Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Οδυσσέας Ελύτης, "Ήλιος ο πρώτος"





ΕΤΣΙ ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ
ΜΠΕΡΔΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ
ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ.
ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΒΟΛΕΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ



                                          Ι

Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου
Στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι στο ουρανί
Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται
Ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο
Της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα.

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται
Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα
Η έχτρα μού είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού
Εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο που με ξανακοιτάζει
Με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα
Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου
Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.





                                          IV

Πίνοντας ήλιο κορινθιακό
Διαβάζοντας τα μάρμαρα
Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες
Σημαδεύοντας με το καμάκι
Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά
Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει
Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται
Ν’ ανοίγει.

Πίνω νερό κόβω καρπό
Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου
Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς
Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου
Φεύγω με μια ματιά

Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.





                                          ΙΧ

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
Βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι
Το χέρι σου έφευγε με το νερό
Να στρώσει νυφικό το πέλαγος
Το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό.

Άγγελοι μ’ έντεκα σπαθιά
Πλέανε πλάι στ’ όνομά σου
Σκίζοντας τ’ ανθισμένα κύματα
Κάτω μπατέρναν τα λευκά πανιά
Σ’ απανωτές σπιλιάδες γραίγου.

Μ’ άσπρα τριανταφυλλαγκάθια
Έραβες φιόγκους προσμονής
Για τα μαλλιά των λόφων της αγάπης σου
Έλεγες: Η χτενίστρα του φωτός
Είναι πηγή στη γη που διασκεδάζει.

Κλέφτρα σαΐτα σκάνταλο του γέλιου
Ω εγγονούλα της γρια-λιακάδας
Μέσ’ απ’ τα δέντρα πείραζες τις ρίζες
Άνοιγες τα χωνάκια του νερού
Ραβδίζοντας της λησμονιάς τα τζίτζιφα.

Ή πάλι νύχτα μ’ άσωτα βιολιά
Μέσα στους μισοχαλασμένους μύλους
Κρυφομιλούσες με μια μάγισσα
Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
Που ήταν το ίδιο το φεγγάρι.

Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
Για το δικό σου το χατίρι
Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
Βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι.





                                          XII

Μισοβουλιαγμένες βάρκες
Ξύλα που πρήζουνται με απόλαυση
Άνεμοι ξυπόλυτοι άνεμοι
Στα σοκάκια που κουφάθηκαν
Πέτρινοι κατήφοροι
Ο μουγκός ο τρελός
Η μισοχτισμένη ελπίδα.

Μεγάλα νέα καμπάνες
Στις αυλές άσπρες μπουγάδες
Στις παραλίες οι σκελετοί
Μπογιές κατράμι νέφτι
Ετοιμασίες της Παναγίας
Που για να γιορτάσει ελπίζει
Άσπρα πανιά και γαλανές σημαιούλες.

Κι εσύ στα πάνω περιβόλια
Κτήνος της αγριαχλαδιάς
Λιγνό άγουρο αγόρι
Ο ήλιος ανάμεσα στα σκέλια σου
Να παίρνει μυρωδιά
Κι η κοπελίτσα στην αντικρινή στεριά
Να σιγοκαίγεται απ’ τις ορτανσίες.





                                          XVII

Έπαιξα με το χιόνι του Χελμού
Μαύρισα μες στης Λέσβος τους ελαιώνες
Έριξα βότσαλα λευκά σε μια Μυρτώα θάλασσα
Έπλεξα πράσινα μαλλιά στης Αιτωλίας τη ράχη.

Τόποι που με του φεγγαριού το αλησμονάνθι
Και με του ήλιου τους χυμούς με θρέψατε
Σήμερα ονειρεύομαι για σας
Μάτια που να σας συντροφέψουν μ’ ένα φως καλύτερο.

