Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

Φωτεινή Βασιλοπούλου, "Αμείλικτο νερό"




Μύγδαλα


Φρέσκα μύγδαλα με πράσινο φλούδι οι στίχοι.

Σπάζω το σκληρό τους περίβλημα.
Τσακίζω τις λέξεις
να μείνει η κατάλευκη σάρκα.
Να μιλήσει σιωπή
η άσπρη ψίχα.
Γάλα αλήθειας που πάγωσε.
Κόκαλα που τριζάτα ασπρίζουν στον ήλιο.

Μα τι πήγε στραβά; Ποιο
σπασμένο κομμάτι, ποιος στίχος λειψός
στον λαιμό καρφωμένος
με πνίγει;





Αγιώργης Ι


Άφωνες οι γυναίκες
τη νέα αντίκρισαν
εικόνα στο προσκυνητάρι.
Τούτος ο Αγιώργης είναι αλλιώτικος
δε μοιάζει με κανέναν, είπαν.

Σταυροκοπήθηκαν τριπλά
φιλήσανε τον Άγιο σταυροδίμιτα
κάναν μετάνοια
έκλεισαν τα μάτια
θυμήθηκαν την πρώτη νιότη
την πρώτη τους φορά.

Και αναστέναξαν βαθιά.

−Θε ’μου, συχώρεσέ τες!





Αμείλικτο νερό

                       Μνήμη Παναγιώτας Μαρκαναστασάκη


Χαιρόσουν
όταν έριχνες τα Σάββατα
γάργαρο το νερό
επάνω στο μωσαϊκό και τα πλακάκια.
Απ το μπαλκόνι σου έτρεχαν καταρράχτες.
Στο μέτωπό σου κόμποι ιδρώτα.
Το σπίτι έλαμπε από καθαριότητα.
Εσύ από χαρά.

Γελούσες όπως πότιζες τον μυστικό σου κήπο
να βρουν οι πεταλούδες χρώματα
στις μαργαρίτες και τα φασολάκια.

Τώρα στο γκρίζο και ξερό δωμάτιο
λείπει η χαρά, τα έντομα, το χρώμα και το βλέμμα.
Δεν έχει ψυχανθή και λεπιδόπτερα στον θάλαμο.
Δυο πεταλούδες μοναχά
αμείλικτο νερό φαρμάκι
στάζουνε στις φλέβες

καθώς ο θάνατος
απ’ την περίσσια οξυγόνου μεθυσμένος
και τη νίκη του
καθάριος στον αέρα αιωρείται
πάνω απ’ το σταυρωμένο σώμα.





Χάρτινα βράδια


Σκουπίδια πήχτρα οι δρόμοι χιλιάδες μοναξιές.

Σε ποιο πολύβουο πεζοδρόμιο της πόλης
έστησες τη ζωή σου
χωμένος σε σωρούς αμέτρητων πραγμάτων;
Χαμένος σε σορούς απίθανων προσδοκιών.
Πώς να τα σπρώξει το καρότσι σου;

Ψάρι τη νύχτα κολυμπάς τον τρόμο.
Λύκοι
ασβοί, πιο κει νυφίτσες
θηλάζουνε το μαύρο αλεπούδες.

Τα πρωινά γλείφεις πληγές
βρίσκεις παραίτηση
σε βιτρίνα
την ιδιωτική σου εκθέτεις μοναξιά.

Ενώ πιο πέρα το πάρκο σε καλεί ν’ ανθίσεις.

Μια πεταλούδα.
Με λάμψη πρόσκαιρη
πουδράρουν τα φτερά της το απαίσιο.





Γυναίκα με μπλε ποδιά


Καθαρίζει πατάτες για το βραδινό.
Αφαιρεί με ξύστρα το ξεραμένο χώμα.
Σε κανέναν δεν αρέσει η γεύση χώματος στο στόμα.
Ειδικά όταν πέφτει η νύχτα.
Στη μπλε ποδιά της
ξεκουράζονται τα κύματα της Βαλτικής.
Ηρεμισμένα ψάρια
λουμώνουν στων ματιών τις κόγχες.
Από το δέρμα των σκελετωμένων της χεριών
τρέφεται η αγάπη.

Τα τρίβει και ανάβει το σκοτάδι
λίγο πριν του παραδοθεί
για πάντα.





Από τη συλλογή «Αμείλικτο νερό», Οι εκδόσεις των φίλων, 2019.

Έργο εξωφύλλου - εικονογράφηση: Φωτεινή Χαμιδιελή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου