Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Λεωνίδας Κακάρογλου, "Δύο ποιήματα"




Το μαξιλάρι

Πάλι ξέχασα κι έβαλα
Δυο μαξιλάρια στο κρεβάτι
Και τώρα προσπαθώ να ταιριάξω το σώμα μου
Το κεφάλι στη σωστή θέση να μπει

Μα πάει καιρός
Και δεν θυμάμαι πόσο χώρο πιάνει
Και φοβάμαι μήπως πληγώσω το μαξιλάρι

Γι αυτό πάλι το βγάζω
Και το σέρνω στο πάτωμα
Δίπλα μου στο κρεβάτι νάναι
Από κει να το κοιτώ
Και να το προσέχω
Μήπως και στο σκοτάδι
Γίνει κι αυτό σκοτάδι




Η σκάλα

Την σκάλα του σπιτιού
Πια δεν την ανεβαίνω
Σταματάω στη μέση
Κάθομαι να βλέπω
Τα μυρμήγκια που ανεβοκατεβαίνουν
Το σαράκι που κρύβεται στα σκαλοπάτια
Τα σύννεφα που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι
Το αεράκι που μου χαϊδεύει τα μαλλιά
 Στέλνει την μνήμη
Στ  αζήτητα
Και δεν θυμάμαι
Τι νούμερο παπούτσια
 φόραγες
Για να ταιριάξω τις πατημασιές
Της σκόνης
Στα πόδια σου




Τα ποιήματα του Λεωνίδα Κακάρογλου, περιλαμβάνονται στο τεύχος «Έξι Ποιήματα», που τυπώθηκε τον Αύγουστο του 2015, σε 199 αριθμημένα και υπογεγραμμένα από τον ποιητή αντίγραφα.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Νίκος Καββαδίας, "Μαραμπού"




ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

                                                                   Στον Θανάση Καραβία

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ’ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με τη βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών...»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.


ΟΙ ΞΕΜΠΑΡΚΟΙ - ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ
(Μουσική: Οι  Ξέμπαρκοι, Ποίηση: Νίκος Καββαδίας)




MAL DU DÉPART

                                                                   Στην αδερφή μου Ζένια

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ·
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ’χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
«Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει…»

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα ’χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.



ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ - ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΙ ΑΝΑΞΙΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ
(MAL DU DÉPART)
(Μουσική: Γιάννης Σπανός, Ποίηση: Νίκος Καββαδίας)



Από τη συλλογή «Μαραμπού», εκδ. Άγρα, 1990.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Αλέξανδρος Ίσαρης, "Όμιλος Φίλων Θαλάσσης"




ΜΙΑ ΦΟΥΧΤΑ

Έτριβες το δέρμα μου προσεχτικά
Όλη τη νύχτα με το δέρμα σου
Ώσπου το δωμάτιο φωτίστηκε
Πήρε φωτιά η πολυκατοικία
Ούρλιαξε από το ξαφνικό κακό·
Και το πρωί σε πήγαν στους
Χωροφύλακες, με μια φούχτα στάχτη
Στη φούχτα σου.




ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΟΙ

Σήμερα συνάντησα ανθρώπους
Που θ’ αναχωρούσαν για ταξίδι.

Τα μάτια τους ήταν αδειανά
Και στο μισό του προσώπου τους
Κατέβαινε ένα μπλε ηλεκτρικό ρεύμα.
Έκοβαν αφηρημένοι τα δάχτυλα των παιδιών
Ταχτοποιούσαν τις αποσκευές τους
Κι ύστερα πηδούσαν ένας ένας
Στο νερό
Γυαλίζοντας σαν αποχαιρετισμοί.




ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

Έλιωσα πάνω στην πέτρα τόσα χρόνια·
Εγώ κι αυτή γίναμε ένα.
Μονάχα το σπυρί που κουβαλώ
Σπάει και βγαίνει στον ήλιο
Και φωνάζει.
Λίγο να τ’ ακουμπήσω σχίζεται·
Από τις ρωγμές του ξεπετάγονται ερπετά
Αίματα και φλέβες ανοιχτές.
Μόνος πάνω στην πέτρα
Δίπλα στη θάλασσα κι από μακριά
Φωνές ανθρώπων και βάρκες
Και ομιλίες σαν μουρμουρητά.