Μάτια για έναν περίπατο καλύτερο
Οι νυχτιές χαλκεύουνε στα έγκατά σας
Ζωγραφιές ηράκλειες.
Εκείνος που θα βγει να πει: ορίζω τη ζωή
Δίχως ν’ αστροπελεκιστεί απ’ το θάνατο
Εκείνος που σε μια φουχτιά καθάριου αγέρα
Θα πει να γεννηθεί γυμνό ένα ρόδο
Και θα γεννηθεί
Εκείνος θα ’χει μες στα στήθια του εκατό αιώνες
Μα θα είναι νέος

Νέος ωσάν φωνούλα νιόκοπου νερού
Που χύνεται από το πλευρό της μέρας
Νέος ωσάν βλαστάρι απείραχτου κλαδιού
Νέος χωρίς ρυτίδα γης μήτε ουρανού σκιά
Μήτε χαράς αμαρτωλού ευφροσύνη.





Από τη συλλογή «Ήλιος ο πρώτος» (1943),
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Οδυσσέας Ελύτης - Ποίηση»,
εκδ. Ικαρος, 2002.

Στην εικόνα: Έργο του Οδυσσέα Ελύτη (1988). Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.
Πηγή για την εικόνα:
https://www.tovima.gr/2008/11/25/books-ideas/ut-pictura-poesis/

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Νίκος Γεωργόπουλος, "Δεμένα σώματα"





ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΥ


Πίσω φωτιά, χαλάσματα και τρόμος
μπόχα θανάτου γύρω τους καμένα
κυνηγημένους γέμισε ο δρόμος
χάσκουνε σώματα παρατημένα.

Οι μωρομάνες μπρος και πίσω γέροι
οι άντρες να προσέχουν τα πλευρά τους
συρματοπλέγματα ματώσανε το χέρι
του αγοριού που ξέφυγε μπροστά τους.

Μαζί του ο αέρας φέρνει τους πνιγμένους
π’ ουρλιάζουνε σαν χάνονται στο κύμα
κι άλλους πολλούς στα γρήγορα θαμμένους

μ’ ένα σημάδι αντίδωρο στο μνήμα,
κι η μυρωδιά του φόβου στους διωγμένους
με αγρίμια κι ερημιά σε κάθε βήμα.





ΣΟΥΕΛ

                                                     στη Δέσποινα


Σαν το βουβό το κύμα που φορτώνει
κάπου βαθιά στου ορίζοντα τα μάκρη
σαν την σιωπή που αθόρυβα κυκλώνει
την πιο απόμερη της ύπαρξής μας άκρη.

Σαν ένα άνοιγμα που απότομα μας ρίχνει
σ’ ένα κενό που ανοίγεται εντός μας
σαν μια ψυχή που τίποτε δε δείχνει
πώς με θυμό ξεσούρνει ο θυμός μας.

Σαν ένα ξέσπασμα που φέρνει καταιγίδα
μέρες πολλές στο κάλμα της θαλάσσης
σαν την στεριά που ψάχνει με ελπίδα

να αφήσει μια ψυχή το αντάριασμά της.
Κάπου μπροστά που μοιάζει σαν γαλήνη
αύτανδρες χάνονται ζωές μέσα στη δίνη.





ΧΑΡΤΙΝΟΣ ΗΡΩΑΣ

                                                στον Corto Maltese


Απόψε ρίχτηκα στα βάθη της αβύσσου
χάρτινος ήρωας που ψάχνω να πιαστώ
στον μεταξένιο μιας αράχνης τον ιστό
που ’χε σκεπάσει το κλειδί του παραδείσου.

Φεγγοβολάνε όλα τ’ άστρα στη μορφή σου
μες στα σκοτάδια μου σημάδια ακολουθώ
βαρκούλα χάρτινη να ψάχνω να κρυφτώ
σε μέρη απάνεμα να σπάσω το γυαλί σου.

Απόψε βρέθηκε μια θέση στη πληγή σου
με μια ανάσα θ’ ακουμπήσω τον βυθό
σ’ άδεια μποτίλια από ουίσκι θα χαθώ
να λυτρωθεί κι αυτός ο φόβος μου μαζί σου.





ΕΡΑΣΤΕΣ


Αυτοί πάντα αγαπιούνται στην μπανιέρα.
Αφήνουν το πρώτο νερό
να τρέξει για τα καλά επάνω τους
να ξεπλύνει τις στερήσεις,
και μετά ανταλλάσσουν ανάσες.





