Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σονέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σονέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Αριστομένης Λαγουβάρδος, "Ανθεστήρια"




ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ


Σε αυλητές αναμεσίς, κιθαριστάδες,
μίμους, ρητόρους, φιλοσόφους, τράγους,
αρχίζαν τα «Πιθοίγια», με μάγους.
Κι από χόες με οίνο παιδιά-μανάδες,

ρουφάγανε το νέχταρ στάλες-στάλες.
Σε τροχούς συρμένο με λυμένους κάβους,
το πλοίο εκύλα, με αδηφάγους
πότες − Σάτυρους, Σειληνούς, Μαινάδες.

Κίναγαν με πρεπιά οι αρχοντάδες,
κι ερχότανε οι «Χύτροι» που με σπόρους,
αρχίζανε του Ερμή τα ευχαριστήρια...

Και ράμνους μασώντας, έδιωχναν τις «Κάρες»,
και δυνατά εφωνάζαν στις εισόδους:
«Θύραζε κάρες, ουκέτ’ Ανθεστήρια»!


                               Αριστομένης Λαγουβάρδος




Από τη συλλογή «Το πέταγμα των Πλειάδων» (Ηράκλειο Κρήτης).



Ο Αριστομένης Λαγουβάρδος γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης. Είναι Μηχανολόγος Μηχανικός και Ναυπηγός του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας. Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης.
Εργογραφία:
Το τέλος της αθωότητας (Ηράκλειο Κρήτης)
Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι (Ηράκλειο)
Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς (Ηράκλειο)
Το Πέταγμα των Πλειάδων (Ηράκλειο)


Στην εικόνα: Λεπτομέρεια από ρωμαϊκή σαρκοφάγο με σκηνή από τον γάμο του Διόνυσου και της Αριάδνης στη Νάξο (150-160 μ.Χ.). Εκτίθεται στη γλυπτοθήκη του Μονάχου.

Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

Αριστομένης Λαγουβάρδος, "Δύο σονέτα"





Γλυκά έρχεται…


Γλυκά έρχεται η νύχτα, κεντημένη
με του φεγγαριού το ξέφτι είν’ η πλάση
στα μύρα πλέει η αίσθηση, ώς να φτάσει
τα χείλη σου ν’ αγγίξει αγαπημένη.

Μην αποκοιμηθείς, υποσχεμένη
η ηδονή σου, ας ξαναπλάσει
μια Εύα μαυλίστρα, στο γιορτάσι,
θα ριγά η ψυχή κι η σάρκα λαγγεμένη.

Κοίτα τα υγρά χείλη μου και κρίνε,
ντύσου την άφθαρτή σου ουσία τον πόθο
όλα είναι δικά σου, "εράσμιε κρίνε",

κι όλη δικιά μου η ομορφιά σου το νιώθω,
ως παίζει οκνά το βλέμμα σου κι αρχίζει,
της φαντασιάς σου η πεθυμιά να σφύζει.


Από τη συλλογή «Το τέλος της αθωότητας» (Ηράκλειο Κρήτης).





Σαπφώ

Ψάπφα: ''μελιχρόν καύχημα Λεσβίων''
                                       [Λουκιανός]



Έτσι γλυκά στην αφροφίλητη άμμο,
της ομορφιάς εχάιδευε τα ρόδα,
−κι έραινε κάθε πέταλο στη ρόδα−
που χάραζε με τα δαχτύλια χάμω!

Αχοί από λύρες λούζανε τη Σάμο·
οι μπάλοι σιγανάβαν στον Παγώδα,
κι άσπρο ανθί μυριστικό ευώδα,
στις γλάστρες, στις βραγιές… Κι απάνω,

με μάτια ονείρου η Σαπφώ εκοίτα,
το χρώμα της Αυγής τον μέγα Ακρίτα!
Ξανανιωμένη απ’ το λουτρό εροβόλα,

− μικρή μελαχρινή μαργιόλα!

Η Σελάνα είχε φανεί και γύρω,
την Ομορφιά στεφάνωνε το μύρο!


Από τη συλλογή «Το πέταγμα των Πλειάδων» (Ηράκλειο Κρήτης).





Ο Αριστομένης Λαγουβάρδος γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης. Είναι Μηχανολόγος Μηχανικός και Ναυπηγός του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας. Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης.
Εργογραφία:
Το τέλος της αθωότητας (Ηράκλειο Κρήτης)
Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι (Ηράκλειο)
Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς (Ηράκλειο)
Το Πέταγμα των Πλειάδων (Ηράκλειο).



Στην εικόνα: Nicolas Poussin, «Selene and Endymion», 1630 (Detroit Institute of Art).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Πέντε σονέτα"





ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ
(ΕΞΟΡΙΣΤΑ ΕΚΘΕΜΑΤΑ)


Ειδώλιο κυκλαδίτικο θυμίζεις
σπάνιο γλυπτό σ’ ένα μουσείο ξένο.
Το ξέρεις: μου ’χει γίνει απωθημένο
το βλέμμα σου, απ’ όπου, μ’ εξορίζεις.

Σ’ αρχαίο τώρα κάθομαι εδώλιο
ζευγάρι ετρουσκικό διασκεδάζω
παίζοντας άρπα· κάπως μετριάζω
τον φθόνο, με της Τέχνης το εμβόλιο.

Μετρά χιλιετηρίδες η ερημιά μου.
Θα σπάσουν των μουσείων οι προθήκες
μόλις θελήσεις να βρεθείς κοντά μου

−ποιήματα όταν γίνουν οι συνθήκες−
τότε, η ερωτική κληρονομιά μου
θα επιστρέψει· ως θραύσματ’ από νίκες.





