Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρου Τόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρου Τόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

Τόλης Νικηφόρου, "μια νύχτα κι ένα όνειρο"





η μαγική στιγμή


απρόσμενα αναδύθηκε στο φως
και με κοίταξε ίσια στα μάτια
μ’ ένα γλυκό παιδικό χαμόγελο

μα ήταν πολύ άβολη η στιγμή
κι εγώ κάπως το κράτησα στο νου
με σκοπό να το αγκαλιάσω αργότερα

αργότερα όμως και δεύτερη φορά
το ποίημα σπάνια αναγνωρίζει
έμεινε πικραμένο κι εξατμίστηκε
προς το καταφύγιο των θαυμάτων

αν χάσεις εκείνη τη μαγική στιγμή
ανώφελα θα είναι μετά τα δάκρυά σου





άγριος ποταμός


στέκομαι μπροστά στο ράφι
με τα πενήντα τόσα βιβλία μου
και θυμάμαι στην εφηβεία
να δηλώνω με βλέμμα σκοτεινό
κανένας δεν μπορεί να με εμποδίσει
να κάνω αυτό που θέλω
μόνο ο ίδιος μου ο εαυτός
και αυτό που θέλω μια για πάντα
είναι να ταξιδέψω, να ερωτευτώ
και να γράψω ένα ράφι βιβλία

στο πεπρωμένο μου πηγάζει
ένας άγριος ποταμός
που σαρώνει όλα τα εμπόδια





μια παράξενη βροχή


όταν μέρες ανέφελες του φθινοπώρου
πέφτει αργά μια επίμονη βροχή
εκεί που αγριολούλουδα φυτρώνουν
είναι τα αδικαίωτα σ’ αγαπώ
στο μυστικό επουράνιο καταφύγιο
που θυμούνται και δακρύζουν





παλιά και νέα γειτονιά


στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων
ήταν γιορτή
ένα τέταρτο με νοικιασμένο ποδήλατο
όπως και μια πάστα στο χαρτί
όλοι ήταν σχεδόν φτωχοί
αλλά κανένας δεν παραπονιόταν

στη γειτονιά της ωριμότητάς μου
το αυτοκίνητο είναι συνηθισμένο
όπως και ένα ταξίδι στο εξωτερικό
όλοι είναι σχεδόν πλούσιοι
αλλά συχνά παραπονιούνται

η απληστία κάνει τα πάντα να χάνουν
την αξία, τη γεύση και το άρωμά τους





μια νύχτα κι ένα όνειρο


όνειρα έβλεπα όλη τη νύχτα
εφτά η ώρα ξύπνησα
Δεκέμβρη μήνα με την παγωνιά
και μέσα στο σκοτάδι ανασηκώθηκα
πήγα στο μπάνιο σκουντουφλώντας
έριξα κρύο νερό στο πρόσωπο
και όταν σήκωσα τα μάτια
είδα ρυτίδες κι άσπρα μαλλιά
μια θλίψη στον καθρέφτη

έμεινα σαν παράλυτος εκεί
δεν καταλάβαινα τι μου συμβαίνει
αφού το περασμένο βράδυ
είχα βγει ραντεβού στην ερημιά
δεκαοχτώ χρονών με το κορίτσι μου

και ξαφνικά θυμήθηκα τα όνειρα
που έβλεπα όλη τη νύχτα
σπουδές δουλειά ταξίδια έρωτες
λες κι ήταν όλη μου η ζωή
μια νύχτα μονάχα κι ένα όνειρο

μια νύχτα κι ένα όνειρο





Από τη συλλογή «μια νύχτα κι ένα όνειρο», εκδ. Μανδραγόρας, 2025.
Έργο εξωφύλλου: Paul Nash.

