
     με περισσή αξιοπρέπεια.





Το βαρύτιμο μετάλλιο


Νοιαζόταν για τα αδέλφια του, επιδίωκε προσωπική εκδίκηση.
Του άρεσε να τον κατατάσσουν πρώτο μεταξύ των πρώτων.
Ο βασιλιάς της πρόκλησης διεκδικούσε τη στέψη αδιάλειπτα.
Ενοχλούσε με το ταλέντο του, ενοχλούσε με την υπεροψία του.
Χόρευε με τα πόδια στο ριγκ, με λεκτικά χτυπήματα σφυροκοπούσε
     το μυαλό του αντιπάλου.


Κάποτε ενόχλησε περισσότερο από ποτέ!
Τον πρόσταξαν να αφήσει τα γάντια και να πιάσει όπλο,
να καταδιώκει και να περιπολεί σε ανοίκεια εδάφη.
«Δεν έχω τίποτα να μοιραστώ με τους Βιετκόγκ
Αυτοί ποτέ δεν με κοίταξαν αφ’ υψηλού,
Αυτοί ποτέ δεν με στιγμάτισαν για το δέρμα μου.» αποκρίθηκε ενστικτωδώς


Έριξε την πιο καθαρή και εύστοχη γροθιά του.
Του έκλεψαν τον τίτλο, του άρπαξαν τα γάντια.
Το μέτρημα του διαιτητή βασανιστικά μακρόσυρτο.
Επέστρεψε στο ρινγκ μετά την εκδικητική τιμωρία,
ούτε στιγμή δεν μετάνιωσε για το χορό της ανυπακοής.
Απέκρουσε τα χτυπήματα, έμεινε μακριά από τον βούρκο.
Είχε κατακτήσει το πιο βαρύτιμο μετάλλιο!





Νέα πόλη


Στη νέα πόλη οι πόρτες είναι ξεκλείδωτες
Τα παράθυρα έχουν θέα στα άστρα
Τα καναρίνια κελαηδούν εκτός κλουβιών
Η αστερόσκονη του μαγικού ραβδιού αιωρείται στις αλάνες
Οι μαθητές με τη ζωντάνια τους σκορπούν την ανία
Οι ώριμοι οδοιπόροι απολαμβάνουν τη σχόλη
Ο ήχος των ζαριών ανακόπτει τη βιασύνη
Η κλεψύδρα καθίσταται παρωχημένη
Τα ποδήλατα, οι ρόδες της αθόρυβης στροφής
Η θάλασσα ταΐζει τους εργάτες της, δεν γυρνούν ποτέ σπίτι με άδεια χέρια
Οι πληγωμένοι στηρίζονται σε στιβαρούς ώμους
Οι χώροι ανάρρωσης κέντρα επούλωσης
Ουδείς στερείται το βάλσαμο της αρωγής
Τα αποθέματα εμπιστοσύνης ανεξάντλητα,
η νέα πόλη θεμελιώνεται στο κοινό μας σεργιάνι.





Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Henry Scott Tuke, «Sleeping Sailor» (1905).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Τέσσερα ποιήματα"




Γενναιόδωρες μέρες


Ο κίτρινος ποταμός ξεχυνόταν ανεμπόδιστος,
από τις κορυφές των πεύκων μέχρι τα ταπεινά χόρτα,
έλουζε τα μαλλιά των κοριτσιών και δρόσιζε την όψη τους.
Τα βουνά ανέπνεαν ελεύθερα χωρίς το γκρίζο σεντόνι στο κορμί τους
τα πουλιά τιτίβιζαν συνθήματα για την εαρινή επέλαση.
Φιλόξενες οι σκιές των δέντρων έδιναν στέγη σε φίλους και συγγενείς,
για να ξεδιπλώσουν τους μύχιους συλλογισμούς τους.
Τούτη τη μέρα ήρθες στον κόσμο και λάμπρυνες το σπίτι μας.
Σου εύχομαι η ζωή να σε ευλογήσει με τόσο γενναιόδωρες μέρες!





Θα μας περιμένει


Λαχταρήσαμε μια βαθιά ανάσα,
από τότε που εισέβαλε η απειλή στον αέρα.
Πόσο απότομα στένεψαν οι δρόμοι!
Μετρημένα τα βήματα, οι σπατάλες απευκταίες
η προσοχή, η πιο θωρακισμένη πανοπλία.
Τα παράθυρα δεν φτάνουν για να κοπάσει η πείνα των ματιών
αντλούμε εικόνες από την τράπεζα των αναμνήσεων.