ΣΑΦΑΡΙ


Στης Ποίησης την αχανή πατρίδα
βραδιάζει. Γρήγορα τσακάλια τρέχουν
τα μέλη της ενώ στα δόντια έχουν,
κλεμμένα απ’ του λέοντος τη μερίδα.

Τα έλη της με κροκοδείλων μάτια
μας βλέπουνε· κυριαρχίας ήθος
διαλαλεί κάποιου γορίλα στήθος
κι οχιές παραφυλάνε στα κρεβάτια.

Πού να σταθείς και πούθε να περάσεις;
Φτενός ο εξοπλισμός −κάτι θα λείπει
πάντα− και ξέρεις: δεν υπάρχει χάρτης.

Μονάχα επικίνδυνες προσβάσεις
κι εκείνη η λεοπάρδαλή σου λύπη,
μόνος σαν περπατάς, και μπαίνει Μάρτης.





ΒΟΥΚΑΜΒΙΛΙΑ


Στου μπαλκονιού μου τη γωνιά στέκει μονάχη
μια βουκαμβίλια που κακόπαθε κοντά μου −
δώρο ειρωνείας ενός άτυχου ερωτά μου−,
να μείνει εν ζωή, κάθ’ έτος, δίνει μάχη.

Εφέτος άργησε τα φύλλα της να βγάλει·
μία ευχή ψιθύρισα να μη μου σβήσει
και μείνω μόνος. Μ’ άντεξε, για να μου ανθίσει
με κάθε φύλλο μια συγκίνηση μεγάλη.

Κλαδιά-προβλήτες, που το βλέμμα μου αράζει,
κρατούν σφιχτά τα πέταλά της στ’ αγριοκαίρι
κι όμοια τ’ αγκάθια της νύχια από μαινάδες.

Ώρες κοιτώ το λίκνισμά της στο περβάζι
κι αναπολώ… μα ’κείνη δίχως να το ξέρει
στέλνει εκδρομή στα όνειρά μου τις Κυκλάδες.





ΔΥΣΗ


Ηλιοβασίλεμα στην πρώτη νιότη.
Λιόδεντρα, πεύκα, βράχια, κι όσα πήρα
μαζί μου, σγούρυναν απ’ την αλμύρα
σαν τα μαλλιά αμούστακου νησιώτη.

Τα πάντα λειαίνει η σμύριδα του ηλίου
(στις φλέβες κάθ’ εφήβου, τους κοπτήρες,
βυθίζει αργά). Τρέμουν οι αισθητήρες
− να πώς, η δύση, βάμμα ιωδίου

γίνεται, κι αίμα ’πάνω σε χρυσάφι.
Μικρή τουρίστρια σπαράζει: «Jimmy
I love you»· Νάξος, Ίος και Ανάφη,

μια δίνη εντός μου, κόμπος στο στομάχι.
Tα μάτια σου, παντού, θανάτου μνήμη:
αυτού της Πενθεσίλειας στη μάχη.





ΛΑΔΙ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ


Τα ποιήματά σου πέφτουν λάδι στη φωτιά
κι εσύ σαν Νέρωνας θαυμάζεις στους εξώστες.
Φλέγετ’ η Ποίηση, φεύγουν οι αναγνώστες
για να σωθούν, μα εσένα μάγεψε η πυρά.

Να διώξουμε λοιπόν και τον στερνό γενναίο
που θέλει κάτι, απ’ το κακό, να διασωθεί·
στις στάχτες ν’ απομείνουμε εγώ κι εσύ
να με ρωτάς: «Τι σου θυμίζω; Τι σου εμπνέω;»

Από τις Κυριακές θα πω την Τυρινή,
απόχρωση −γεύση και υφή− το σάπιο μήλο
κι εκ των ανθρώπων τον, από συμφέρον, φίλο.

Ό,τι, απέναντί σου, μου ’χει χρεωθεί −
ως είπε ο Καίσαρ Αύγουστος (ή ο Σενέκας;)−
θα σου το ξεπληρώσω ad calendas graecas.





Πρώτες δημοσιεύσεις:
«Κληρονομιά ερωτική», στο ιστολόγιο Στο τραίνο της ποίησης (29/9/2021).
«Σαφάρι», στο περιοδικό καρυοθραύστις, τχ. 8-9, Νοέμβρης 2021.
«Βουκαμβίλια», στο περιοδικό Δίοδος, τχ. 22, Ιούλιος 2022.
«Δύση», στο περιοδικό η Παρέμβαση, τχ. 209-210.
«Λάδι στη φωτιά», στο περιοδικό σταφυλή, τχ. 4, Απρίλιος 2023.



Σημειώσεις:
«Δύση», στίχ. 14: Πενθεσίλεια: Η βασίλισσα των Αμαζόνων την οποία τραυμάτισε θανάσιμα στη μάχη ο Αχιλλέας και όταν έβγαλε το κράνος της και αντίκρισε την ομορφιά της, την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, όμως, ταυτόχρονα, γέμισε από απέραντη θλίψη.

«Λάδι στη φωτιά», στίχ. 14: ad calendas graecas [= στις (ελληνικές) καλένδες]: Φράση που αποδίδεται από τον Ρωμαίο ιστορικό Σουητώνιο [(Gaius Suetonius Tranquillus) στο έργο του De Vita Caesarum (Περί του βίου των Καισάρων)], στον Καίσαρα Αύγουστο [Gaius Iulius Caesar Octavianus Augustus, (63 π.Χ. − 14 μ.Χ.)]. Καλένδες (calendas) ήταν, σύμφωνα με το ρωμαϊκό ημερολόγιο, οι πρώτες ημέρες του μήνα, οι νουμηνίες. Ο Καίσαρας Αύγουστος, μιλώντας για κάποιους αφερέγγυους χρεοφειλέτες, είπε «Πληρώνουν ad calendas graecas», εννοώντας, την πρώτη (ή τις πρώτες μέρες) του μηνός μεν, αλλά των (ανύπαρκτων) ελληνικών καλενδών, δηλαδή ποτέ.
Πηγές: Βικιπαίδεια & https://sarantakos.wordpress.com/



Στην εικόνα: Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποιητής και Μούσα» (1938).




Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου γεννήθηκε το 1968 στη Βέροια όπου και ζει. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές του, Η τράπουλα του καλοκαιριού (Ars Poetica, 2012), Furor Scribendi (Ars Poetica, 2013), Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων (Σαιξπηρικόν, 2015), Έλαβον (Σαιξπηρικόν, 2017), Τα μεροκάματα ενός έρωτα (Εντευκτήριο, 2019), Της μιας ανάσας ποιήματα (Κουκκίδα, 2021), Όλα στο μαύρο (Ρώμη, 2022), Οκτώηχος Της Αχανούς (Ρώμη, 2023) και Κάτοψη (Ρώμη 2023). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες.


Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

Georg Trakl, "Ποιήματα" (μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)





ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ


Τα βράδια, που σημαίνουν οι καμπάνες την ειρήνη,
ακολουθάω τα πουλιά, τις θαυμαστές τους πτήσεις,
μεγάλα σμάρια, σαν προσκυνητών μετακινήσεις,
που χάνονται στην αίσια του φθινόπωρου γαλήνη.

Σε κήπους περπατώντας, μες στο δειλινό σεντέφι,
βλέπω σαν όνειρο τα δειλινά τους πεπρωμένα
και νιώθω τι των ρολογιών οι δείχτες λεν για μένα.
Ναι, ακολουθώ το πέταγμά τους πάνω από τα νέφη.

Αναρριγώ στις αύρες για την πτώση που μου ετάχτη.
Θρηνεί στα γυμνωμένα τα κλαράκια το κοτσύφι.
Τρεκλίζει κόκκινο κρασί σε σκουριασμένο φράχτη −

χλομών παιδιών συρτός χορός θανάτου σαν τ’ αγκάθι
τρυπούσ’ των πηγαδιών τα μαύρα φιλιατρά: μα με ύφη
γαλάζιων αστρανθιών το ρίγος μου στον αέρα εστάθη.

                                                                                      Verfall





ΤΟΠΙΟ
(2o σχεδίασμα)



Εσπέρα σεπτεμβριανή· θλιμμένες αντηχούν των βοσκών
            οι σκοτεινές φωνές
μες στο χωριό που νυχτώνει· σαν ψιλόβροχο τινάζονται
            φωτιές στο σιδεράδικο.
Απότομα, με βία σηκώνετ’ όρθιο ένα μαύρο άλογο· οι
            υακίνθινοι της παρακόρης βόστρυχοι
κυνηγούν των πορφυρών του ρουθουνιών τον ζήλο.
Ανάκουστο στις παρυφές του δάσους κοκαλώνει της
            ελαφίνας το κάλεσμα
και τα κίτρινα άνθη του φθινόπωρου
γέρνουν πάνω από την όψη τη γαλάζια της λίμνης αμίλητα.
Με φλόγα κόκκινη κάηκε ένα δέντρο· φτεροκοπούν με
            φάτσες σκοτεινές οι νυχτερίδες.

                                                                          Landschaft
                                                                         (2. Fassung)






ΙΚΕΣΙΑ


Ό,τι έχει μείνει από την παιδική μου τη χαρά
είναι η ικεσία, όταν η καμπάνα μάς φωνάζει όλους·
ή των εκκλησιών τα μισοφώτιστα ιερά·
η οι τρούλοι τους, γαλάζιοι σαν και τους ουράνιους θόλους·

των εκκλησιαστικών οργάνων οι εσπέριοι φθόγγοι·
οι σκοτεινοί των πλατειών οι αντίλαλοι, οι πνιχτοί·
της βρύσης οι σταλαγματιές: γαλήνιοι, ήπιοι βόγκοι
γλυκοί, σαν ακατάληπτη ομιλία παιδική.

Και βλέπω να ονειρεύομαι με χέρια σταυρωμένα
και προσευχές, που ’χω ξεχάσει πια, να ψιθυρίζω,
και θλίψη πρώιμη το βλέμμα μου να βάφει γκρίζο.

Μέσ’ από σχήματα μαρμαίρει τότε μπερδεμένα
εικόνα γυναικός με πένθιμα άνθη να με πνίγει,
ν’ αδειάζει επάνω μου όλο αναθεματισμένα ρίγη.

                                                                           Andacht





ΩΡΑ ΟΛΟΦΕΓΓΗ


Μακριά στον λόφο εκεί φλογέρες είν’ σπαρμένες.
Οι Φαύνοι στα βουρκόνερα παραμονεύουν·
στα φύκια μέσα και στις καλαμιές κρυμμένες
οι Νύμφες οι κομψές κοιμούνται, γαληνεύουν.

Στης λίμνης πάνω τον υδάτινο καθρέφτη
χρυσές τις πεταλούδες λες πως τώρα θα ’χες·
στη βελουδένια χλόη βγαίνει σαν τον κλέφτη
αλλόκοτο ένα ζωντανό με δύο ράχες.