 

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

Τόλης Νικηφόρου, "συστατικά στοιχεία του καπνού"





φως στο χαρτί


όταν δεν έχεις έμπνευση
η λύση είναι απλή
ψηλά το χέρι απλώνεις
και κατεβάζεις στο χαρτί
ένα μακρινό αστέρι
με τις θερμές αχτίδες του
εκείνο να γράψει το ποίημα

να μη σκορπίζεται
στο χάος τόσο φως





μάθε το


αν σε αιφνιδιάζει ένα σπουργίτι
και σε θαμπώνουν οι κίτρινες πεταλούδες
αν σου χαμογελάει ένα μικρό παιδί
κι εσύ χαϊδεύεις τρυφερά ένα γατάκι
αν ένα βλέμμα της σε πυρπολεί

είσαι ποιητής κι ας μην το ξέρεις





ή μήπως χάδι;


αντικατοπτρισμός στην έρημο
έχουν γίνει οι αγαπημένοι μας

σε μακρινή κι απρόσιτη βουνοκορφή
πηγή με πεντακάθαρο νερό

στον ουρανό διάπυρος μετεωρίτης
μια ανεξίτηλη σφραγίδα στην ψυχή

ή μήπως χάδι από τα παιδικά μας χρόνια
κι εμείς να γείρουμε σε γαλήνιο ύπνο;





ποιητική συλλογή


κάτω από το ποίημα των ματιών
ποίημα είναι το χαμόγελό σου
όπως και στις λέξεις σου ή μουσική
ποίημα το ανάλαφρο περπάτημα
και η αύρα που σε περιβάλλει

το κάθε τι φανερό ή κρυφό σου
είναι ένα ζωντανό ποίημα
και όλα μαζί αρμονικά συνθέτουν
την ποιητική συλλογή με τ’ όνομά σου





συστατικά στοιχεία του καπνού


βιβλία
χιλιάδες βιβλία
ξένα και δικά μου
βιβλία και φωτογραφίες
μνήμες
ατέλειωτες μνήμες

όλα όσα έζησα και αγάπησα
όλα όσα είμαι
συστατικά στοιχεία του καπνού
σε μια αόρατη καμινάδα





Από τη συλλογή «συστατικά στοιχεία του καπνού», εκδ. Μανδραγόρας, 2025.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024

Τόλης Νικηφόρου, "ένα καθαρό μαντήλι"





ένα καθαρό μαντήλι


αυτές δεν είναι λέξεις
δεν είναι ποίημα
είναι ένα καθαρό μαντήλι
για να σφουγγίσει δάκρυα
μια μακρινή αχτίδα του ήλιου
για να ζεστάνει τις καρδιές

κι ακόμα είναι χάδι απαλό
νερό από χιόνι απάτητο
για να μπουμπουκιάσει
έστω αχνό ένα χαμόγελο





ελεύθερα


όπως ο ψίθυρος της βροχής
πάνω στα φύλλα των δέντρων
ή ένα πουλί ψηλά στον ουρανό
τα ποιήματα μου δεν χρειάζονται
καμία άδεια για να φτερουγίσουν
εδώ, εκεί ή οπουδήποτε

πατρίδα τους είναι η ψυχή
και ιδιαίτερη προτίμησή τους
τα βιβλία του σχολείου
τα άγνωστα ιστολόγια
και τα μάτια των παιδιών

τα ποιήματά μου δεν ανήκουν
ούτε καν σε μένα τον ίδιο
μου δόθηκαν ως διάμεσο
για να τα μοιράσω ελεύθερα
σε κείνους που τα αγαπούν





έφυγαν μα δεν χάθηκαν

                        μνήμη Ανέστη Ευαγγέλου


οι ποιητές που έφυγαν δεν χάθηκαν
έγιναν μακρινή μουσική το σούρουπο
η λάμψη στα μάτια ενός παιδιού
άγγιγμα από χέρι αγαπημένο

άφησαν αποτυπώματα στην εποχή
κατέχουν μόνιμη θέση στη βιβλιοθήκη
δωρεά για τις γενιές που θα ’ρθουν

έφυγαν μα δεν χάθηκαν
στίχοι έγιναν σε ποιήματα
πουλιά σε καταγάλανο ουρανό
και αλεξικέραυνο σε καταιγίδες
όλα όσα επιμένουν
ν’ ανθίζουν μέσα στον χειμώνα





ένας πλούσιος


κάθομαι στο πίσω μας μπαλκόνι
με απόλυτη ησυχία και γαλήνη
αυτό το μεσημέρι του Δεκέμβρη
και ανασαίνω μυρωμένο οξυγόνο
ενώ με τυλίγει ο γαλάζιος ουρανός
και χαϊδεύει το πρόσωπό μου
ένας γλυκός χειμωνιάτικος ήλιος