Από τη συλλογή «Δεμένα Σώματα», ΑΩ εκδόσεις, 2019.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη, "Ο αστρολάβος"




Ο αστρολάβος


[...]
Χρειάζομαι έναν αστρολάβο, Καλλιόπη.
Θέλω να παρατηρήσω τη σελήνη και τα αστέρια που τρεμοφέγγουν στο κεφάλι μου σαν τράτες σε σκοτεινιασμένες θάλασσες. Να εξερευνήσω τα αμπάρια τους από λάβα και εκρηκτική ύλη. Να σκοπεύσω το χλομότερο βαρκάκι του ουράνιου στερεώματος πάνω στον κανόνα της μηχανής μου και να στρέψω τόσες μοίρες το δίσκο με την ακτίνα του ώσπου να συναντήσει το λαμπρότερο πλανήτη, το αστέρι σου. Να διαπιστώσω αν τέμνονται οι συντεταγμένες τους στο μέλλον. Μα στο χωριό μας δεν υπάρχουν αστρολάβοι.
Οι παλιοί λέγανε πως στη θέση που είναι χτισμένο το Αστράκι προϋπήρχε μια πολιτεία τρανή και ξακουσμένη. Αρχαίες πέτρες πώς χτίζουν τις ξερολιθιές του. Αφηγόντουσαν ιστορίες για σφραγιδόλιθους, γυναικεία κεφάλια και χαραγμένους κούρους που έβλεπαν το φως μιας αλλιώτικης μέρας στο ύψωμα με τα τείχη. Όμως λίγο με νοιάζουν όλα ετούτα εμένα. Οι πλάκες από μάρμαρο και τα βήσαλα που ξεπετάγονται με τα οργώματα στην Κεφάλα δεν έχουν στα μάτια μου καμία απολύτως αξία. Οι θησαυροί μου κρύβονται στον κάμπο.
Εσύ ήσουν πια τεσσάρω χρονών και η Κατίνα σου φορούσε μια ποδίτσα από ποπλίνα. Καμάρωνες και στριφογύριζες στην ποδιά μου.
«Έλα, μικιό μου, να σε πάω μια βόλτα με τη καινούρια σου ποδιά…» δεν τέλειωνα τη φράση μου και με άρπαζες από το χέρι. Η μάνα σου που ήταν σκυμμένη στο κοφινάκι με τα ρούχα για ανέραμμα, μας έγνεφε στο καλό και συνέχιζε τις κεδιές της.
Περνάγαμε τις πικραμυγδαλιές που έγερναν στους τροχάλους και ανηφορίζαμε στην Κεφάλα. Η γη σιγόβραζε και τα όσπρια άνοιγαν τα λουβιά τους. Οι άντρες με τα ανοιχτόχρωμα καμπανί που σκάλιζαν τα χωράφια τους, παρατούσαν για λίγο τη σκαλίδα, σήκωναν την παλάμη τους και μας χαιρετούσαν. Τραβούσαμε μαζί και το καλαμένιο σου άλογο, ένα από τα αγαπημένα σου παιχνίδια και οργώναμε τις πολύχρωμες παπαρούνες. Έτρεχες ίδια αμαζόνα με το καλάμι στα σκέλια σου, οι μπούκλες σου να ανεμίζουν και τα γέλια σου να μαστιγώνουν την ατμόσφαιρα. Μου φώναζες να σε κυνηγάω. Έκανα πως δε σε έφτανα και πως λαχάνιαζα και παραπατούσα, μόνο και μόνο για να βλέπω τα ματάκια σου να αστράφτουν από χαρά και τα μάγουλά σου να βάφονται πιο κόκκινα και από το λιάτικο σταφύλι.
Ένα απόγευμα μας βρήκε πάλι στην Κεφάλα να φυσά ελαφρό βοριαδάκι και να ακούμε το βροντερό σφύριγμα του πλοίου «Αγγέλικα» που αναχωρούσε από το λιμάνι του Ηρακλείου. Το δέος που έδεσε κόμπο το στομάχι μου ανακάτεψε τα σωθικά μου και ανασήκωσε όλες μου τις τρίχες. Ο πατέρας είχε συνοδεύσει το Μιχάλη μας στη Χώρα. Και ο αδελφός μου ήταν τώρα μέσα σε εκείνο το σιδερένιο θεριό και έφευγε στρατιώτης.
Σα να ένιωσες τη συναισθηματική μου υπερδιέγερση, πέταξες πέρα το καλαμένιο σου ζώο και ήρθες και κάθισες αμίλητη πλάι μου στα χαλίκια. Ο αέρας έφερνε τα μαλλιά σου πότε στο πιγούνι και πότε στα κατάξερα χείλη μου. Η μυρωδιά του κορμιού σου ανακατεμένη με τη γλυκιά υπνωτική οσμή από τα μανουσάκια που κρατούσες στα χέρια σου, έλυσε μαγικά τον κόμπο στο στομάχι μου και άνοιξε τους κρουνούς στα κλειδωμένα μου βλέφαρα. Εσύ, το νήπιο, με κράτησες στην αγκαλιά σου και εξακολουθώντας να μη μιλάς, στέγνωσες όλες τις γκρίζες λίμνες που είχαν πνίξει την καρδιά μου. […]