ΚΡΑΤΑΩ ΣΦΙΧΤΑ

Κρατάω σφιχτά
Το βιολί μου
Όπως και την
Ψυχούλα μου
Την έσφιγγα
Πάντοτε ν’ αντέξει.




Από τη συλλογή «Όμιλος Φίλων Θαλάσσης - Ο Ισορροπιστής» (ενότητα «Όμιλος Φίλων Θαλάσσης»), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Αλέξανδρος Ίσαρης - Εγώ ένας ξένος, Ποιήματα 1967 - 2011», εκδόσεις Κίχλη, 2013

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Ειρήνη Μπόμπολη, "Ανιμολόγια"




Τιμαλφή

Τα μάζεψα σ’ ένα κουτί
τα Τιμαλφή του Έρωτα.

Δυο-τρεις κάρτες με φιλιά
καρδούλες και υποσχέσεις.

Αποξηραμένα άνθη
− ως επί το πλείστον −
κόκκινα τριαντάφυλλα.

Τα σκουλαρίκια που φτάνουν
ως τον ώμο.
Το μπλουζάκι μαύρο, ανοιχτό
στο στήθος.
Δυο στηθόδεσμους κοφτούς
στα τρία τέταρτα.
Κι άλλη πλούσια ηδονική εμορφιά.

Πολλά κεριά, όλα μισοκαμένα.
Κι ένα σωρό ακόμα μικροπράγματα
μιας μεγάλης αγάπης.

Τα μάζεψα σ’ ένα κουτί
και τα ’κλεισα στη φυλακή.
Στο πατάρι.
Πίσω απ’ τους σωρούς με τα παλιά βιβλία.

Μες το σκοτάδι.
Στο βυθό της σκέψης μου.
Στα υπόγεια μύχια μου.

Κάθε Κυριακή ανοίγω το πατάρι
να πάρουν αέρα, ν’ ανασάνουν.

Τα βράδια στα όνειρά μου
παίζω μαζί τους κουκλοθέατρο.

Μόνον αυτό.

Και καμιά φορά, όταν έχω διάθεση
ανοίγω το κουτί κρυφά
− είναι φοβεροί οι φρουροί της μοναξιάς −
κι αναπνέω βαλσαμωμένο πόθο
και το άρωμα των κορμιών πάνω
στα τριαντάφυλλα.

Κάποιες Κυριακές
ανάβω τα κεράκια ένα-ένα,
κοιτάζοντάς σε να χαμογελάς
στη φωτογραφία.

Όλοι μας έχουμε ένα μυστικό
νεκροταφείο.




Τα χαμένα Ποιήματα

Τα χαμένα Ποιήματα όνειρα της αυγής,
από κρίνα και πάχνη.
Δροσοσταλιές κροκάτης μνήμης.
Η ανάσα του παιδιού πριν φορτωθεί
την σχολική του τσάντα.
Φωτοσκιάσεις στο ξυράφι της σκέψης.
Φεύγουν με τον ερχομό τους.
Μεγαλοπρεπή.
Αφανέρωτα στην πανάκεια ημέρα.

Τα χαμένα Ποιήματα είναι σαν τα όνειρα
των ερωτευμένων. Τα πιο ωραία.
Που δε γράψαμε ποτέ.




Απορία

Έρχεσαι ή φεύγεις;
Πού θες να ξέρω
προς τα πού φυσάει ο αγέρας
τις ιερόδουλες καλαμιές του.




Νοσταλγία

«Και καθώς έπεσα μονομιάς στα βαθιά νερά, είμαι τόσο αιφνιδιασμένος, ώστε δεν είμαι σε θέση ούτε να κολυμπήσω για να κρατηθώ στην επιφάνεια, ούτε να ακουμπήσω τα πόδια μου στον βυθό»

DESCARTES, ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Έρχεσαι και φεύγεις,
επαναλαμβάνεσαι.
Εικόνα του πρωινού θανάτου.
Ατενίζοντας αλαφιασμένα και βαθιά
την ίδια θάλασσα.