από τη μια ορθώνεται η ελιά
με το βελούδινό της πράσινο
από την άλλη ήρθε και κάθισε
στα κάγκελα ένα μικρό πουλί
ενώ μου κρατάει σφιχτά το χέρι
η αγαπημένη μου για πάντα

είμαι ένας πλούσιος της ζωής
που έχει φορολογηθεί βαριά
από τρικυμίες και καταιγίδες





ζωή


μια λέξη με μόλις τρία γράμματα
και αιώνια αναπάντητα ερωτήματα

αίνιγμα χωρίς λύση
λαβύρινθος χωρίς έξοδο

χωρίς άλλες μάταιες απορίες
χωρίς επικίνδυνη γνώση
λούζομαι στο φως του ήλιου
ανασαίνω το άρωμα της στιγμής

                        

ακούγεται στο βάθος
ένα παλιό τραγούδι
μελωδικό νοσταλγικό
σαν από δίσκο γραμμοφώνου
και ξαφνικά παράφωνο
καθώς γλιστράει η βελόνα
ο δίσκος σπάζει
κι επικρατεί σιγή
απόλυτη σιγή για πάντα

για κάποιον έχουν τελειώσει
όλες οι μουσικές του κόσμου





Από τη συλλογή «ένα καθαρό μαντήλι», εκδ. Μανδραγόρας, 2024.

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2024

Τόλης Νικηφόρου, "ποιήματα για τη Σοφία"





το ποίημα το πιο ωραίο


το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
τους έγραψες εσύ
έφηβη όταν δούλεψες καπνεργάτρια
για να πληρώσεις το ψωμί και το βιβλίο σου

το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
και πάλι εσύ τους γράφεις
στα δικόγραφα και τις γυμνές αίθουσες
τους απαγγέλλεις με πεντακάθαρη φωνή
μπροστά σ’ εκείνους που δικάζουν τα παιδιά
για τις εφημερίδες, τα χουνιά και τις αφίσες

σηκώνομαι και σε φιλώ ψηλά στο μέτωπο
σφίγγω συντροφικά το χέρι σου
μοιράζομαι μ’ ευγνωμοσύνη το φορτίο
ποιήτρια της καθημερινής ζωής


                                                           (1979)





λουσμένη στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο


λουσμένη στα δεκαοχτώ σου χρόνια θα σε περιμένω
λουσμένη στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο
ένα όνειρο του φανοστάτη πάνω απ’ τη θάλασσα
εκεί που ο δρόμος μόλις άρχισε
εκεί που κάνει η δίψα το αδύνατο ν’ ανθίσει
εκεί που η προσμονή θαμπά φωτίζει
χιλιάδες μυστικά και θαύματα


                                                           (1998)





λεπτή πολύχρωμη κλωστή


από τα παιδικά σου χρόνια
ξύπνησες πλάι μου
και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις
με τις οικείες κινήσεις των χεριών σου
με χώρες μακρινές
να φτερουγίζουν στην ανάσα σου.
ξύπνησες πλάι μου με θαύματα μικρά
και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις
λεπτή πολύχρωμη κλωστή
που με κρατάει ακέραιο
πάνω απ’ την άβυσσο


                                                           (1999)





Αφιέρωση


στο μυστικό αλφάβητο
που γράφει με ανοιχτά φτερά
ένα θαλασσοπούλι στο γαλάζιο

στο αλμυρό νερό
στις μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα από την ομίχλη στο λιμάνι

στους γερανούς
που υψώνουν τα σπασμένα χέρια τους
μάταιη επίκληση στον ουρανό

στην πολιτεία
που αποπλέει για τ’ όνειρο
με κόκκινα πανιά το ηλιοβασίλεμα

σε όσους κάθονται βουβοί
μες στο σκοτάδι και καπνίζουν
και ταξιδεύουν με τα παιδικά τους χρόνια στ’ άστρα

και στη στιγμή που χάνεται
που κρύβεται στα μάτια σου
και λάμπει για να μην δακρύσει


                                                           (2010)





τι άλλο;


δυο ανθισμένες φλαμουριές
ν’ αγγίζουν το μπαλκόνι σου
σκόρπιες αχτίδες του ήλιου
στα κάγκελα να παιχνιδίζουν
ίσως να σε θαμπώνουν
καθώς αργά κι ηδονικά
πίνεις τον πρωινό καφέ
ενώ ακούγονται από κάτω
φωνές παιδιών για το σχολείο

και ξαφνικά ένα χέρι αγαπημένο
να σου χαϊδεύει τα μαλλιά

τι άλλο είπαμε πως είναι η ευτυχία;


                                                           (2020)






Από τη συλλογή «ποιήματα για τη Σοφία», Μανδραγόρας, 2024.