Το απόσπασμα «Ο αστρολάβος», είναι προδημοσίευση από το νέο, υπό έκδοση μυθιστόρημα της Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη, που αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός του 2019.

Φωτογραφία: Robert Doisneau.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Ο Ποιητικός Πυρήνας στο Ίδρυμα Πολιτισμού “Υδρία”. 22/2/2019 - Η εκδήλωση




Την Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019, το Ίδρυμα Πολιτισμού “ΥΔΡΙΑ” φιλοξένησε τη συντροφιά του Ποιητικού Πυρήνα. Οι ποιητές Βασίλης Δασκαλάκης, Δημήτρης Καπετανάκης, Δημήτρης Ιορδ. Καρασάββας, Σούλης Λιάκος, Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Παύλος Παρασκευαΐδης και Ιγνάτης Χουβαρδάς, διάβασαν επιλεγμένα ποιήματά τους στο κοινό που γέμισε ασφυκτικά τον χώρο του Ιδρύματος. Την εκδήλωση συντόνισε η Κατερίνα Ζιαμπούλη ενώ τη βραδιά διάνθισαν με μελωδίες οι μουσικοί Μάγια Δράκου, Σοφία Βασιλειάδου και Μάριος Δασκαλάκης, ο οποίος είχε και την επιμέλεια του μουσικού προγράμματος.



Ο Ποιητικός Πυρήνας ευχαριστεί θερμά τους οικοδεσπότες της “ΥΔΡΙΑΣ”, Τάσο Φάλκο Αρβανιτάκη και Τιτίκα Αρβανιτάκη, για την ζεστή φιλοξενία και για την άψογη συνεργασία, καθώς και τους φίλους της ποίησης που με την παρουσία τους τίμησαν την εκδήλωση.




Φωτογραφίες: Μάιρα Παλτίδου


Η αφίσα της εκδήλωσης

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Μαρία Κουγιουμτζή, "Ποιήματα"





Αλκίνοος


Μη
τον μικρό μου φίλο τον Αλκίνοο
που τρώει με το δάχτυλο το μέλι,
βουίζουνε στον ουρανίσκο του οι μέλισσες,
το φιλντισένιο όστρακο
των κυανών ματιών του
ουρά χελιδονιού ψαλίδισε
περνώντας η σκιά της.
Μη,
έτσι ολόγυμνος π’ αποκοιμήθηκε
κάτω από της μουριάς τα φύλλα
και στάζουν οι χυμοί από τα μούρα της
σαν κοκκινάδια άσεμνα
στο τρυφερό του σώμα,
μην τον ξυπνάτε.



Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)





Η έρημος


Είναι η έρημος παράδεισος,
ανθίζουν σπάνια λουλούδια.
Άσπρα ελάφια
παίζουν μ’ άσπρους λύκους.
Μονόκεροι μ’ αμέθυστους φτερά πετάνε.
Ολόξανθες πεταλούδες ιππείς
στη ράχη κόκκινων πουλιών αλόγων.