Ξεδιπλώνεσαι στα μελτέμια
του Σεπτέμβρη
και στους κρύους παφλασμούς
των πικρών υδάτων.

Ανώφελο φορτίο κουβαλάς
μιας μακρινής νοσταλγίας.
Στο ίδιο πεπρωμένο ξανά και ξανά.
Εικόνα του πρωινού θανάτου.

                                              5-9-2010




Απόσταση

Σε αυτή τη μακρινή επέτειο
λέω να φορέσω χαμομήλι.
Ούτε κλαδιά ελιάς ούτε κισσού.

Όσο κι αν λυγίσουν, δε σε φτάνουν.




Από τη συλλογή «Ανιμολόγια», Μάρτιος 2014

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Νίκος Σφαμένος, "Αντιηρωικό"




έι, Κάφκα!

κοίτα πως
τα ποιήματα
τρυπώνουν κάτω
από την πόρτα
αγγίζουν το
δέρμα μου
χορεύουν στο
κεφάλι μου
με πυρπολούν
με καταδιώκουν
τούτο το κρύο βράδυ
πάνε εφτά χρόνια
που ξεκίνησαν όλα
φίλε μου
κι εσύ να έρχεσαι σκυφτός
και να μου ψιθυρίζεις:

πάλι κοιτάς μονάχος
απ’ το παράθυρο
− όπως και τότε −




ο Παπαδιαμάντης μετέφραζε πίνοντας κρασί
το «έγκλημα και τιμωρία»

και ο Σαχτούρης είναι
νεκρός
η Έμιλι Ντίκινσον
με παράνοια
χτυπά τις νύχτες
την πόρτα μου αλλά
δεν είμαι εκεί
περπατώ σ’ ένα παγωμένο
ποτάμι
κυνηγώντας πεταλούδες
όταν επιστρέφω κουρασμένος
ο ύπνος έρχεται καθώς
διάφανα βατράχια
πετάγονται απ’
τα μαλλιά μου
χορεύουν στη κάμαρα
και την αυγή
εξαφανίζονται

τι κρίμα
να μην είσαι εδώ
κι απόψε
να χαϊδέψεις
έστω και ένα




ποιητές

εκείνος που χρόνια τώρα
πασχίζει ν’ ανοίξει την πόρτα με λέξεις

εκείνος που τις νύχτες
μαζεύει χρυσάνθεμα απ’ τους τοίχους

κι εκείνος που τόσο αγάπησε
και μίσησε την ανάσα σου

ένας ένας
στριφογυρίζουν στο κεφάλι μου




Από τη συλλογή «Αντιηρωικό», Ιανουάριος 2016

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Σημείωμα Φεβρουαρίου 2016




Εμείς οι Έλληνες

γράφει η Κατερίνα Ζιαμπούλη


Πορευόμενοι στις αρχές του καινούργιου χρόνου, καθώς μπαίνουμε στο δεύτερο μήνα του, το Φλεβάρη, είναι νωποί ακόμη οι απολογισμοί, που γίνονται στο τέλος κάθε χρονιάς κι ακόμη πιο νωπές οι ευχές που συνοδεύουν το ξεκίνημα της νέας.
Βαθιά μέσα μου, κρατώ σαν πολύτιμες αποσκευές τις δυσκολίες της χρονιάς που πέρασε. Δυσκολίες που μας πίκραναν και μας πόνεσαν, κυρίως όμως μας ωρίμασαν βίαια και καταλυτικά. Ο αναστοχασμός τους πληγή βαθιά, αλλά και σημείο εκκίνησης για μια νέα πορεία. Καθώς η καινούργια χρονιά χάραζε, στα στόματα και στις καρδιές όλων η ευχή που συνόδευε την απαρχή του 2016, ήταν να είναι καλύτερο από τη χρονιά που μόλις αποχαιρετήσαμε. Η ανάγκη όλων μας ν' αφήσουμε πίσω το 2015, που τόσο μας παίδεψε και να πορευτούμε με νέες προοπτικές σε ορίζοντες πιο χρωματιστούς και πιο ελπιδοφόρους, είναι πασιφανής.
Όμως σ’ ένα μέλλον που φαντάζει πιο σκοτεινό και πιο αβέβαιο από ποτέ άλλοτε, λίγα είναι τα φωτεινά μονοπάτια. Μονοπάτια απολύτως αναγκαία στην προσπάθεια αναζήτησης μιας ανάσας αισιοδοξίας και ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Κι ένα τέτοιο μονοπάτι, που πολλές φορές καταλήγει σε λεωφόρους, είναι το μονοπάτι της ποίησης. Ψάχνοντας τα στηρίγματά μου βρέθηκα να διαβάζω το ποίημα του Γ. Σαραντάρη, «Εμείς οι Έλληνες»