 

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

Τόλης Νικηφόρου, "δακτυλικά αποτυπώματα"





τα παιδιά τού τίποτα


κατά λάθος βγήκαμε στο φως
και ζούμε εντελώς τυχαία
με την αυταπάτη της διάρκειας
γράφουμε ωραίες λέξεις
πάνω στο πέλμα του μαστόδοντου
που κάποτε θα μας λιώσει

παιδιά μιας σκοτεινής αβύσσου
στην άβυσσο θα γυρίσουμε
μετά το ασήμαντο αυτό επεισόδιο
που θα σβήσει θα χαθεί
και δεν θα έχει συμβεί ποτέ





τι έγινε τόση αγάπη;


στο τέλος πάντα πέφτει η νύχτα
η αυλαία στο θέατρο της ζωής
σβήνει η ανάσα, σβήνουν τα φώτα
και μένουν άδεια τα καθίσματα
ενώ βαθιά θλιμμένη η μνήμη
αιωρείται αβέβαια στην αίθουσα

τι έγινε η λαμπρή παράσταση;
τόση δίψα, τέτοια φλόγα
μια περιπέτεια απίστευτη
στα μάτια η εξαίσια λάμψη
τι έγινε τόση αγάπη;





πουλιά της μνήμης


αργά θ’ ανέβω ένα-ένα τα σκαλιά
και με κομμένη ανάσα θα σταθώ
αντίκρυ στη βαριά εξώπορτα
με το παλιό σιδερένιο κλειδί
και ένα τρίξιμο σαν αναστεναγμό
χάδι ή λυγμό θα την ανοίξω
 
μπροστά στα θαμπωμένα μάτια μου
σαν τα γαλάζια φωτεινά πουλιά
θα φτερουγίσουν οι αγαπημένοι μου
για μια μεθυστική φορά ακόμα
χάραμα θα ’ναι στη ζωή μου

πουλιά από τα βάθη τ’ ουρανού
δάκρυα χειμωνιάτικης βροχής





μια φιλική ανάσα


κανένας δεν πρέπει
να τριγυρίζει σε άδεια δωμάτια
να μιλάει με τους τοίχους
να κλαίει μόνος

αξίζουμε όλοι ένα χέρι αδερφικό
μια φιλική ανάσα
δυο κουβέντες και μια αγκαλιά

ένα μηδενικό είναι τα πλούτη
μια σαπουνόφουσκα ο πολιτισμός
όταν υπάρχουν άνθρωποι
που ζουν και πεθαίνουν μόνοι





επιβίωση


δεν φταίω εγώ αλλά η ίδια η ζωή
που επιχείρησε να με εξοντώσει
από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια

μπουνιά στην μπουνιά λοιπόν
και απώλεια στην απώλεια
στην άκρη άκρη του γκρεμού
ξύπνησε μέσα μου μια τίγρη
που κατασπάραξε τη θλίψη

είμαι τώρα μια ζωντανή αντίφαση
ευαίσθητος και ευάλωτος
στην καθημερινή ζωή
και σκληρός σαν τα νύχια της
τις κρίσιμες στιγμές

είναι παλαιών αρχών η ζωή
δασκάλα με τη βίτσα στο χέρι





Από τη συλλογή «δακτυλικά αποτυπώματα», εκδ. Μανδραγόρας, 2024.