Γελάς, και πέφτουν μαργαρίτες απ’ το γέλιο σου
κάνουν τα φύλλα τους βαρκούλες τα μυρμήγκια
κι οι μέλισσες τις σέρνουν με τ’ αγκίστρι τους
στο ζαλισμένο αέρα τσαϊράδα.
Μες στις αιώρες της δροσιάς
λικνίζονται της αχλαδιάς τα φύλλα,
κοιμάται πάνω τους η βελουδένια κάμπια,
ένα μαμούθ έσκυψε και τη φίλησε
κι έμεινε το μεταξωτό της χνούδι
σκουλαρίκι στο μεγάλο αυτί του.

Ο ήλιος που μήτε έδυε, μήτε ανέτειλε,
με τις χρυσές χορδές έπαιζε της κιθάρας του
και χόρευαν μεθυστικά τα πράσινα φιλιά της χλόης.

Έρχονται οι έρωτες σε διάφανα έλκηθρα
κρούουν με τύμπανα τ’ ατλάζι της ψυχής σου,
δεν σχίζεται, ηχεί.

Είναι επόμενο
να βλέπεις τόσα οράματα
αφού εξόριστη στην έρημο βαδίζεις.



Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)





Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε


Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.



Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)





Όνειρο


Μες στη φωτογραφία του
κοιμάται ο νέος ναύτης
η άσπρη φορεσιά τού αφαιρεί το βάρος
θαρρείς λευκό και θαλασσί
μπαλόνι που υψώνεται
χαράζοντας μια φωτεινή γραμμή
στα μάτια της γυναίκας
π’ αγρυπνάει.


Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)





Μη βλέπεις


Μη βλέπεις
πώς μοιράζει τα χαρτιά
πώς κόβει τον βαλέ και πώς τη ντάμα
πώς ρίχνει τα σπαθιά μες στις καρδιές
κι απλώνεται το αίμα
στο μονό του στρώμα.

Εσύ να βλέπεις
τους δυο λύκους μες στα μάτια του
καθώς ρουφάνε το κελαρυστό μεδούλι
απ’ τα δικά σου.



                                       (Ανέκδοτο ποίημα)





Ανθοδέσμη


Σε μια μεταξωτή θηλιά κορδέλα
τα κίτρινα τριαντάφυλλα σπαράζουν
Τα δάχτυλα των φύλλων τους
βοήθεια ζητάνε μες στο θολό νερό,
για να σωθούν
γαντζώνονται στ’ αγκάθια
ξεσκίζοντας την πράσινή τους σάρκα.



                                       (Ανέκδοτο ποίημα)





Πηγή: Ο διαδικτυακός τόπος «Translatum».
Περισσότερα ποιήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή μπορείτε να διαβάσετε στον σύνδεσμο:
Θερμές ευχαριστίες στην κυρία Βίκυ Παπαπροδρόμου για την ευγενική παραχώρηση της άδειας σταχυολόγησης των ανωτέρω ποιημάτων.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

Ελένη Μαρινάκη, "Mετράω ως το δέκα"




ΚΡΥΦΟ


Δεν έμαθα ποτέ το όνομά της. Σκόρπιες κου-
βέντες, μυστικές, τη θέλανε χαμένη. Κορίτσι
ακόμα στα δεκαεφτά, πού βρήκε το κουρά-
γιο, πού το σκοινί. Κανείς δεν τη μνημόνευ-
σε. Δεν άναψαν κερί ούτε καντήλι, σαν να
μην έζησε. Σκιά θολή που αιωρείται ακόμα
πάνω από τα σκίνα.





ΜΝΗΜΗ


Λέγανε πως γεννήθηκε χωρίς φωνή. Ήρθε
χειμώνα στο χωριό και κρύφτηκε με μια γω-
νιά στο χάλασμα. Κανείς δεν ήξερε το όνο-
μά της ούτε τον τόπο της. Τριγύριζε στους
κήπους τα μεσημέρια κι έσερνε το κορμί της
σαν να πονούσε. Έστηνε στα πουλιά παγίδες
και στις πηγές θόλωνε τα νερά. Τρομάζανε
οι χωριανοί όταν την έβλεπαν και τα παιδιά
τρέχανε να κρυφτούνε. Έρχεται η βουβή ψι-
θύριζαν. Κάποτε τη συνάντησα κι εγώ και
τέλειωσε το καλοκαίρι.





ΑΓΑΘΟΕΡΓΙΑ


Τα μεσημέρια της Κυριακής πηγαίνω με τη
θεία μου στις φυλακές. Φορώ το κόκκινο
φουστάνι και την κορδέλα στα μαλλιά. Μοι-
ράζουμε τσιγάρα και γλυκά. Πίσω από τα
κάγκελα μας πριονίζουν με τα μάτια οι φυ-
λακισμένοι. Λέω το ποίημα χωρίς φωνή. Ένας
ψηλός από το βάθος μού κλείνει διαρκώς το
μάτι. Στρέφομαι προς τα πίσω έντρομη. Δεν
έχει έξοδο.





ΧΩΡΙΣ ΑΡΘΡΟ

                                          Στη Μαρία Τσολακούδη


Έφυγε από το σπίτι ένα πρωί και τον κατάπιε
ο καιρός. Έγραψε στην αρχή δυο τρία γράμ-
ματα και ύστερα μισές κουβέντες. Χρήματα
δεν έστειλε ποτέ. Μόνη της η Σοφία πάλευε
το χωράφι και τα ζώα, μόνη μεγάλωνε και τα
παιδιά. Τον έφεραν μια Κυριακή σ’ ένα κασό-
νι, ασυνόδευτο. Δώδεκα χρόνια είχε να τον
δει. Μόνη της πάλι έσκαψε τον τάφο. Στην
πλάκα έβαλε να γράψουν την ημερομηνία
της ταφής και από κάτω με κεφαλαία, ΞΕΝΟΣ.





Μ’ ΕΝΑ ΞΥΠΟΛΥΤΟ ΠΑΛΤΟ


Δεν είναι ούτε δώδεκα χρονώ ο Ίβο και ήρθε
από τα βόρεια κρυμμένος σ’ ένα φορτηγό.
Πέντε μερόνυχτα σκοτάδι, ανάσανε όλη την
πίσσα της εθνικής κουλουριασμένος σε μια
τρύπα. Νύχτα τον ξεφορτώσανε στα σύνορα.
Μ’ ένα ξυπόλυτο παλτό γυρίζει τώρα στις
πλατείες και ζητιανεύει βλέμματα.





Από τη συλλογή «Μετράω ως το δέκα», εκδ. Μελάνι, 2018.



Η Ελένη Μαρινάκη γεννήθηκε και ζει στα Χανιά. Σπούδασε γραφιστική και ζωγραφική στην Αθήνα, όπου και εργάστηκε αρκετά χρόνια. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Κύκλου Ποιητών και του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές. Ποιήματά της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες, ενώ πολλά έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2006 η Εταιρεία θεάτρου «Μνήμη» ανέβασε στο θέατρο Κυδωνία στα Χανιά δραματοποιημένα ποιήματά της με τίτλο Τις νύχτες που κατεβαίνω στα όνειρα, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Βίκυ Δερμάνη, "Εύσαρκο κάτι σαν φως"





Ακούστε με!


Ξεπηδά μέσ’ από τις σκιές χαλασμένου σπιτιού
(οι σωλήνες οι φλέβες το αίμα τα έπιπλα)

με ζοφερή την αφή τηλεφωνεί απελπισμένα
(από χρόνια κομμένες γραμμές και ζωή)

Πα-ρα-κα-λώ, παρακαλώ ουρλιάζει, ακούστε με!
Ακούστε με! (τα κεραμίδια πέφτουν)