Τη λύρα με λυγμούς και μέσ’ απ’ τις σημύδες
ο Ορφέας κρούει: του έρωτα τερπνά λογάκια·
στις τρυφερές και παιχνιδιάρικες αχτίδες
των τραγουδιών του ενώνονται και τ’ αηδονάκια.

Μια φλόγα ανάβει ο Φοίβος, φλόγα θεριεμένη,
στης Αφροδίτης τη μορφή και πάλι τώρα.
κι απ’ του κεχριμπαριού τον μόσχο ραντισμένη
μες στα βαθιά σκοτάδια πυρακτώνεται η ώρα.

                                                       Leuchtende Stunde





Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΚΟΙΛΑΔΑ


Φτεροκοπούν κουρούνες στον πευκώνα και στα θάμνα
και η ομίχλη καταπράσινη κι εσπερινή ανεβαίνει
και ήχο βιολιών ακούς σ’ ένα όνειρο να σε πηγαίνει,
και σε χορό οι υπηρέτριες τώρα τρέχουν με τη στάμνα.

Των μεθυσμένων τις φωνές ακούς, και πώς γελάνε·
τα γέρικα σμιλάκια τα διατρέχει ανατριχίλα.
Απ’ τα γυμνά και πεθαμένα των τζαμιών τα φύλλα
οι σκιές των χορευτών μπροστά από μας περνούν
            και πάνε.

Κρασί μυρίζει και θυμάρι, οσμές και αναθυμιάσεις,
και μες στο δάσος κάλεσμα μοναχικό αντηχάει.
Ζητιάνοι ξάπλα στα σκαλάκια ακούν τι τους ζητάει
να δεηθούν άλογα με προς τον Κύριο παραστάσεις.

Αγρίμι αιμορραγεί στη φουντουκιά τη φουντωμένη.
Βουβά βοούν, κατάφορτες με παγωμένα νέφη,
οι αψίδες των δεντριών, κι ο θόλος τους εκεί όλο γνέφει
στους εραστές, στη λίμνη, που ξαπλώσανε αγκαλιασμένοι.

                                                              Das dunkle Tal



                                           Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής




Πηγή «Georg Trakl, Άπαντα τα ποιήματα», εκδ. Ρώμη, 2021.
Πρόλογος, μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.





Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2023

Νίκος Γεωργόπουλος, "Σπασμένο βέλος"




ΜΑΓΓΕΛΑΝΟΙ

                              Δεν χτίσαμε ποτέ το γυάλινο κάστρο.
                      Περάσαμε όμορφα όμως σχεδιάζοντάς το.
                                                  THE GLASS CASTLE

                                                           στον Σπύρο
Παΐζη


Σηκώσαμε τις άγκυρες και στ’ άλμπουρο σινιάλο
παντιέρα πορφυρόμαυρη που ’χαμε φυλαγμένη
στο τσούρμο μας αντίδωρο τον θάνατο· ρεγάλο
ταξίδι κακορίζικο σ’ άγνωστη γη διωγμένοι.

Στην πλώρη μας ακρόπρωρο ένα λευκό γεράκι
ο μύθος λέει έσερνε πίσω του μια κατάρα
οι Σκύθες το σκαλίσανε απ’ την Αρχαία Θράκη
μα το σπρωξ’ ένας έμπορος για μια τρύπια δεκάρα.

Του νότου άστρο πήραμε μια χούφτα Μαγγελάνοι
κουρέληδες ξυπόλητοι δεν βρίσκουμε μι’ ατόλη
φιλόξενη σαν χίμαιρα μ’ απάνεμο λιμάνι
να σβήσουμε ανώνυμοι σε κάποιο αραξοβόλι.

Σε χάρτες αταξίδευτους σχεδιάζουμε πορεία
να πάμε να φουντάρουμε μια χάρτινη σχεδία.





ΑΔΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ


Μεσοτοιχία την ψυχή μας φοβισμένη
αφουγκραζόμαστε τον άλλο σιωπηλά
ένας ξερόβηχας που πάντα επιμένει
σε νύχτες άυπνες κρατάει συντροφιά.

Τηλεπλασιέ σε μια συχνότητα προσμένει
να μας πουλήσει σε φιξάκια λησμονιά
για την ζωή μας που περνάει ρημαγμένη
και στον ακάλυπτο φουντάρει από ψηλά.

Στη πόρτα απ’ έξω μια φωνή απελπισμένη
καμιά ανταπόκριση από μέσα δεν περνά
στον καναπέ μας όλοι χρόνια πεθαμένοι
κι ο θάνατος μας άλλους θάνατο κολλά.

Σαν τα στικάκια στο ψυγείο κολλημένα
άδεια ανθρωπάκια σ’ αφασία στοιχισμένα.





ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΒΕΛΟΣ


Με ένα πατίνι αυτοσχέδιο τσουλώ
σ’ ένα κατήφορο αφήνομαι να πάω
κανένα μέντορα ποτέ μου δεν ρωτάω
μία παρόρμηση μονάχα ακολουθώ.

Βγαίνει ο Έρωτας και τον πετροβολώ
και τις παγίδες του συχνά περιγελάω
την πανοπλία μου ποτέ μου δεν φοράω
και ένα βέλος του σπασμένο αναζητώ.

Το δαίμονά μου στα κρυφά αποπλανώ
που τα σκοτάδια του μ’ αφήνει να κοιτάω
μετά, ραγίζω στον καθρέφτη μου και σπάω
και στα κομμάτια μου γυρεύω να με βρω.

Οι έρωτες και οι φόβοι συναντιόμαστε
παλεύουμε, νικάμε και νικιόμαστε.


Από την ενότητα:
«Unaccompanied»





ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΟΥ ΠΗΓΑΣΟΥ

                                 στη μνήμη του Νίκου Ρεπάνη


Μ’ ένα ζεϊμπέκικο ξυπνάς κάποιο πρωί
σε μια πίστα απ’ τον δρόμο φωτισμένη
τζούρα τραβάς από τα βάθη σκοτεινή
μ’ έναν σουγιά πνοή αφήνεις χαραγμένη.

Γέρνεις τ’ ατίθασο κορμί στην κουπαστή

να ξεγελάσεις του θανάτου την αγέλη
κλείνεις τα μάτια μα αφήνεις ανοιχτή
μια χαραμάδα σ’ έναν ήλιο π’ ανατέλλει.

Σέρνεις τα βήματα στην πόρτα του Θεού

ο δαίμονάς σου έναν Πήγασο σελώνει
ένα τραγούδι απ’ το στόμα του τρελού
μια καταιγίδα που ξεσπά και τα σαρώνει.

Απέναντί σου όλος ο κόσμος μι’ αντηλιά

αντανακλά το μαύρο φως και σε τυφλώνει
τα χέρια απλώνεις και τ’ ανοίγεις σα φτερά
αφήνεις πίσω μια κατάρα που στοιχειώνει.
 

Από την ενότητα:
«Cafè Bourbon»





ΦΥΛΑΚΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ


Αναρωτιέμαι όταν μονάχος μου βρεθώ
κι ακολουθώ τα ίχνη που είχα αφήσει
αν με τον ίσκιο μου ξανά συναντηθώ
μέσ’ τη σκιά του αν θα μ’ αναγνωρίσει.
Κι αν απ’ το χέρι πάλι με κρατήσει
να επιστρέψουμε μαζί στα πίσω χρόνια
να βρούμε τη φωλιά που το είχα κρύψει
τ’ όνειρό μου να φυλάνε τα τελώνια.
 
Κι όταν αφήνομαι στις σκέψεις να χαθώ
τ’ ανείπωτα ουρλιάζουν στο μυαλό μου
αναρωτιέμαι αν με ρωτήσουν τι θα πω
χαμένος σα βρεθώ στον εαυτό μου.
Επιστροφές στην τσάντα ταχυδρόμου
που οι παραλήπτες χάθηκαν στα χιόνια
μα εγώ θα βρω στην άκρια του δρόμου
τ’ όνειρό μου να φυλάνε τα τελώνια.
 
Κι όταν στ’ απόκρυφα του νου μου αφεθώ
να ταξιδέψω στις πιο μύχιες μου τις σκέψεις
σε ένα ξέφωτο της μνήμης θα σταθώ
να βρεις τον δρόμο να έρθεις να με κλέψεις.
Τα μάγια μου να λύσεις με τις λέξεις
και να κινήσεις στην σκακιέρα μας τα πιόνια
και τότε θα σε κάνω να πιστέψεις
στ’ όνειρό μου που φυλάνε τα τελώνια.
 
Ω σκιά μου εσύ του νου φυλακισμένη
που μου κρατάς τα γκέμια απ’ τα δαιμόνια
απάντησέ μου και μη μένεις φοβισμένη
φυλάνε τ’ όνειρό μου τα τελώνια;


Από την ενότητα:
«Pilotina»




Από τη συλλογή «Σπασμένο βέλος», ΑΩ Εκδόσεις, 2023. 

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2022

Ελένη Σιγαλού, "Εκπνοές νερού"




ΑΣΒΕΣΤΗΣ


Αφού το φως σαν τον ασβέστη καίει
λευκή πληγή στο βλέμμα και στα χέρια
στον κήπο της Γεσθημανής μαχαίρια
κόβουν της πέτρας τον ανθό και ρέει

ασήμι αίμα μιας ελιάς που γέρνει
στη ρίζα να θρηνήσει τη ρωγμή της.
Έλαιο ακριβό η πληρωμή της,
Η άρνηση τα βήματά της σέρνει

στον Μυστικό σου Δείπνο προδοσία.
Η τελευταία προσευχή ματώνει.
Πώς τρέμει ρήματι κ’ η απουσία

το απαρηγόρητο πως ξημερώνει
άκου −με της καρδιάς την ανταρσία−
να κελαηδάς αθέατο αηδόνι





ΑΠΟΔΕΙΠΝΑ ΒΕΛΗ

                                          Στον Κώστα Θ. Ριζάκη


Άκοπη πίκρα ακροβολίζεται μονάχη
ακροβατεί στης ερημιάς το μετερίζι
χρυσάφι κοίτασμα το χώμα σού χαρίζει
μες στης χαράδρας τις πτυχές η κάθε μάχη.

Πάνω στου απόδειπνου την πέτρα όπου πυκνώνει
μέσα στο μούχρωμα και τρώσει τη μορφή σου
ό,τι σού λείπεται θα γίνει η πληρωμή σου
μαύρο τσαλάκωμα στης νύχτας το σεντόνι.

Ικέτη δέηση ανίερη ξενίζεις
άμεμπτος άμπωτις συχνά ο λογισμός σου
νερά τραβιούνται αχνοφέγγει ο γκρεμός σου
ξέρες κρυμμένες στο ταξίδι σου ξορκίζεις.

Φαρέτρα μνήμης συναξάρι της γενιάς σου
άφευκτα βέλη συλλαβίζει η λαλιά σου





ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Εξορισμένο το κορμί από την γη σου
σκέφτεται τόπους μακρινούς να σεργιανίζεις
αλήτης ήλιος νά: στεγνώνει την πληγή σου
κι εσύ με θάλασσα να την ξαναγεμίζεις.

Τις νύχτες άγρια σιωπή θα ημερεύεις
απαρηγόρητος ο άνεμος να πνέει
στις μέρες άγουρο χρυσάφι θα γυρεύεις
να το φοράς πάνω στο δέρμα να σε καίει.

Σε μονοπάτια θα λαξεύεις τον γκρεμό σου
θα σκάβεις βράχους με το βλέμμα όλο λάβρα
θ’ αργοπορείς. Να μη ζυγώνει ο γυρισμός σου.
Και τα πανιά λησμονημένα πάλι μαύρα.

Σπάζει το τζάμι η βροχή και σε γραπώνει.
Στο κύμα ρίχνεσαι. Αντίκρυ ξημερώνει





ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ


Με σκεπασμένο πρόσωπο πάνε στον άλλο κόσμο
τα ήθη αυτά πανάρχαια κανένας δεν τ’ αλλάζει
ο νιος νεκρός μη φορτωθεί με φως που δεν του μοιάζει
και του ξεφύγουν μυστικά στον σκοτεινό του δρόμο.

Το τελευταίο σου φιλί μέσα στη μνήμη χάσμα
βαθύτερο του χώματος που τώρα σε σκεπάζει
κι αν χρόνος ένα τέχνασμα των ζωντανών φαντάζει
φοράω σάρκινη σκευή το τωρινό σου φάσμα.

Μια προσευχή από πηλό μια θάλασσα ερέβη
ένα τρικύμισμα του νου έξω από τη συνήθεια
στη συνοικία των θεών δεν μένει η αλήθεια
μα στα κλεισμένα βλέφαρα τ’ ανείπωτα σμιλεύει.

Σ’ άλλον Ιούλιο ίλιγγο όταν ξαναβρεθούμε
Στο φως που αξιωθήκαμε θα ξαναβαπτιστούμε





ΣΤΟ ΚΑΦΕ


Κάθεσαι στην απέναντι γωνιά
και κάπου-κάπου με κοιτάς. Στα τζάμια
πέφτει βροχή. Θολά κυλούν ποτάμια
ομπρέλες προσπερνούν τη μοναξιά.

Στον τοίχο πίσω σου παγκόσμιος χάρτης
με όλα τα ταξίδια του ανοιχτά
να φεύγαμε για κάπου μακριά
μέχρι να έβγαινε κι αυτός ο Μάρτης.

Jazz και espresso και αχνίζουν χνώτα
ωραίος ο ρυθμός της μουσικής.
Να στρίβαμε ν’ αλλάζαμε τη ρότα

πρόσω στο καλοκαίρι της ζωής!
Κουμπώνεις το παλτό σου. Πας στην πόρτα.
Όνειρα ράκη κάποιας Κυριακής





Από τη συλλογή «Εκπνοές νερού», εκδ. Κουκκίδα 2022.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Δύο σονέτα"





Η ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑ

                                                 μυθοπλασία


Επράξαμε τα δέοντα: πρεσβεία
πέμψαμε (δούκες τρεις και λογοθέτη),
με πλείστα δώρα −ως και λαιμοδέτη
διά τον σκύλο του, χρυσόν (σπανία

επάνω φέροντα μικρογραφία)−
μόλις εμάθαμε ότι συνθέτει
ο πρίγκηψ ελεγείες και εισέτι
έπος εν ομοιοκαταληξία.

Θαρρείς και ποίηση ανά την υφήλιο
είναι πρωτόφαντο κάποιος να γράφει,
εθαύμαζαν οι πρέσβεις. Τον εμφύλιο

εις όλα των Χαζάρων τα εδάφη
προτού υποκινήσουν, κροκοδείλιο
δάκρυ, διά την Τέχνην, κατεγράφη.



Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Θευθ, τχ. 14, Δεκέμβριος 2021.





ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ


Της πόλης μου τα τείχη μοιάζουν δόντια
γριάς −που λείπουν, σπάσαν ή κουνιούνται.
Με στήλες επιτύμβιες συμπληρούνται
κάποια μικρά κενά και, οριζόντια,

με κίονες ναών. Μέτρα δρακόντεια
στη σύγκλητό μας πια δεν συζητούνται.
Την διάλυση του κράτους μας φοβούνται
της ηγεσίας τ’ άβουλα γερόντια…

Ξυπνώ στον εικοστό πρώτο αιώνα,
λέω: «εφιάλτης είναι· τι με νοιάζει;»
κι όπως ξανά τα μάτια μου σφαλίζουν

βλέπω μια πιο τρομακτικήν εικόνα:
πλήθους μορφών −αργά που πλησιάζει·
με πίκρα, «μνήμης χάριν», ψιθυρίζουν.



Πρώτη δημοσίευση:
Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, πόλη και χρόνος (Ημερολόγιο 2022), εκδ. Ρώμη 2021.





Στην εικόνα:
John William Waterhouse, «The Favorites of the Emperor Honorius» (1883).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Λορέντζος Μαβίλης, "Τρία σονέτα"





Λήθη


Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
Την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
Ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
Μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ’ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
Στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
Μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
Α στάξη γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
Διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
Πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται…

A δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
Τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
Θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.


                                                          Μάης 1896





Καλλιπάτειρα


«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία
Εδώθε». – «Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,
Τρία αδέρφια, γιο, πατέρα Ολυμπιονίκες·

Να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
Και εγώ να καμαρώσω μέσ’ στα ωραία
Κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
Παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκειες.

Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια·
Στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζη
Με της αντρειάς τα αμάραντα προνόμια.

Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
Σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
Ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».


                                                          Νοέμβρης 1896





Φάληρο


Είχε όλα της τα μάγια η νύχτα, μόνη
Εσύ έλειπες. Aργά κινάω να φύγω,
Μα ξάφνου στη μπασιά του μπαρ ξανοίγω
Αυτοκίνητο να γοργοζυγόνη.

M’ ελπίδα σταματάω. Nά το, πλακόνει·
Παραμερίζουν οι άλλοι. Άσειστος μπήγω
Τη ματιά μου στα μάτια σου. Άλλο λίγο
Ακόμα, και ο σοφέρ σου με σκοτόνει.

Αρχοντοπούλα μ’ άφταστα πρωτάτα,
Mε των Eφτά νησιών τες χίλιες χάρες,
Τετράξανθη ομορφιά γαλανομάτα,

Του θανάτου δε μ’ έπιασαν τρομάρες ―
Γλυκύτατες μ’ ελυώσανε λαχτάρες
Να συντριφτώ κάτω από εσέ στη στράτα.


                                                          Αθήνα, Ιούνιος 1911




Πηγή: «Λορέντζος Μαβίλης, Τα έργα»,
Γράμματα, Αλεξάνδρεια, β΄ έκδοση 1923.
(Από τον ιστότοπο https://www.openbook.gr/)



Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1860, όπου υπηρετούσε τότε ο δικαστικός πατέρας του Παύλος με καταγωγή από την Ισπανία. Η μητέρα του, που καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια Δούσμανη, είχε περάσει μέρος της ζωής της κοντά στον αγροτικό πληθυσμό της Κέρκυρας και αγάπησε τη λαϊκή γλώσσα και τέχνη και την αγάπη αυτή μετέδωσε στον γιο της. Μεγάλη επίδραση στην προσωπικότητα του Μαβίλη άσκησε ο Ιάκωβος Πολυλάς, του οποίου υπήρξε φίλος και μαθητής. Μαθήτευσε στο εκπαιδευτήριο Καποδίστριας της Κέρκυρας και κατόπιν στο κερκυραϊκό γυμνάσιο, με καθηγητή τον Ιωάννη Ρωμανό, ο οποίος τον έκανε μέλος της Αναγνωστικής Εταιρείας. Μετά το γυμνάσιο έφυγε για την Αθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή. Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε και η γνωριμία του με τον Χαρίλαο Τρικούπη, μέσω του Πολυλά. Το 1879 έφυγε για τη Γερμανία, όπου έμεινε για δεκατέσσερα χρόνια. Εκεί μελέτησε τους αρχαίους κλασικούς και έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά, καθώς επίσης Σανσκριτικά. Στη Γερμανία ο Μαβίλης ολοκλήρωσε τις σπουδές του και το 1890 πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το πανεπιστήμιο του Erlangen. Το 1893 επέστρεψε στην Κέρκυρα όπου εντάχτηκε στην Κερκυραϊκή Σχολή, συνδέθηκε δε ιδιαιτέρως με τον Κων/νο Θεοτόκη. Κατόπιν στρατεύτηκε και το 1896 έγινε μέλος της Εθνικής Εταιρείας. Το 1897 έφυγε για την Κρήτη προς ενίσχυση του εκεί επαναστατικού κινήματος και κατέληξε στην Ήπειρο επικεφαλής σώματος ανταρτών. Στις εκλογές του 1910 απέκτησε βουλευτικό αξίωμα με το κόμμα των Φιλελευθέρων και από αυτή τη θέση αγωνίστηκε για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Σημειώνεται επίσης ο ερωτικός δεσμός του Λορέντζου Μαβίλη με την ποιήτρια Μυρτιώτισσα (Θεώνη Δρακοπούλου). Το 1912 σε ηλικία πενήντα τριών ετών πήρε μέρος στην εκστρατεία της Ηπείρου και σκοτώθηκε στη μάχη του Δρίσκου (28/11/1912). Στο έργο του Μαβίλη έντονη παρουσιάζεται η σολωμική επίδραση, κυρίως στη δημοτική γλώσσα του και στο κυρίαρχο πατριωτικό συναίσθημα. Επίδραση δέχτηκε επίσης από τις παραδόσεις του Φίχτε, τις οποίες παρακολούθησε στη Γερμανία, και από τη φιλοσοφία του Καντ. Από το πρωτότυπο έργο του γνωστότερα είναι τα σονέτα του, τα οποία χαρακτηρίζονται από πληρότητα μορφής, ενώ έγραψε και πολλές μεταφράσεις. Τα πιο γνωστά σονέτα του: Λήθη, Καλλιπάτειρα, Ελιά, Μούχρωμα. Στην ποίηση του Μαβίλη συναντώνται τα ρεύματα του γερμανικού συμβολισμού με το επίσης γερμανικής προέλευσης σοσιαλιστικό πνεύμα του και τη μεγάλη αγάπη του για την πατρίδα. (Πηγή: http://www.ekebi.gr/).

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Λορέντζος Μαβίλης ήταν εξαίρετος σκακιστής και συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων, με σημαντικές διεθνείς διακρίσεις.