         [I] ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

         Εμείς οι Έλληνες
         Με τις ελιές και τα πεύκα
         Με τα μάρμαρα με τη θάλασσα
         φυλάξαμε και άλλες αρετές
         Δεν εξοφλήσαμε την ευφυΐα μας
         Σ’ έναν καιρό πιο ήρεμο
         Και πιο γενναίο
         Δεν θα διστάσουμε
         Δεν θα δειλιάσουμε
         Από τις κρύπτες θα βγάλουμε τα όργανα
         Στην ορχήστρα και στο χορό
         Οι φωνές μας θα προσφέρουν
         Κάτι σαν το επιούσιον
         Το δικό μας πάθος

                                                            (29.3.1936)

Βάλσαμο στην ψυχή οι στίχοι του. Κι ένα αεράκι φρέσκιας πνοής, που φυσά και διώχνει τα μαύρα σύννεφα. Θροΐζει μέσα από τα πεύκα και τις ελιές, λαμπυρίζει τις μαρμάρινες παρακαταθήκες μας και με την θαλάσσια αύρα του, μας βοηθά να ξεκαθαρίσουμε το μελλοντικό τοπίο.
        Γιατί,
“Δεν εξοφλήσαμε την ευφυΐα μας”
και έχουμε τις δυνάμεις και τις δυνατότητες
“Σ’ έναν καιρό πιο ήρεμο
Και πιο γενναίο”
να πορευτούμε ξανά προς το φως.
Και θα πορευτούμε με τα όργανα, που φυλάμε καλά μέσα σε κρύπτες. Και με τραγούδια και με χορό θα σηματοδοτήσουμε και θα μπολιάσουμε το μέλλον, έτσι όπως αιώνες τώρα το συνηθίζουμε.
        Γιατί,
“Οι φωνές μας θα προσφέρουν
Κάτι σαν το επιούσιον
Το δικό μας πάθος”

                                                                Καλή Ποιητική Χρονιά





Το ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργος Σαραντάρης - Γιατί τον είχαμε λησμονήσει» εκδ. Τυπωθήτω - παραφερνάλια, 2002.

Στην εικόνα: Ραγκουτσάρια στην Βέροια. (Από το αρχείο του Βασίλη Δασκαλάκη)

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Αρετή Γκανίδου, "Χαράζει ο άλλος μου εαυτός"




ΜΙΓΑΔΑ ΦΩΝΗ

Κάτω απ’ τον κάμπο της φωνής μου η Πολιτεία
αρδευτική           Mε σήραγγες κανάλια κι οδοδείκτες
Ωστόσο έξω στον αέρα ανατρέφω
                                            μιγάδες λέξεις
Στα σύμφωνά τους εντοιχίστηκαν λεπτές ανάσες
                                                           άλλων
τσέρκια που σφίγγουν τα φωνήεντα
να μη χυθούν σαν ποταμοί και πνίξουν κάθε νόημα
                                                           και μένα

Ουαί τοις ηττημένοις

Για ποιαν ελευθερία μού μιλάς
αν δεν προηγηθεί πατροφαγία;




Μαμά έχω κι εγώ μαύρη οργή;

Μικρή και ναρκωμένη μέσα σου θηλάζει
Όποτε όμως θεριεύει να θυμάσαι:
Να την κρατάς από τα κέρατα
              και να την οδηγείς
έξω από την ευγένεια που όρθωσες
Μη γελαστείς και την αφήσεις λάσκα
Είναι τυφλή και γίνεται αδηφάγα