Η Αγγελική


Δραματικά ελεύθερη, μετέωρη τραγικά η ψυχή της. Μ’ ένα ξυράφι στα χέρια όπου τον ήλιο έκοβε στα δυο. Μ’ έναν αντικατοπτρισμό στα μάτια τρεμάμενο κι οβελιστέο. Από δηλητηριώδη ερπετά το σώμα της ζωσμένο. Αχνιστό αίμα με μανία κόχλαζε κάθε που η πείνα της άγρια, εύσαρκα οράματα γεννούσε. Κάθε που η φωνή της σάρωνε το κενό με μιαν χορδής σπασμένης αγωνία. Κάθε οπού νεφών κλαγγή σκέπαζε το κεφάλι· τα μάτια της σκέπαζε, τις κραυγές. Κάθε που σωριάζονταν προγόνων τσακισμένες καρδιές στις πολυθρόνες της, μυαλά σαλεμένα. Κάθε όπου από το ταβάνι ως πολυέλεοι κρέμονταν της ανάσας της τα δάκρυα. Θήτευε τη ζωή της σαρώνοντας το πάτωμα, ανοίγοντας και κλείνοντας παράθυρα. Γνέφοντας στις ανάσες των απόντων της, τις παγωμένες να ζεστάνουν νύχτες. Οι γδαρμένες παλάμες τούς τοίχους χτύπαγαν με λύσσα, κάθε που θρηνούσε ζωή σπαταλημένη κάτω από στέγη που όγκοι την έθρυβαν καρκινικοί, κύτταρα αδηφάγα ως κισσοί απλώνονταν στο χρονόμετρο της ήττας. Το σπίτι της στήριζαν τοίχοι ραγισμένοι και πάτωμα σαθρό. Τη μέρα βύζαινε αγέρα μαύρο φωτιές κατάπινε τις νύχτες, η Αγγελική. Θήτευε τη ζωή της όλη ασπαίρουσα κι αιμορροούσα.

Μια νύχτα κρύα, κατά τη συνήθειά της, άνοιξε το παράθυρο, κοίταξε τη φιδίσια ουρά του φεγγαριού, τους άδειους δρόμους κοίταξε·
κι ύστερα για το άπειρο αποχώρησε ησύχως.





Τα δάκρυα


Με περισσή φροντίδα τα ’κρυβε κάτω από ωραία βελούδινα υφάσματα, πέπλα μαύρα ή πίσω από παράθυρα και πόρτες κλειστές. Τα προκαλούσε να ανθίσουν, τα απαράμιλλης ομορφιάς μπουμπούκια ετούτα λαίμαργα να τραφούν από δέρμα από σάρκα, μέχρι που κουρασμένα πια να μαραθούν κι αβίαστα στο πάτωμα τα χορτασμένα πέταλα να ρίξουν. Αναπλήρωνανε τη θέση τους άλλα, που δίχως καθυστέρηση μεγάλη με τ’ άνθη πρόσωπο και σώμα τους έρχονταν να γεμίσουν, μετατρέποντάς την ολάκερη σε κήπο λύπης· θλίψης ολάνθιστης.

Δεν άνθιζαν ανέξοδα στο σώμα της τα δάκρυα.





Πανικόβλητη ζωή


Σκόνη· ιδρώτας παντού. Ο ουρανός πένθιμο ένα προοίμιο. Της εποχής το τοπίο νταμάρι ξερό. Άνθρωποι στεγνοί, λυγισμένοι, βλοσυροί. Κλειστά ανήλιαγα παράθυρα. Σπίτια σαθρά. Σώματα κοκαλιασμένα στο σημείο που τα βρήκε ο εν ζωή τους θάνατος. Η καταιγίδα ξαφνική στα δίχως χαμόγελα πρόσωπα χαραγμένη. Μέσα της το αύριο κλαίει. Η σκοτεινιά δίχτυ αράχνης τεράστιο κυρίευσε τις πόλεις, τα σπίτια, τους ανθρώπους. Εν τω μέσω της νυχτός θλιμμένα άστεγα φαντάσματα ψάχνουνε τόπο να κουρνιάσουν. Σαν ξημερώσει θα προχωρήσουν με σιγουριά ρακένδυτη την ατελείωτη μαρτυρική πορεία τους.

Σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι και· δεν ξέρω, πόσοι πια ζούμε στη βουλιμία μιας ζωής·

πόσοι παραδοθήκαμε τροφή της πανικόβλητη.





Από τη συλλογή «εύσαρκο κάτι σαν φως», ΑΩ Εκδόσεις, 2018.