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021

Μήτσος Παπανικολάου, "Ποιήματα"





ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΟΥΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ


Μέσα στη βουή του δρόμου
ήταν να βρω τ’ όνειρό μου,
να το βρω και να το χάσω
κι ούτε πια που θα το φτάσω.

Μια στιγμή πέρασε μπρος μου
κι ήταν η χαρά του κόσμου,
η χαρά που μας ματώνει
σαν οι πιο μεγάλοι πόνοι.

Πέρασε όπως περνούνε
όσα δε θα ξαναρθούνε –
πουλιά που ’χουν φτερουγίσει
σύννεφα μέσα στη δύση.

Κι άφησε στο πέρασμά του
– πέρασμα ζωής, θανάτου –
στην καρδιά μου σα σφραγίδα
ω… την πεθαμένη ελπίδα.

Μιαν ελπίδα πεθαμένη
που μας ζει και μας πεθαίνει
κι όλο μας τραβάει δω κάτου
ώς την πόρτα του θανάτου.

Όνειρο γλυκό και ξένο
και παντοτινά χαμένο,
σε κρατώ στο νου μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα.

Όταν πέρασες με πήρες
κι όλες μου άνοιξες τις θύρες
με το μαγικό κλειδί σου
του χαμένου παραδείσου.





ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

                                        Voici que le corbeaux hivernaux,
                                        ont psalmodié parmi nos cloches.
                                                                           J. Laforgue



Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει ’ρθεί·
μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι
και γύρω δέντρο, ούτε κλαρί χλωρό δε θα βρεθεί
για ένα πουλί, για μια ψυχή, λιμάνι που ν’ αράζει.

Και να, το βράδυ κι η βροχή το τζάμι μου χτυπάει
σα μια ερωμένη μου παλιά, μέσα στις τόσες άλλες,
μα είν’ η ψυχή μου αισθαντική και ξέρει ν’ αγαπάει
κάθε που κλαίει μες στη ζωή και της βροχής τις στάλες.

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι,
ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση,
μα, στη γωνιά, καθώς χτυπά τ’ αλύπητο ρολόι
θυμίζει τόσα πράματα που τα ’χει πια σκοτώσει.

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει ’ρθεί·
μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι
Πώς να μπορέσει μια καρδιά κι αυτή να κρατηθεί
ώς τον Απρίλη που θα ’ρθεί, σαν πάγος που δε σπάζει;





ΓΛΑΥΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ


Μπρος στον εξώστη, ο πόντος κι ο ουρανός!
Επιθυμία γλαυκή, πώς θα σε ζήσω;
Ω, ποιο καράβι θα με φέρει πίσω,
εκεί που είν’ ο μεγάλος ωκεανός;

Επιθυμία γλαυκή, χρώμα, καπνός.
Φωνή που λείπει για να τραγουδήσω,
τραγούδι που ποτέ δε θα γρικήσω
και πόθος που δεν είν’ ανθρωπινός!

Οι ναύτες τραγουδάνε στο καράβι
τραγούδια με φωνή θαλασσινή
κι η επιθυμία ανάβει, ανάβει, ανάβει,

σαν τη φωτιά στη γη τη μακρινή…
Αχ, όνειρο μεγάλο και γαλάζιο,
από τη νύχτα που έρχεται σ’ αρπάζω!





ΦΑΥΝΟΙ


Θα χορέψουμε στο φως των άστρων,
θα τρέξουμε ξυπόλητοι στην άσφαλτο του δρόμου,
στα φώτα των αυτοκινήτων που θα ’ρχονται
θα κοιμηθούμε στα ψηλά χόρτα κοντά στους βατράχους.

Θα μείνουμε μόνοι.

Έπειτα θα ’ρθουν τα φιλήματα να κλείσουνε τα μάτια μας,
τα χέρια θα ενώσουμε στον ύπνο
και το πρωί θα ξυπνήσουμε πεθαμένοι.





ΤΟΠΙΟ


Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει,
βρέχει στις ελιές τις γκρίζες·
το νερό σα ρίγος τρέχει
από τα κλαδιά στις ρίζες.

Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα
σκοτεινά κάτω κι απάνω:
ξεχωρίζουν μες στη μπόρα
τα τσαντίρια των τσιγγάνων.

Απ’ την άσφαλτο, τα κάρα
κατεβαίνουν, κατεβαίνουν…
Λάμπουν μερικά τσιγάρα
στα παράθυρα του τρένου.

Ένα σκιάχτρο, απελπισμένο,
στη νεροποντή, στο κρύο,
άδικα γνέφει στο τρένο
κι εμψυχώνει το τοπίο.

Ανυπόφορη είναι η θλίψη
των αγρών, αυτό το μήνα!
Η βροχή μάς έχει κρύψει
απ’ το φόντο την Αθήνα.

…Και το βράδυ κατεβαίνει
μες στη νέκρα μες στη γύμνια…
Πού ’ναι οι βάτραχοι κρυμμένοι;
Γιατί σώπασαν τ’ αγρίμια;

Μες στον κάμπο τώρα μόνα
τα βαριά περνούνε τρένα
λες και φέρνουν το χειμώνα
και τη νύχτα από τα ξένα.





Πηγή: «Μήτσος Παπανικολάου, Ποιητικά έργα (Άπαντα τα ευρεθέντα)»,
Επιμέλεια, επίμετρο, σημειώσεις: Μιχαήλ Χ. Ρέμπας
Θεσσαλονίκη 2008.

Στην εικόνα: Jasper Francis Cropsey, «Catskill Creek» (1850).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.