Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρκογλου Πρόδρομος Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρκογλου Πρόδρομος Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2021

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, "Ριζώματα"





1.

Κοιτούσε το χέρι τού αγάλματος,
Στις ανοιγμένες παλάμες
Διάβαζε
Την ανελέητη μοίρα του.




5.

                               Στην Ελένη

Τα φιλιά της νύχτας,
Λάμψεις ερμητικές
Στο φως της μέρας.





29.

                               Στον Ανέστη

Πριν φύγει οριστικά
Έκαψε
Όλα τα χαρτιά,
Όλες τις φωτογραφίες του.
Δεν άφησε
Δουλειά στους τυμβωρύχους.





45.

Μου έδωσες το χέρι σου,
Κ’ η νύχτα σκοτεινή
Σαν ποίημα.





60.

Απολάμβανε
Την αισθητική της ποίησης,
Αγνοούσε
Τη σκοτεινή ενδοχώρα
Των λέξεων.





84.

Η ποίηση
Αφαιρεί
Όλες τις ψευδαισθήσεις.
Γυμνούς
Μας παραδίδει στο τέλος.





97.

Σέρνεται η νύχτα,
Ο Μορφέας καθυστερεί,
Σκιές του Άδη
Γλύφουν το πρόσωπό μου.





Από τη συλλογή «Ριζώματα», εκδ. Κουκκίδα 2021.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, "Το δόντι της πέτρας"




ΦΥΣΟΥΣΕ


Μετράνε την πραμάτεια τους
Και στενεύουν την ψυχή τους
Καθώς τη βρίσκουνε λειψή.

Αντιπρόσωποι με φίρμες
Ρουφιάνοι κατάλληλοι για κάθε συναλλαγή
Παλιοί ιδεαλιστές μέχρι
              Που το κέρδος έλαμψε βαρύ στην παλάμη
Γραφειοκράτες πράκτορες πορνοτρόφοι
              Σκύβοντας βαθιά εργάζονται την άνοδό τους.

Τους ερεθίζει η δύναμη το κέρδος τούς οπλίζει.

Φύσηξε ένας άνεμος
Νοτιάς σάρωνε την πόλη
Στην παραλία περπατώντας
Καπνίζοντας τα τελευταία μου τσιγάρα
Παρακολουθώ
τα μεγάλα κύματα:
Μ’ ορμή περνάνε πάνω απ’ τον κυματοθραύστη.





ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Η μέρα αναίμακτη, σφαγμένο μοσχάρι
Κι ο ήλιος μαύρη πλεκτάνη στον ουρανό
Πάνω απ’ τις οικοδομές
Και τα κύματα της θάλασσας χρόνια πίσω στη μνήμη
Βογκούν ήχοι στεγνοί και συγκεκριμένοι
Στους τοίχους των ημερών μας
Και ραδιόφωνο στη διαπασών
Κάποιοι, σκέφτεσαι, κάτι πάνε να πνίξουν
Ξενευρώνει η θηριώδης αμάθεια της εξουσίας
Μόνη παρηγοριά το τραγούδι μωρομάνας
σίδερο βάλτε στην καρδιά και χάλκουμα στα στήθια
Και κρατούσε τον γιο της
Βολβό γεμάτο δίψα, πλούσιο απ’ τις μέρες του μέλλοντος
Σφυρίζει ο αγέρας στις μεταλλικές κεραίες
Εδώ
Μες στο μπετόν φυτρώνει
Η καινούρια ρίζα μας
Σκληρή και προορισμένη.





ΠΡΩΙΝΟ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ


Κι ήταν η μέρα χαμηλή
Η ομίχλη να κατεβαίνει από τους λόφους στη θάλασσα
Από τις δύο πόρτες της πόλης περνούσαν αγκομαχώντας
Αυτοκίνητα με κίτρινα φώτα
Η έκτη αρμάδα της συμμαχίας έξω απ’ το λιμάνι
Μούγκριζαν τα πλοία περιμένοντας
Στάθηκα στο δρόμο
Που δύο στροφές τον κατεβάζουν στη θάλασσα
Όλοι οι φίλοι φευγάτοι σκέφτηκα
Ενώ με πνίγανε καυσαέρια φορτηγού
Οχτώ η ώρα το πρωί
Άνθρωποι ξεχύνονταν από σκοτεινές πόρτες
Έντρομοι απ’ τα όνειρα της ημέρας.
Ποιον σκότωναν όλη νύχτα, ρωτούσε μια γυναίκα
Κάμνοντας το σταυρό της σφουγγίζοντας τις σκάλες,
Καμιόνια λαδοπράσινα κουβαλούσαν
Ανθρώπους στο λιμάνι
Κι ο ήλιος κρεμασμένος από την άλλη μεριά του τοίχου
Κι οι φίλοι πέρα από θάλασσα πέρα από βουνά
Μες στο χιονόνερο δέντρα γυμνά
Κατέβαινα μαζί με τους σπουργίτες το λιθόστρωτο.





Ο ΗΛΙΟΣ ΕΦΕΥΓΕ


Ο Ήλιος έφευγε σαν ψάρι
Κι η θάλασσα κομμάτια πάγος
Αμφιβολίες και ταλαντεύσεις
Πολυτέλειες άλλων καιρών
Έμπειροι τώρα θανάτων και μαχαιριών.

Θάλασσα
Θάλασσα που δεν είσαι ποτάμι να στρέψ’ οπίσω
Και σώματα συντριμμένα
Στις πέτρες τροχίζει το φεγγάρι
Σκοτεινό νερό
Κλαίει μάνα, μάνα ξεμυαλισμένη

              Πήρανε το φως και πάνε
              σε μαύρη γη κατακλειδωμένη.

Ιδρώνω κάτ’ απ’ το πετσί μου
Στον τετράγωνο κύκλο πέσαμε μυστικών σχεδίων
Λέξεις καταπίνοντας δαγκώνω το μυαλό μου
Ένοχος ενοχής πικρά διψασμένος
Στους δρόμους
Χωρίς συντρόφους.





Από τη συλλογή «Το δόντι της πέτρας» (1975).
Πηγή: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, "Έγκλειστοι"




ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΙ


Μα πάντα φθάνουν τα γεγονότα,
μας βρίσκουν απροετοίμαστους.
Σαρκοβόρα άνθη
στους κήπους, στους δρόμους,
στις δημόσιες πλατείες παράλογοι θάνατοι.
Υπάρχουν κάτι πρωινά
οι βρύσες μας ποτίζουν αίμα
έτσι η δίψα δε σβήνει, ανάβει
κι η φρίκη μας ζώνει.
Μας ζώνει η φρίκη, μας ζαλίζει
δε βρίσκουμε την έξοδο
ή μας έχουν δώσει λανθασμένες οδηγίες,
στριφογυρίζουμε και μένουμε
στο δωμάτιο
με την άγνοια
ή την υποψία να υγραίνει τις παλάμες.

Και πάντα χωρίς έξοδο.





Η ΔΙΝΗ

                                                 Στον Γ. Ξ. Στογιαννίδη


Όλο κάποιος μας εγκαταλείπει.
Δε μας προδίδει,
ανοίγει μόνο την πόρτα και φεύγει.

Τότε φωταγωγούμε το δωμάτιο,
ξεσκονίζουμε τα έπιπλα,
ανοίγουμε το ραδιόφωνο σε όλη την ένταση.

Με το θόρυβο
τα εκτυφλωτικά φώτα
με το να κρύβουμε στο υπόγειο τις άδειες καρέκλες
προσπαθούμε να καλύψουμε το κενό,
να ξεχάσουμε.

Όμως η πόρτα πάντα ανοίγει
κι η νύχτα παίρνει τη θέση αυτού που έφυγε.
Το κενό όλο μεγαλώνει
ανεβαίνει στην οροφή, κατεβαίνει στο πάτωμα,
στριφογυρίζει,
γίνεται δίνη μας παρασέρνει
στο κέντρο της περιστροφής
και πια δεν ξέρεις
αν είσαι αυτός που έφυγε
ή αυτός που έχει μείνει.





ΜΑΥΡΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ


Σ’ έχω χάσει

Η πλατεία
ένα χέρι ανοιγμένο στη βροχή, στον αέρα
στους ανθρώπους
ένα χέρι που σε κρατάει στο φως
το κεφάλι ριγμένο στον άνεμο
μικρά βήματα σε ομόκεντρους κύκλους,
η προσμονή τελειώνει.

Στην πλατεία,
που κρύβει και συντηρεί τους πεθαμένους
μαύρα περιστέρια κυκλοφορούνε
μάτια κόκκινα από το κυπαρίσσι ψηλά παρατηρούνε.
Τις τελευταίες ελπίδες επισημαίνουνε,
τις ραμφίζουν μέσα από την πράσινη χλόη
και χάνονται ψηλά στο φως.

Μένεις μόνη
μέσα στον θόρυβο και στον αχό
με τις μαύρες σκιές πάνω
στο μέτωπό σου να διαβαίνουνε σύννεφα.

Μόνη
χωρίς προσμονή, περιστέρια κι αγάπη,
χωρίς πόνο,
έρημη, ένα σκιάχτρο
με κίτρινη μπλούζα να σπιθίζει στο φως.





ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Σ’ αυτήν τη μαύρη πληγή
μην περιμένεις να δεις φαντάσματα.
Από το απροσδόκητο αυτό παράθυρο
ο ήλιος μεγαλώνει τα ηλιοτρόπια,
αυξάνει τη χλόη στις βουνοπλαγιές
όπως τα τρυφερά μαλλιά σου.

Στο στόμιο που χάσκει
ανοιξιάτικες μαργαρίτες διαμοιράζουν τα ιμάτιά τους.

Πλησίασε Ιωάννα
τα κουρασμένα από τη περιπλάνηση βήματά σου,
φώναξε, στη μαύρη πληγή, τ’ όνομά μου να κιθαρίσει
στους αρχαίους σταλακτίτες τής προσμονής.
Λίγο ακόμη.
Λίγο ακόμη και θα δεις τον έναστρο ουρανό,
στο απροσδόκητο μαύρο παράθυρο,
με τους γαλαξίες
των παιδικών σου ελπίδων.


                                                     Οκτώβρης 1958 - Απρίλης 1962




Από τη συλλογή «Έγκλειστοι» (1962), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου - Έσχατη υπόσχεση, Ποιήματα 1958 - 2010», εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2016 

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, "Πάροδος Μοναστηρίου"




ΠΡΩΙ ΜΕ ΤΗ ΔΡΟΣΟΥΛΑ

Πρωί
Κι ακόμη σφυρίζουν όνειρα της νύχτας
Αναπνέω βαθιά το καυσαέριο
Καθώς μ’ αρπάζει λεωφορείο για τη δουλειά
Σαν ένα κήτος με καταπίνει
Κι αφού από στάση σε στάση αποτυχαίνει
Να με χωνέψει
Τέλος
Kάπου κοντά στο τέλος
Με ξερνά
Υποκειμενικά ανένδοτο
Ώριμο ν’ αναλάβω την καθημερινή μου
Εργασία

Δηλαδή να σας ληστεύω υπέρ τρίτων




ΗΔΟΝΙΚΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

Λέξεις πυροδοτούν τα μάτια
Στην άσφαλτο και το σκοτάδι
Θρυμματισμένα χέρια στον τόρνο και την πλάνη
Ομίχλη σε ρείθρα και οικόπεδα
Ο χρόνος πάλι στον πάγο
Πρόσωπα στο γκρίζο φως και βήχουν
Ξανά σκοτάδι άδειο
Ηδονικά φαντάσματα γυναίκες λησμονημένες
Συγκλονιστικές φωνές ερειπωμένες

Εκεί λοιπόν
Πάνω από την ομίχλη, τον παγωμένο Βαρδάρη
Σας σηκώνω ψηλά
Ψηλά από τον ματωμένο ουρανό
Και σας αφήνω




ΣΤΟ ΛΙΓΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΦΕΓΓΕΙ

Στο λαρύγγι του πρωινού
Στο λίγο φως που φέγγει

Τη σκοτεινή ροκανίζω πλευρά του χρόνου
Λέξεις του έρωτα ριπές θανάτου
Πεύκα που τα πήρε η φωτιά
Άνθη της λυγαριάς στα χέρια
Και κάτω από τη μαύρη μουριά ο πεθαμένος
Πίσω από τις λέξεις σπαρακτική ενδοχώρα
Δροσερές διάφανες θάλασσες απρόσιτης μνήμης

Με λέξεις θρύμματα ταΐζω σπουργίτια
Που ήδη φτερουγίζουν
Στο αμφίβολο φως του επερχόμενου ποιήματος




ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ

Οι νόμοι της αγοράς συμπεριφέρονται σαν το θερμόμετρο. Παρακολουθούν τους κραδασμούς της Ιστορίας. Η Εταιρεία σε μεγέθη οριακά. Ούτε μπρος τώρα ούτε πίσω. Τα εμπορεύματα στις αποθήκες περιμένουν. Καιρός τα κεφάλαια να περάσουν σε νέες δραστηριότητες. Η αγορά πάντα δίνει ευκαιρίες.

Σου δώσαν την απόλυση. 7565 μεροκάματα. Μέρες άθλιες της ζωής σου. Στο επίδομα τώρα και την αναζήτηση. Μάτια να σε γραδάρουν, να υπολογίζουν την υποταγή της ανέχειας. Φυσάει Βαρδάρης. Στις μυλόπετρες ξανά από την αρχή. Δουλειές καθημερινής εξαθλίωσης. Όπου με το χρήμα σε μέτρησαν, σε βρήκαν λειψό. Χαμηλώνει καπνός στις καμινάδες. Ψάχνεις στις εφημερίδες, σε οδηγούν σε βρώμικα στενά, σε σκοτεινά υπόγεια. Παίρνεις πάλι σβάρνα την αγορά. Ιδρώνουν τα χέρια. Μέρες αγώνα. Μέρες χαμένες.

Καίνε τα μάτια. Προχωράς με τη γνώση σφιγμένη στα                                         δόντια.




Από τη συλλογή «Πάροδος Μοναστηρίου» εκδ. Στιγμή 1989

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, "Ονείρων κοινοκτημοσύνη"




ΝΑΥΑΓΟΙ

Βαριά σκοτεινή βροχή
Στο προσκεφάλι μου φωνές
Φωνές που δεν εξαγοράζονται
Και παραμένουν βαθιά στο αίμα
Βαθιά στην εξορία της πατρίδας

Έσπασε ο καιρός στη σιωπή τ’ ουρανού
Στη δικαιοσύνη μένουμε της ιστορίας
Στην πίκρα που διασχίζει τις ψυχές
Λεηλατημένων ονείρων κοινοκτημοσύνη

Ναυαγοί της ιστορίας κωπηλατούμε.




ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΝ

Βαρύς ο ήχος των αργυρίων σημαίνει

Κι επικρατούν τώρα αστραφτεροί
Άπληστοι οι λογιστές επικρατούν των ποιητών

Και βλέπουμε άκριτο το παρελθόν
Ενώ ποτέ δεν θα γνωρίσουμε το μέλλον

Επικρατούν και πάλι οι αριθμοί των λέξεων

Ενώ πίσω από το άχτιστο φως
Ακούγεται τριγμός οδόντων.