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2023

Τόλης Νικηφόρου, "μια τρύπια δεκάρα"





έμπνευση


σαν άγραφο χαρτί οι μέρες
απλώνονται ατέλειωτες
η μια μετά την άλλη
εκτελεστικό απόσπασμα
που παρατάσσεται μπροστά
σε πρόσωπο με δεμένα μάτια

όταν δεν ανάβει η φλόγα
τον ουρανό δεν σκίζει ξαφνικά
λυτρωτική η αστραπή εκείνη





πότε χαράζει


χαράζει νωρίς ή αργά
ανάλογα με την εποχή
ανάλογα με τη χώρα

για μένα χαράζει όταν χαμογελάς





προσμονή


ο καθένας κάτι σπουδαίο
περιμένει με λαχτάρα
να κερδίσει το λαχείο
να του δώσουν το βραβείο
να κάνει ένα μακρινό ταξίδι

εγώ περιμένω ν’ ακούσω
τα βήματα σου στα πλακάκια





μάγισσα


μια ερωτευμένη μυγδαλιά
που ανθίζει μες στο καταχείμωνο

ένα πλοίο που ξάφνου καταπλέει
στο έρημο νησί του ναυαγού

φωτεινή μια αστραπή
που σκίζει το πυκνό σκοτάδι

θερμό και τρυφερό ένα χέρι
που απλώνεται στην παγωνιά

μια αγκαλιά για τον ξενιτεμένο
που επιτέλους επιστρέφει στην πατρίδα

όλα αυτά και κάτι ακόμη
μυστικό μεθυστικό ιαματικό
είναι το χαμόγελο σου





παλίρροια ή το βέλος του χρόνου


η ζωή των θνητών θα ’πρεπε να ’ναι
όπως τα τρελά νερά του Ευρίπου
που κάθε τόσο αντιστρέφεται η ροή τους

μια παλίρροια να κυριαρχεί
και στη σύντομη ζωή των ανθρώπων
από τα νήπια και την εφηβεία
να φτάνει κάποτε στην ωριμότητα
και ύστερα σταδιακά να επανέρχεται
στο πρώτο βλέμμα τα πρώτα βήματα
στην έκθαμβη ανακάλυψη του κόσμου

ας ευαρεστηθεί ο μέγας τοξότης
αιώνια σκοτεινός κι ανεξιχνίαστος
ίσως με μια δεύτερη σελήνη
να ρυθμίσει το επίγειο βέλος του χρόνου
όπως εν τη σοφία του τα νερά του Ευρίπου





γιατί γράφω συνεχώς


τι νόημα έχει ακόμη ένα βιβλίο
κάθε χρόνο ή και κάθε εξάμηνο;

σε μοναχικό δωμάτιο
η σε πολύβουη καφετέρια
μικρής μακρινής πόλης,
ή και μεγαλούπολης
ακόμη και σε διπλανή οικοδομή
κάποιο κορίτσι στα δεκαοχτώ
ως τα εξήντα οχτώ και βάλε
νιώθει ένα χέρι αδερφικό
απαλά να της χαϊδεύει τα μαλλιά
διαβάζει και δεν είναι πια μόνο
διαβάζει και δακρύζει

για το κορίτσι εκείνο γράφω





Από τη συλλογή «μια τρύπια δεκάρα», εκδ. Μανδραγόρας, 2023.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

Τόλης Νικηφόρου, "η καταγωγή των ηφαιστείων"




η καταγωγή των ηφαιστείων


η λάβα που αναζητά διέξοδο
από τα έγκατα της γης
και κάποτε αιφνιδίως προκαλεί
την έκρηξη των ηφαιστείων
δεν είναι ένα απλό φυσικό φαινόμενο

το ανέκφραστο υπόγειο πάθος
αιώνες συσσωρεύεται και κοχλάζει
αιώνες ο ανεκπλήρωτος έρωτας
κατακαίει και ρευστοποιεί το χώμα
και κάθε χαμένο όνειρο
αναζητά απελπισμένα τη δικαίωση

να από τι αποτελείται η λάβα
που πρώτα εκτοξεύεται στον ουρανό
και ύστερα ως επίγειο ποτάμι
ασυγκράτητη πυρπολεί τα πάντα





το ποίημα


είναι χαμένη μάχη
αιφνίδια του θνητού
σύγκρουση με το πεπρωμένο

κραυγή και μουσική
επίκληση που αναπέμπεται
σε άδειο ουρανό

μάταιη απόπειρα
ισόβια εξόριστου
να επιστρέψει στην πατρίδα

είναι το αίμα της καρδιάς
που αρχαίος αλχημιστής
μετέτρεψε σε λέξεις





με δάκρυ και με φως


τα όνειρά μας δεν πεθαίνουν
ποτέ δεν σβήνουν
γίνονται άνεμος μετά από μας
αποδημητικά πουλιά
κόκκινο σύννεφο στον ουρανό
ποιήματα και μουσική
και εισχωρούν στις φλέβες των παιδιών
τα μάτια τους φλογίζουν
και παραμένουν ζωντανά
όπως είχαν παραδοθεί σε μας
ακέραια με δάκρυ και με φως