Ο λευκός τοίχος δεν είναι το πεπρωμένο μας, ούτε οι σφραγισμένες πόρτες.
Το σπαθί των αποστάσεων δεν θα κόψει καρδιακούς δεσμούς
επίπονη η στασιμότητα, αλλά το τρένο της αγάπης ταξιδεύει ακόμα
της καθημερινότητας το ποτάμι αναπαύεται χωρίς να στερεύει.

Θα ανοίξουμε άφοβα τις πύλες
θα κινηθούν πάλι οι δείκτες των ρολογιών.
Η φλόγα θα επιστρέψει στα λημέρια μας
χιλιάδες σπίρτα θα ανάψουμε με τις φωνές μας.
Τα ποδήλατα θα τραβήξουν την ανηφόρα
η χαρά θα συναθροιστεί γύρω από τις κούνιες.
Ο ναός της γνώσης θα λειτουργήσει ξανά,
για να εφοδιάσει τους οικοδόμους του αύριο.

Η γαλάζια φίλη θα μας περιμένει
θα υποδεχτεί ξανά τις γελαστές παρέες,
τους σκεπτικούς διαβάτες, τα ονειροπόλα ζευγάρια.
Ποτέ δεν μας εγκατάλειψε, ποτέ δεν όρθωσε εμπόδια
η αγκαλιά της ήταν πάντα ορθάνοικτη.





Θαύμα


Χορεύουν τα ερωτοφυή πλάσματα πάνω στα δεκτικά νερά της λίμνης
τα χελιδόνια βουτούν στα βάθη του ουρανού,
μια ανάσα από τη γη, σαν να μας χαιρετούν.
Σημαδεμένο το κορμί της ελιάς, μα με ρίζες βαθιές
οι καταπράσινοι λόφοι επικρατούν ολοκληρωτικά της γύμνιας
οι παπαρούνες μεταγγίζουν τη φωτιά τους στις φλέβες του κάμπου.

Θαύμα χωρίς μάρτυρες δεν λογίζεται,
σαν τα φιλιά της βροχής να μην αγγίζουν το χώμα,
το τρυφερό χέρι του ανέμου να μην χαϊδεύει τα φύλλα.
Μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια στην πανδαισία,
να στερήσουμε από τα χρώματα και τις λέξεις
το προνόμιο να την υπηρετήσουν;

Χρέος μας να συμπαρασταθούμε στην πλάση,
τη μήτρα της αιώνιας ζωής, να ομολογήσουμε το θαύμα,
να το υπερασπιστούμε σαν να ήταν η στερνή πηγή.





Νερούδα


Πολ Βερλέν, Γιαν Νερούντα, γέννησαν τον Πάμπλο Νερούδα.
Τον Παύλο, τον απόστολο του έρωτα, των γήινων απολαύσεων
τον ραψωδό του λαού, τον συγγραφέα του έπους των ανθρώπων του μόχθου.
Του προσέφεραν τον σπόρο, ολόκληρος ο κάμπος όμως ήταν δικό του παιδί.
Τα στάχυα μια δεύτερη ζωή κέρδισαν μέσα από τον επιδέξιο στιχοπλόκο
και η θάλασσα της φαντασίας μας βάλθηκε να γίνει ωκεανός.

Στο δικό του σύμπαν ούτε ένα αστέρι δεν περίσσευε, κάθε πλάσμα
        ακτινοβολούσε
όλοι και όλα μιλούσαν, ακόμη και όσα ήταν το πεπρωμένο τους η σιωπή.
Ήταν εύλογες οι αντιρρήσεις του, γιατί τα δέντρα να μην μιλούν;
γιατί να ακούμε μόνο το ψιθύρισμα των ανέμων πάνω στο στωικό τους σώμα;

Είχε δύο ακούραστους εργάτες στη διάθεση του, τα δύο του μάτια
σαν σφουγγάρια ρουφούσαν κάθε σταγόνα του σήμερα
τροφοδοτούσαν με ενέργεια το αιρετικό του εργοστάσιο.
Αυτό αντιμαχόταν τη βιομηχανία του κομφορμισμού, τα προϊόντα της
        υποκρισίας
κρατούσε αναμμένη τη μηχανή της επανάστασης και δεν επέτρεπε στο
        νου να σβήσει.