Προπάντων μην της ψιθυρίσεις «όρμα»
Γιατί κοντά της  πρώτη είσαι συ
Εύκολα θα γυρίσει να σε φάει
που μια ζωή την είχες λιτοδίαιτη

Μαμά μυρίζει το σκότος;
Όχι         Μονάχα τον αχό του ακούς
Σηκώνεται αέρας στα βαθιά
Μανιάζει              Αναποδογυρίζει τα βουνά
Καρφώνονται στο χώμα οι κορυφές
Σκουληκιασμένο το φεγγάρι ξερνά  τα σωθικά του

Σκάψε με λύσσα μέσα σου
ώσπου να πιάσεις άστρο            Φυλάξου εκεί
Τέτοιος αέρας ξεκαρφώνει απ’ το χώμα
                               ως και τις σκιές




Από την ενότητα
Μες στο λευκό της Ιστορίας διάστιχο


Πακιστάν. …κοπέλας που λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου από την οικογένειά της είχε …
29/05/2014


                           Ματόφυλλα ταμπλαδωτά βαριά
                           Όταν ανοίγουν
                           πέφτει άλλο φως στο Βέρμιο
                           και στον κάμπο
                           χαράζει ο άλλος μου εαυτός



Υφήλιος

Καδοσδύο

Λαχτάρησε το στόμα μου μια κι έξω
Σκυμμένοι πάνω από την κούνια
μού έδωσαν φιλί σε κόψη μαχαιριού
Έσχισε αθόρυβα στ’ ακρόχειλα
χαμόγελο φαράγγι

Τσακίζεται κι ο ξένος ύπνος
μες στις χαρακιές
Γύρω τους ζουζουνίζουν οι χρυσόμυγες
Λάμπουν με το σμαράγδι στα φτερά τους
                              ως μέσα στο μυαλό μου
Μπερδεύονται με τις πυγολαμπίδες
                στα μάτια του πατέρα χρόνια πριν
Πράσινο φως φεγγοβολούν
κι αστράφτει λίγο το κατάμαυρο τριγύρω

Μονάχα να πιστέψω θέλω
στις πυγολαμπίδες
Στυλώνω εκεί τα μάτια για να με ναρκώσουν
Καθώς περνώ την πύλη
που οι χρυσόμυγες βόσκουν




Σιουδάδ Χουάρες       Η  πόλη των νεκρών γυναικών − Μεξικό

Το 1993,… στη Χουάρες… σειρά δολοφονιών… 500  νεαρές γυναίκες, με πρώτες τη 13χρονη Αλμα Τσαβαρία και τη 16χρονη Ανχέλικα Λούνα Βιγιαλόμπος, βρέθηκαν δολοφονημ... πεταμένες στην έρημο… εκατοντάδες αγνοούμ… συνεχίζοντ…  (ΕΞΑΝΤΑΣ)


                           Στο στέρνο μου χλωρή ασπίδα
                                                      οι καλαμιές του Βάλτου
                           Φύλλα των δέντρων με υπερασπίζονται
                                                      όταν με σημαδεύει το κακό
                           Κι όταν με βρίσκει
                           με φυγαδεύουν από παλιά περάσματα
                           ή
                           μου δίνουν το χειμέριο κλαδί τους



Λουδίας ( ή  Καρασμάκι* )


Το βοριαδάκι λέει να χαίρομαι
Μην παίρνω άλλου τη σειρά να κλάψω
Του λέω δεν κλαίω          Θλίβομαι και θυμώνω
Μη βιάζεσαι        επιμένει
Μες στη χαρά σου ανθίζει καρπερή
                                              η δυστυχία

Έφηβο πένθος ταξιδεύει από το Μεξικό
με άμμο από την έρημο Σονόρα
Πένθιμη γύρη από τη Σιουδάδ Χουάρες
γονιμοποίησε τον ανθισμένο ύπνο στον Λουδία

Από το λίχνισμα της άμμου
πέφτουν λευκές κοκάλινες φλογέρες:
Πρώτη απ’ το λεπτό χέρι της Άλμα
Δεύτερη απ’ την κνήμη της Ανχέλικα
Αριθμημένες φτάνουν οι υπόλοιπες
Έχασαν τ’ όνομά τους στη συνήθεια

Το βοριαδάκι λέει να χαίρομαι
Ο ζέφυρος μού φέρνει τις φλογέρες

Άλμα
δεν ξέρω ισπανικά
Πάψε να μου μιλάς
Ξάπλωσε μέσα μου και πάψε
Άκου τις καρακάξες
Κοίτα τις ντοματιές
Ή έστω  τρέξε στα τσαΐρια
με τα μελαχρινά σου πόδια
Άσε μου λίγο χώρο Άλμα

Το Καρασμάκι σου ’πιασε κουβέντα
κι εσύ δεν σταματάς να φλυαρείς
Δεκατριών χρονών κορίτσι
φαρσί την έμαθες τη γλώσσα των νεκρών




Από τη συλλογή «Χαράζει ο άλλος μου εαυτός», εκδ. Μελάνι 2015.
Πίνακας εξωφύλλου: Ειρήνη Χριστοφορίδου


Σημείωση:
Καρασμάκι-από το Καρα--ᾱσμακ = Μαύρο νερό, παλιά ονομασία του Λουδία

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Βασίλης Σιουζουλής, "Τέσσερα ποιήματα"




~*~

Κάναμε την ψευδαίσθηση
Αλήθεια
Νιώσαμε έξω απ’ την ενοχή
της ημέρας
Και μισή την ευθύνη
ότι βγαίνουμε απ’ το χορό.
Η αράχνη του Λειβαδίτη
Πάνω στον τοίχο
Έρχεται να υπενθυμίσει
Το λάθος
Διαβάζουμε τις δυνάμεις μας
Είκοσι ώρες κλεισμένοι
Στο δωμάτιο
Ύστερα περπατάμε στην πλατεία
παριστάνοντας τους κουτσούς.




~*~

Η αλήθεια πέρασε
Στην παρανομία των ψίθυρων
Δεν ορίζουμε τα πράματα
που ζωντανεύει το τραγούδι
Χάθηκαν τα ονόματα
Έξω απ’ την πόρτα
Μας είπαν να διαλέξουμε
Ελεύθερα
Μας γέλασαν
Προλάβαμε και περάσαμε
Στο δωμάτιο
Μας μεγάλωνε
Φεύγαμε κάθε μέρα μέσα απ’ τους τοίχους,
κάθε μέρα και γυρίζαμε πάλι εκεί.




~*~

“Οι λέξεις μου κρυώνουν επί της βαλεντάλε στο Βούππερταλ’’

Το φυλλάδιο που προμηθεύτηκε
Στα σύνορα
χτύπησε το φιλότιμο.
Κανένα ελάττωμα που αγαπούσε
δεν υπάρχει στη λίστα
των επιτρεπομένων
Και η φωνή
με συνταγή κι αυτή
γιατί προτεραιότητα έχουν
θόρυβοι όχι ανθρώπων
Μπορείς να βγεις απ’ το χορό
όταν είναι στην κορύφωση;
Πιάστηκαν στα χέρια
δυο του προσπάθειες
Ένα χαρτί που έφτασε κρυφά
στην τσέπη
φώναξε το θυμό
Να είναι σε εγρήγορση
Άκουσε μια καλημέρα’’
και η σκέψη του απέκτησε θερμοκρασία ζωής.




~*~

Επί της πλατείας του Elbeferd, στο Βούππερταλ

Λέξεις
βρεγμένες ως το κόκαλο
Πεταμένες στα πόδια
των περαστικών
Ρυπαίνουν το χώρο, είπε και
Πάραυτα καθαρίζεται η πλατεία
από ηττημένους έρωτες
Οι χρήσιμοι εγκέφαλοι
αποστρέφονται άχρηστα
αντικείμενα
Η ανήλιαγη εκείνη βόρεια ευγένεια
όταν θυμώνει εκεί στη Ρηνανία Βεστφαλία




Τα ποιήματα του Βασίλη Σιουζουλή δημοσιεύονται για πρώτη φορά