λαθραία στον Άδη


μοναδική μου σκέψη τώρα
που η κρίσιμη ώρα πλησιάζει
είναι τον υψηλό και σκυθρωπό πορθμέα
να βρω ένα τρόπο για να ξεγελάσω
και στην αιώνια νύχτα του Κάτω Κόσμου
εκεί που απολύτως τίποτα μαζί σου
δεν επιτρέπεται να πάρεις

λαθραία να περάσω το άγγιγμά σου
κι ένα παιδικό χαμόγελο





αν ξαναγεννηθώ


να γίνω οπωροφόρο δέντρο
ή φτερωτό στο απέραντο γαλάζιο
ίσως πηγή με δροσερό νερό
για κουρασμένους οδοιπόρους

δεύτερη φορά άνθρωπος δεν θέλω
την τόση οδύνη δεν αντέχω
το θέατρο αυτό του παραλόγου

καλύτερα λοιπόν ο αιώνιος ύπνος
ή κάτι που την άνοιξη ανθίζει
σαν άρωμα, σαν άγγιγμα ή χάδι





Από τη συλλογή «η καταγωγή των ηφαιστείων», εκδ. Μανδραγόρας, 2023.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

Τόλης Νικηφόρου, "Στιγμές"





είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης


είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης
ένας απίστευτα γενναίος ισορροπιστής
βαδίζω απρόσεχτα χορεύω
γλιστράω κρατιέμαι την έσχατη στιγμή
παίζω με την κομμένη σας ανάσα
περιγελώ τα επιφωνήματα
εγώ ο ίδιος πριονίζω το σχοινί
στο χέρι μου κρατάω σφιχτά τον ουρανό
τον τρύπιο σκούφο μου για τα φιλοδωρήματα

το ξέρω πως θα συντριβώ
το αίμα μου πάνω στην άσφαλτο θα σχηματίσει
ένα παράξενο φεγγάρι
οι νοσοκόμοι με τα άγρια γένια
θα διασώσουν μοναχά
κείνο το εκθαμβωτικό λουλούδι
που θε ν’ ανθίσει στο σημείο που έπεσα


                                      [Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979]





επίγνωση


με επίγνωση βαδίζω
στην άκρη άκρη του γκρεμού
γνωρίζω πια την κατασκότεινη άβυσσο
κι όταν σκοντάφτω και παραπατώ
χωρίς κανένα μάταιο επιφώνημα
κρατάω το χέρι σου σφιχτά
μες στις σχισμές των βράχων
ψάχνω για άγρια φυτά
να μου διδάξουν το δικό τους βλέμμα
μπροστά σε χίλια χρόνια
ή δέκα δευτερόλεπτα ζωής
με επίγνωση αιωρούμαι
πάνω από το κενό το τίποτα
με τη φωνή μου ακέραια
και τον αντίλαλο
κι εσένα


                                      [Το μαγικό χαλί, 1980]





ξένες χώρες


πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
από τη χαραμάδα εισρέει
και στα θαμπά μου μάτια διαχέεται
ηχεί το σήμαντρο μιας παιδικής φωνής
ανάμεσα στο τέλος την αρχή
τις σκόρπιες συλλαβές των λέξεων
απλώνεται καπνός κρασί
μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα
ακούγεται ένα γέλιο κοντινό
σαν γυναικεία δάχτυλα που ανιχνεύουν
τη μουσική κάτω απ’ το δέρμα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
το φως στον ύπνο που δεν χάρηκα
το φως που τώρα δεν αγγίζω
καθώς ξεφτίζει στο κατώφλι μου

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα


                                      [Ξένες χώρες, 1991]





ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο


μια έρημη σοφίτα μακρινή μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού
είναι η ψυχή μου

γεμάτη άχρηστα αντικείμενα, μια ψάθινη καρέκλα
ένα ποδήλατο με τρύπια λάστιχα,
μια κόκκινη ξεφούσκωτη μπάλα