Μας χάρισε πλήθος μολύβια εκείνο το εργοστάσιο,
για να γράψουμε το δίκαιο με βάση τους νόμους του ουράνιου τόξου,
για να απαλλάξουμε τις λέξεις από τα σύνορα τους,
για να χαράξουμε ασύλληπτους δρόμους με πυξίδα την αγάπη.



 Αλέξανδρος Μαυρογένης



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Frederic Edwin Church, "Syrian Landscape" (1873).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Τρία ποιήματα"




Μικροσκοπικό φεγγάρι


Είσαι ένα συνεσταλμένο μικροσκοπικό φεγγάρι που δειλά ξεπροβάλει μέσα στη νύχτα.
Τώρα κάνεις τα πρώτα σου βήματα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.
Μην ανησυχείς, όλοι με δέος αντικρύζουμε την θάλασσα του απείρου.
Είμαστε όμως και τα αστέρια που σε συντροφεύουμε, ανοίγουμε ρωγμές στο σκοτάδι.
Είναι η ανταμοιβή σου, επειδή φωτίζεις τις νύκτες μας.
Δεν θα σε αφήσουμε ποτέ μονάχο σου, ακόμη και όταν λάβεις τη μορφή της πανσελήνου. (Μέχρι ένα όνομα να σε συστήσει στον κόσμο θα σε αποκαλώ μικροσκοπικό φεγγάρι).





Κόρες του Ήλιου


Υπηρέτησαν με αφοσίωση τον Θεό Ήλιο,
τον ζωοδότη κάθε πλάσματος.
Θυσιάστηκαν ολοκληρωτικά,
προσέφεραν τάμα το σώμα τους
και η πεταλούδα που φώλιαζε στο στέρνο τους,
δεν πέταξε ποτέ πάνω από τα ανθισμένα λιβάδια,
που δικαιούται η νιότη.

Κόρες του Ήλιου που δεν γνώρισαν το φως και ας υπηρέτησαν το βασιλιά του.
Ήταν τυφλός ο Ήλιος ή το ιερατείο ορμήνεψε λανθασμένα τα κελεύσματα του;





Το απόρθητο πειρατικό


Είναι ο πυρετός της δημιουργίας, το πιο παράτολμο μα και σοφό φάρμακο στα τείχη του σωφρονισμού.
Μαύρες πινελιές δεν έσταζαν στις πολύχρωμες καρδιές τους.
Τα χέρια τους για πρώτη φορά δεν ήταν δεμένα, επειδή υπάκουαν στο κάλεσμα της φύσης τους.
Όλοι σκάρωναν σχέδια για το εφήμερο όχημα της απόδρασης τους,
με εργαλεία ένα ψαλίδι, ένα πινέλο, ένα σφυρί.

Στη θάλασσα συγκρούστηκε με τον ύφαλο της απερισκεψίας του
Με μια σχεδία απέμεινε να πλέει σε αχανή και πολυκύμαντα πελάγη.
Τα πυκνά σήματα κινδύνου τον ώθησαν σε άοκνη δραστηριότητα.
Με μαστοριά αξιοθαύμαστη και απαράμιλλο πείσμα ανέσυρε από τον βυθό της ιστορίας, απόρθητο πειρατικό, από την μακρινή εποχή των κουρσάρων.

Η λεία του δεν ήταν κάποιος μονάκριβος θησαυρός μα τα βλέμματα των επισκεπτών.
Πύκνωσαν οι προσφορές για να αιχμαλωτιστεί το πειρατικό σε άχαρα σαλόνια.
Το χρήμα κλειδί διόλου αμελητέο στο κρατίδιο των περιορισμών.
Σπάνια ευκαιρία να αγοράσει ισχύ, να ψαλιδίσει τους μπελάδες.
Αν παρέδιδε το πειρατικό του, θα τιθάσευε τις τρικυμιώδεις εξελίξεις.

Παρέμενε ανένδοτος, το καράβι δεν παρεκκλίνει από την πορεία του.
Είχε λόγο σοβαρό να αντιστέκεται στις προοπτικές δημοπρασίας.
Αν σάλπαρε μακριά από τα χέρια του,
ποιο μέσο θα είχε για να ταξιδεύει;



Αλέξανδρος Μαυρογένης



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Grigorij Kapustin, «Moonlit Night Over a Coastal Landscape» (1925).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 14 Μαΐου 2019

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Πέντε ποιήματα"




Καλώς ήρθες!