ΟΝΕΙΡΩΝ ΞΕΦΤΙΔΙΑ

Στον άνεμο ρίχνω μια χούφτα χώμα
Χαράζει το χέρι λέξεις των θλίψεων
Πώς τώρα το χάσμα της σκέψης των ονείρων να γίνει
      φωνή
Στη διττή της να μετέχει η σάρκα μορφή
Κι οδηγημένη απ’ το χέρι η σιωπή να γίνει γλώσσα

Σούρουπο σταματούν οι δεκαοχτούρες το θρήνο
Ροκανίζουν στο πλατάνι οι κάργιες τη μέρα
Ποια λόγια να σου απευθύνω τραυλίζοντας
Ονείρων ξεφτίδια απορρίπτουν τον κόσμο μας
Μ’ εγκαύματα με καλούν ατέρμονης καταδίκης
Στο ρήγμα του πένθους βυθίζονται όλα βαθιά

Κάποτε σου είχα γράψει:
Ο Έρωτας ακυρώνει τη σκοτεινή απώλεια του χρόνου,
Κάποτε σε μιαν άλλη Εποχή,

Φυσάει νύχτα στα σύννεφα των πεύκων
Πλησιάζει όπως πάντα η θλιβερή μουσική
Ο ασίγαστος μονότονος ήχος των αργυρίων

Ποια δικαιοσύνη ερμηνεύει το αβάσταχτο;




Από τη συλλογή «Ονείρων κοινοκτημοσύνη», Νεφέλη 2002

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, "Το σπίτι"



Το σπίτι

Ανεβαίνω πέτρινα σκαλοπάτια. Βατόμουρα στραγγαλίζουν κρίνα. Δεκαοχτούρες μετράνε την ανατολή κι ένας αγέρας έρχεται απ’ τα πεύκα. Βαθυπράσινο μυστικό στόμα.

Δαγκώνει το κλειδί στην πόρτα. Επιθύριο χεράκι τρυφερής ηλικίας ανοίγει βλέφαρα μιας άλλης εποχής. Είναι όλοι εκεί συγκεντρωμένοι. Ποντιακά, Τούρκικα, Ελληνικά, Αρμένικα σε στόματα ξεχασμένα. Πιο μέσα σηκώνεται ο πατέρας σκουπίζει τα μουστάκια με φιλάει κι η μάνα κλαίγοντας αγκαλιά με οδηγεί και στρώνει το τραπέζι. Κάθεται, μιλάει για το σπιτικό.

Χρόνια μέσα στα χρόνια όνειρα ξεφλουδίζονται σα φίδια.

Ανοίγει το κλειδωμένο σπίτι. Φευγάτη η σκεπή πεσμένοι οι τοίχοι χάσκουν. Χάσκουν και πάνω από τις πέτρες το λιμάνι η θάλασσα πέρα η Θάσος πιο μακριά το Όρος. Φεύγουν τα σύννεφα σαν καπνός από χορτάρι κι η θάλασσα καλειδοσκόπιο καθώς ψαρόβαρκες γυρίζουν, λαχανιάζουν οι μηχανές σκούζουν οι γλάροι. Νύχτες του έρωτα σύννεφα παρταλιασμένα.

Καταποντίζομαι στα χρόνια που ξεφλουδίζονται σα φίδια.

Ο εκσκαφέας ο φορτωτής γεμίζουν τα ανατρεπόμενα με πέτρες χώματα σανίδια φορέματα. Ξεριζώνουν τα δέντρα. Πεύκα συκιές ροδακινιές μηλιές κυδωνιές καρυδιά. Ο κήπος που χέρια στοργικά διαμόρφωσαν. Σιδερένια νύχια εξαφανίζουν τον ουρανό.

Τώρα οικόπεδο 250 τετραγωνικά. Άλλοι άνθρωποι θα χτίσουν τα σπίτια τους.

Κατεβαίνω για τη θάλασσα και περπατώ στα κύματα.
Κρατώ επιθύριο χεράκι. Δεν έχει φωνή.
Κανένα δεν μπορεί να ξυπνήσει.

Ελεύθερος φεύγω.




Από τη συλλογή "Συνοπτική διαδικασία", 1980