κι ένα σωρό θαμπές φωτογραφίες
απ’ τους αρχαίους ενοίκους της

όμως δεν κρύβει πλάσματα επικίνδυνα
κι ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο

μια έρημη σοφίτα μακρινή,
μια λέξη ανείπωτη είναι η ψυχή μου,
ένα μοναχικό παράθυρο
που κάποτε φωτίζεται
μέσα στη θλίψη τ' ουρανού


                                      [Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, 2002]





στη διάλεκτο της μοναξιάς


στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο
μια δίψα
ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού
μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς

όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν
άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές
κάτι απ’ το χνώτο τους
ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ

άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα
κάδρα που όρθια γέρνουν
χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως
διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα
τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο
ένα λυγμό που δεν διαλύει
την πέτρα μέσα της

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι
ή σαν ψυχή που πρόδωσε
αυτό το κάτι στη φωνή της
και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα
μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της


                                      [Το μυστικό αλφάβητο, 2010]





Από το βιβλίο: «Στιγμές: Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου, 1966-2022», Γράφημα 2022.

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Τόλης Νικηφόρου, "χειμωνιάτικος ήλιος"




χειμωνιάτικος ήλιος, 2


όπως ψηλά οι γκρίζες στέγες των σπιτιών
φωτίζονται νοσταλγικά
από τον ήλιο του χειμώνα
ακόμα βουτηγμένες στη βροχή

όπως το μακρινό βουνό
υψώνεται και αιωρείται πάνω στη θάλασσα
σχεδόν αγγίζει την ακτή
μέσα στη διαφάνεια του πρωινού αέρα
 
όπως τα μάτια της γάτας
ανθίζουν με μικρές φωτιές τη νύχτα
έτσι και το χαμόγελό σου μπουμπουκιάζει
ανάμεσα στους τοίχους και την άσφαλτο
 
είσαι ένα φύλλο πράσινο
με φλέβες νοτισμένες από τη βραδινή δροσιά
μια κίνηση ανάλαφρη που ζωντανεύει τη χαρά
ένα γλυκό του κουταλιού
ένα νερό στον δίσκο της γιαγιάς
μέσα στην κάτασπρη αυλή της συνοικίας

                                                             (1982)





Άφυτος, 2


είναι γλυκό το φως
αιώνες που ωρίμασε στην απουσία
και αναδύεται τώρα σε αρχαία ερείπια

αστράφτουν γύρω τα ταπεινά του κόσμου
φύλλα ζουζούνια αγριόχορτα
μια σαύρα ακίνητη στο πρόσωπο της πέτρας
σαν προσευχή η μοναχική γυναίκα
στον δρόμο που ανεβαίνει προς τα μνήματα
ανάμεσα σε ξαφνικά λιλά και κίτρινα

είναι γλυκό το φως
μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι
και η μικρούλα έρημη εκκλησιά
με το θαμπό της κόκκινο

                                                             (1997)





το χάραμα δεν έχει μνήμη


το χάραμα δεν έχει τραύματα και ουλές
δεν έχει μνήμη
δεν έλαμψε ποτέ πάνω από δάκρυα και χαμό
δεν φώτισε εκτελέσεις
γι’ αυτό σαν από θαύμα αστράφτει
και πάλι στην αιώνια εφηβεία του
λέει, καλημέρα σας παιδιά
αγγίζει εδώ κι εκεί τα δέντρα
πιάνει κουβέντα με το αδέσποτο σκυλί
το χάραμα δεν έχει μνήμη
έχει μονάχα ένα βαθύ γαλάζιο φως
και το απλώνει χωρίς δισταγμό πάνω στον κόσμο

                                                             (2002)





να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
 
 
σ’ ένα δωμάτιο παλιό, μοναχικό
σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο,
να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές,
να μου διαβάζεις ποιήματα
 
στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν
να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου
να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές
που αχνίζουν και θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια
 
στα χείλη σου να ανθίζει
ένα χαμόγελο κρυφό
όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε
σε ερειπωμένο σπίτι
ή ο ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε
στη μία και μοναδική πατρίδα του
 
να μου διαβάζεις ποιήματα
και να μ’ αγγίζεις με το φως
με κείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο

                                                             (2012)