Καλώς ήρθες στην πατρίδα όλων των ανθρώπων.
Είθε να μην αισθανθείς ποτέ ξένος σ’ αυτήν.
Να είσαι ελεύθερος σαν τα πουλιά,
που χαράσσουν κύκλους στους αιθέρες.
Να χορτάσεις παιχνίδια και γιορτές,
ώστε να μην προλάβεις να μελαγχολήσεις.

Να είσαι ένα καράβι σε συνεχή κίνηση,
να αρμενίζεις σε θάλασσες που θα ορίζεις μόνο εσύ.
Οι βόλτες σου στη γειτονιά να είναι μικρά ταξίδια.
Όσο μακριά και αν φτάσεις, το όνειρο της εξερεύνησης να μην σβήσει.
Μόνιμος τόπος σου να είναι η αγάπη, η μάνα όλων των λουλουδιών.

Μόλις ξημέρωσε το θαύμα για σένα.
Θαρρώ πως μίλησα ήδη πολύ.
Ήθελα μόνο να σου πω:
Καλώς ήρθες!





Φλάμπουρο


Στάθηκα όρθιος μέσα στη σφοδρή θύελλα.
Κανένα μυστικό, καμία εξήγηση για αυτόν τον «θρίαμβο».
Δεν είμαι περήφανος για τούτο το κατόρθωμα, μόνο που δεν
        τάισα το κτήνος.
Συχνά ο πειρασμός να πέσω είναι πιο ισχυρός και από τον εχθρό,
        μα του αντιστέκομαι σθεναρά.
Εκκωφαντικοί ήχοι τυμπάνων με κρατούν σε εγρήγορση.
Είναι όμως στιγμές που αναπολώ ένα γιορτινό σκοπό, ένα χορευτικό
         παραστράτημα.

Πέρασαν μήνες ολάκεροι από την στερνή φορά που αντάμωσα τη
        μονάκριβη μου ντάμα.
Το φουστάνι της κατάλευκο σαν χιόνι και το φιλί της είχε γεύση
        μελιού και φωτιάς.
Χορεύαμε σαν να ήταν το ξημέρωμα μια έωλη υπόσχεση.
Με επισκέπτεται ενίοτε εκείνο το φουστάνι και τότε ορκίζομαι πως
        τα βήματα μας θα τα μετρήσουμε ξανά.
Η εικόνα του ακλόνητος σύντροφος, το πιο λατρευτό φλάμπουρο,
        που καλούμαι να υπερασπιστώ.





Θεσσαλονίκη


Πλανεύτρα μεγαλούπολη γαλαντόμα σε υποσχέσεις και
        γκρεμισμένα όνειρα.
Τα καταδικασμένα σου παιδιά περιπλανούνται γεμάτα πληγές
από τα θραύσματα των κανόνων,
ενώ οι φύλακες εθελοτυφλούν τηρώντας τον νόμο της αδιαφορίας.

Μια όξινη βροχή στοχεύει τα μνημεία και τα αγάλματα,
μα το ίχνος από το πρώτο βήμα δεν σβήνει ποτέ.
Πώς να ακρωτηριάσεις ένα ψηφιδωτό αιώνων;
Σε τούτο το λιμάνι θα καταρρεύσουν,
σαν πύργοι της άμμου τα τείχη.





Η συμπρωταγωνίστρια


Τα βραβεία ένα δίκοπο μαχαίρι για εκείνη.
Πότε τα κοίταζε με περηφάνια για τα επιτεύγματα της
και πότε σαν ένα διαστρεβλωμένο καθρέφτη,
που την παράσερνε στην σκέψη πως έφτασε στο τέλος του δρόμου.

Πόσο την τρόμαζε η ιδέα της ολοκλήρωσης!
Κάθε βήμα της πάνω στη σκηνή όφειλε να είναι σαν το πρώτο,
παιδί του ενθουσιασμού και της αγωνίας.
Αποποιούταν το ρόλο του υποκριτή, ήταν μια μάσκα περιττή.

Αναλάμβανε με ζήλο να υπερασπιστεί
μια ξένη αλήθεια σαν να ήταν δική της.
Πώς να κοίταζε τους θεατές στα μάτια, αν
τα λόγια της δεν ήταν ανυπόκριτα.
Τα βραβεία μια οφθαλμαπάτη μεγαλείου.

Στη σκηνή μια νεαρή κοπέλα τη συνόδευε.
Ήταν ορατή μόνο σε εκείνη, μια επισκέπτρια από το παρελθόν.
Μια άσημη σερβιτόρα που υπερόπτες πελάτες αρνούνταν να
        κοιτάξουν.
Πώς να την πρόδιδε, ήταν πάντα παρούσα.
Της θύμιζε ότι όλοι ήμασταν κάποτε αφανή αστέρια στα μάτια των
        αλαζόνων.





Χριστούγεννα 1972


Είπαν πως κουράστηκε να πολεμά.
Έκαναν λάθος, κουράστηκε να δολοφονεί.
Είπαν πως φοβήθηκε το θάνατο.
Ψέματα. Φοβήθηκε το θάνατο της λογικής.
Ήταν έτοιμος να αναμετρηθεί με τα αντιαεροπορικά
των Βιετκόνγκ, όχι όμως με τη θέα της άσκοπης αιματοχυσίας.

Δεν ήταν τα μάτια του παρθένα στη φρίκη του πολέμου.
Το τσουβάλι της οργής φούσκωνε λίγο-λίγο.
Τούτες τις ευλογημένες μέρες στέρεψε από ανοσία όχι από θάρρος.
Ήταν βέβαιος πώς δεν πρόδιδε καμία από τις δύο μανάδες του.
Το Β52 είχε μετατραπεί πια σε ένα τέρας που ξέρναγε φλόγες.
Επέλεξε να γίνει μαχητής της ειρήνης, όχι άγγελος του θανάτου.

Μετάνιωσε που δεν πολέμησε για το δίκαιο νωρίτερα.
Το ρολόι της συνείδησης χτύπησε όταν έπρεπε;
Τα Χριστούγεννα καθυστερούσαν απελπιστικά.
Το αστέρι της ειρήνης δεν είχε λάμψει ακόμη.




Αλέξανδρος Μαυρογένης




Πρώτη δημοσίευση


Στην εικόνα: John William Waterhouse, «The Lady of Shalott» (1888).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Τρία ποιήματα"





Θάλασσα


Αδάμαστη φάνταζες σαν περιγέλασες την ισχύ μιας αυτοκρατορίας
Μισητή όταν χώριζες απελπισμένους από τον παράδεισο που
ονειρεύονταν
και λατρευτή θεά όταν τους οδήγησες στη Γη της Επαγγελίας.

Απειλητική φάνηκες σαν το σκοτάδι απλώθηκε πάνω σου,
βυθίζοντας τα απομεινάρια μιας μέρας και τρυφερή,
όταν το απαλό σου άγγιγμα θύμισε χάδι μητρικό.

Φίλη ανεκτίμητη αποδείχτηκες τότε που του φλοίσβου το
ψιθύρισμα
ξεδιάλυνε το μύθο από τον αλήθεια, προστάζοντας με να μην
στρέψω ξανά
το βλέμμα προς τα πίσω και το κεφάλι κοίταξε ψηλά μετά από καιρό.

Φτωχά τα μάτια που δεν αντίκρισαν γιαλό
Κακότυχες οι πόλεις χωρίς λιμάνι
Τους λείπει ο φάρος όσο τα αδέλφια από τα μοναχοπαίδια.

Ευάλωτος ο αιώνιος αυτοκράτορας όποτε δεν μοιράζεται μαζί σου
τη λάμψη του
Γεμάτος χαρά αφήνει τα πετράδια του στέμματος του να ξεχυθούν
πάνω σου
Σε χρίζει βασίλισσα του και εμείς δεν αμφιβάλλουμε για την
κρίση του.





Μια αμυγδαλιά ανθίζει


Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά
που λέξεις δίνουν πνοή στις λευκές σελίδες,
όταν βιβλία ξεγλιστρούν από τη λήθη της βιβλιοθήκης,
και ανασταίνονται στα χέρια ενός εξερευνητή αναγνώστη.
Όταν η ιστορία γράφεται από ανθρώπους χωρίς όνομα βαρύ.