μακρινά φώτα


η μουσική της κάθε λέξης
κι η μουσική κάθε φωνής
συνθέτουν το χρώμα κάθε στίχου
κι όλοι μαζί οι στίχοι
το ποίημα σαν ουράνιο τόξο
μετά τα δάκρυα της βροχής

όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
ποιήματα είναι μυστικά
που κάποτε έλαμψαν στη γη
κι έγιναν φώτα μακρινά
για τη νυχτερινή πορεία της ψυχής

χαράζει
στήνεται πάλι το αρχαίο σκηνικό
νέα ποιήματα κυοφορεί ο πόνος
στο πολυσέλιδο τετράδιο της ζωής

                                                             (2020)





Από το βιβλίο «χειμωνιάτικος ήλιος», 44 ποιήματα για το φως (1979-2022),
εκδ. Μανδραγόρας, 2022. 

Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

Τόλης Νικηφόρου, "σαν τον πυράκανθο"

 


σαν τον πυράκανθο


να μη φοβάσαι σκοτεινιά και κρύο
ν’ απλώνεις φωτεινά κλαδιά το καταχείμωνο

σαν τον πυράκανθο ν’ ανθίζεις με το ελάχιστο
λίγα να ζητάς πολλά να δίνεις
και με τα κοφτερά αγκάθια σου να προστατεύεις
τα λευκά άνθη τους φλογισμένους σου καρπούς

δίπλα στο χάδι της ελιάς και της ροδιάς
να είσαι εσύ το πάθος κι η αλήθεια της ζωής





αν μ’ αγαπούσες


θα χάραζε μεσάνυχτα
θα γύριζαν τα χελιδόνια
και θ’ άνθιζαν τα δέντρα
μέσα στον πιο βαρύ χειμώνα
θα ζούσαμε για πάντα
στα εφηβικά μας χρόνια

αν μ’ αγαπούσες
θα πίστευα στα θαύματα
θα σου ’γραφα εκατό ποιήματα
το μαγικό υμνώντας ποίημα
που είσαι εσύ στο κάθε τι

αν μ’ αγαπούσες
θα ’σουν όλα τα φώτα τ’ ουρανού





η αλήθεια της ζωής


ο πυριφλεγής αρνείται
την αόρατη ημερομηνία λήξης

τη φύση του για να αντέξει
ασυναίσθητα την αγάπη υποδύεται
μέχρι την αδυσώπητη αλήθεια
να αποδείξει ο χρόνος

όταν όμως η φλόγα σβήνει
ακέραιο παραμένει το φως
και τα φαρμακωμένα χείλη
δεν αναιρούν τη γλύκα των καρπών

πονάει αφόρητα η αλήθεια
κι ας είναι τελικά η μόνη λύτρωση





ποτέ δεν χάνεται


έκθαμβη χρόνια μετά θα διακρίνεις
στα μάτια σου να φτερουγίζει
αυτή που κάποτε εγκατέλειψες στην ερημιά

όταν εγώ δεν θα υπάρχω πια
θα μένει ένα χάδι στα μαλλιά
σε κάθε απαλή καμπύλη σου
κάτι σαν χάραμα στη σκοτεινιά

θα ’ναι η αγάπη μας γεμάτη τραύματα
που όμως ποτέ δεν χάνεται
και ψιθυρίζει πάντα λέξεις μαγικές
για να γεμίσει φως τη μνήμη
δάκρυα τα μάτια σου





σκιάς όναρ άνθρωπος


τα δάκρυά μου ισχυρίζονται
πως είχα κάποτε γονείς κι αδέρφια
και πως υπήρξε κάποια νιότη
ισχυρίζονται πως κάποτε αγάπησα
φίλους γυναίκες και ταξίδια
πως διάβασα ατέλειωτα βιβλία
κι άλλα βιβλία εγώ έγραψα
ισχυρίζονται πως όλα αυτά
δεν ήτανε καπνός στα μάτια κι αυταπάτη

όνειρο μιας σκιάς όμως εγώ
δεν ξέρω καν αν και τώρα υπάρχω


_________________________________________
Σκιάς όναρ άνθρωπος, Πίνδαρος, Πυθιονίκαις
VIII





Από τη συλλογή «σαν τον πυράκανθο», εκδ. Μανδραγόρας, 2022.
Έργο εξωφύλλου: Απόστολος Γιαγιάννος.