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά
που στίχοι εξυμνούν τη συνύπαρξη
και οι ποιητές αποδεικνύονται αντάξιοι τους,
όταν τα φιλιά πληθαίνουν πολιορκώντας τη μοναξιά,
περήφανες  σημαίες της πατρίδας των ερωτευμένων.

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά που παράθυρα ερμητικά
κλειστά
ανοίγουν σε σπίτια λησμονημένα από το φως της μέρας
και ένας άνθρωπος αποτινάσσει τις ξένες σκιές.
Όταν οι δρόμοι αρνούνται να μας οδηγήσουν
στην ίδια πόλη, όσο σπουδαία και τρανή αν είναι.

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά που ο νους μου καταφεύγει
στη θύμηση σου.





Σημάδια φωτός


Χειμωνιάτικη λιακάδα
υπόγεια λάμψη
πεινασμένα μυαλά
πνευματικά ταξίδια
περιφρονημένα σύνορα

θελξικάρδιες μουσικές
παλλόμενες χορδές
ερωτικές ωδές
απέθαντοι πόθοι
ιαματικοί ασπασμοί

παιδικά κάστρα
εφηβικές απερισκεψίες
νεανικοί στοχασμοί.

σημάδια φωτός,
αέναα δεμένα
μαζί σου.





Στην εικόνα: John William Godward, «Τοπίο με ανθισμένη αμυγδαλιά (μελέτη)», 1912

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Δύο ποιήματα"





Στο μικρό καφενείο


Αντάμωσαν στο μικρό καφενείο δίπλα στη λίμνη
Τάραξαν τα νερά με γέλια και φωνές
Τι και αν το γαλάζιο καράβι μένει καθηλωμένο.
Δεσμεύτηκαν να εμπιστευτούν το αψήφιστο κύμα
Τους είπε πως κανένας βράχος δεν θα το συντρίψει


Ταξίδεψαν με το τρένο των αναμνήσεων
Μίλησαν για τον ήλιο που πρόδωσε το καλοκαίρι
Αναρωτήθηκαν ποια δύσβατα μονοπάτια τους προσμένουν
Το αλέγκρο τους βλέμμα όμως δεν ξεθώριασε

Ήπιαν το κρασί που έπιναν από παιδιά, εκείνο που πάντα τους έδενε.
Χάρη σε αυτό δεν γνώρισαν ποτέ την εξορία ενός έρημου κάστρου





Το βλέμμα σου


Δανείστηκα το βλέμμα σου και συνάντησα ένα περιστέρι,
 να χωρά στα φτερά του κάθε πληγωμένο στρατιώτη
Είδα την ελευθερία να δυσανασχετεί δίπλα στην τελεία
 και να προτιμά την συντροφιά του ερωτηματικού
Τη μνήμη των ηρώων να αντιστέκεται στη λήθη,
 σαν κερί που αρνείται να λιώσει
Τον ήλιο μιας παιδικής ζωγραφιάς,
 να πλημμυρίζει με φως ένα αναμορφωτήριο.
Τη στοργή να ανασαίνει μέσα στον πνιγηρό αέρα
 της παράνοιας και του εφιάλτη
Έναν ξένο να εξομολογείται χωρίς αναστολές
 τις εμπειρίες της περιπλάνησής του
Το απεχθές να μεταμορφώνεται σε λυρισμό
 στα χέρια ενός μάστορα των λέξεων
Το ουδέτερο να απομακρύνεται
 από το σφιχταγκάλιασμα του μηδενός
Ένα σοφό γέροντα να σκορπά δεκαετίες στη θάλασσα,
 για να κατακτήσει την ανεμελιά
Τον παφλασμό των κυμάτων γλυκό σκοπό να αποκτά,
 σαν νανουρίζει μια αγέννητη ζωή
Τη λάμψη του διαμαντιού που γέννησε η φαντασία ενός κοριτσιού,
 να με θαμπώνει
Τα παρθενικά φιλιά να ποτίζουν τον τελευταίο κήπο του Χαλεπιού
Την ειρήνη αποφασισμένη να χτίσει ξανά,
 ότι γκρέμισε ο πόλεμος
Με τη χρυσαφένια σου ματιά αγόρασα την πολύτιμη δική μου Ρώμη
Τον Ρουβίκωνα διέσχισα χωρίς αμφιβολία.




Αλέξανδρος Μαυρογένης




Τα ποιήματα του Αλέξανδρου Μαυρογένη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «The Night Cafe», (1888).