Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Έξι ποιήματα"




ΠΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

                    Στον ζωγράφο Θανάση Παναγιώτου
                    για τα ονειρικά του «μετέωρα»


Στη Νικαράγουα, Πύργους του Θεού
αποκαλούν τους ποιητές − ίσως γιατί
σαν τους ωραίους βράχους ανυψώνονται,
όπως αυτοί που ιστορείς, Αθανάσιε.

Να που τώρα έχουν φάρους και τα σύννεφα.
Έχουν βαρκούλες και σκαλούνια,
αδιόρατο καπνό που μόλις αναθρώσκει.
Βγάνουν φτερούγια τα κουπιά. Στέκουν
δίχως θάλασσα    μετέωρες οι βάρκες.

Και πού και πού, ανάμεσα σε σπίτια ή μονές,
λιγνόκορμα    σμαράγδινα δεντράκια
ξεσκαρίζουν. Κόσμοι μικροί    ακίνητοι.
Βγαλμένοι από όνειρο.
Ποιον χαιρετά
μέσ’ απ’ τη βάρκα τη μετέωρη το κοριτσάκι;

Αποσπασμένοι απ’ τους βυθούς οι βράχοι σου,
δίχως την έλξη πια στο χώμα να προσδένει
                          τη σκληράδα τους
(κάποιοι σαν άστρα μας κοιτούν ερημωμένα)
προς τα ουράνια
την απαλή εκείνη πτήση συνεχίζουν
που τρυφερός τους όρισε χρωστήρας
κι η μάγισσα παλέτα σου:

Πέτρινα μπαλόνια κι αερόστατα να γίνουν,
την ήττα εξαγγέλλοντας του Νόμου
που θέλει τα ψάρια στο νερό
κι άφτερους τους μέροπες ανθρώπους.
Σίγουρα, εκεί ψηλά ο Γκαουντί,
με των παιδιών τ’ αεροπλάνα να πετούν
τριγύρω του, ευτυχής, στους βράχους σου
μια νέα σκέφτεται Σαγράδα να υψώσει,
εγγύτερα στη θεϊκή πανάχραντη Φαμίλια.

Κόσμους μικρούς    όλο σιωπή,
αεροδρόμια
για της παιδούλας μας ψυχής τ’ αεροπλάνα.

Κι όμως, μια θλίψη τους βράχους σου συνέχει.
Τώρα που νίκησαν την έλξη
−πουλιά κρεμάμενα χωρίς φτερά−
ν’ αναρωτιούνται τάχα πού ανήκουν;

Χάσκουν δίχως πορτόφυλλα τα σπίτια    άφωνα.
Να ’ναι νωπός ακόμη ο χωρισμός
κι η θαλπωρή της γης ο μόνος κόρφος;


                                   Μάτι, 11.1.2026





«ΠΟΛΥΜΗΝΗ ΔΙΑΡΡΟΗ ΠΡΟΠΑΝΙΟΥ»

                        Τους λέγαμε μυρίζει αέριο,
                        μυρίζει αέριο, μα δεν έδιναν σημασία.
 
                        Μαρτυρία εργαζόμενης στη «Βιολάντα»



Έκοψε τη βασιλόπιτα
και μοίρασε τα κομμάτια της
στη Σταυρούλα    την Αγάπη    τη Βασιλική
την Ελένη και την Αναστασία
ντυμένος εργοδότης ο Θάνατος.

(Δούλευαν με βάρδιες τη νύχτα
μη χαραμίσουν της αγάπης τους τη μέρα).


                                   Μάτι, 29.1.2026





QUANTUM OF SOLACE


Τώρα με την άνοιξη
τί παρήγορο θέαμα οι φρέζιες,
διάσπαρτα μπουκέτα
πάνω στο μαρτιάτικο χώμα!

Είναι οι ίδιες σκέφτομαι
τότε που
μήνες μετά τη μεγάλη πυρκαγιά
τη μυρωδάτη δέσμη τους ξεδίπλωναν,
παρήγορη στάλα
στη μαύρη απ’ την ασβόλη γη.

Τί καθαρές    τί αμέριμνες που είναι, Θεέ μου!
Και πόσο μιαρό    περιδεές το πρόσωπό μου!


                                   Μάτι, 28.3.2026





ΕΙΔΟΣ ΠΡΟΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ


Ποιητής είναι αυτός
που βλέπει κάτω απ’ το δέρμα το κρανίο.
Όταν όλοι μιλούν    αυτός ακροάζεται.
Στέκει    όπου οι άλλοι προσπερνούν.
Προσπερνά    όπου οι άλλοι στέκουν.

Όλοι έχουν μιαν αποστολή
(έτσι νομίζουν    έτσι τους λένε).

Αυτός δεν πιστεύει πως έχει.
Είναι είδος πια προς εξαφάνιση.


                                   Μάτι, 11.6.2025





ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


Ακούω τις καμπάνες στάλες πηχτές
το άδειο να γεμίζουν της ψυχής μου.
Του γκιώνη θυμίζουν τη φωνή
όταν μιαν άλλη μες στη νύχτα συνοδεύει.

Λούφαξαν οι καρακάξες. Δεν γδέρνουν πια
το τζάμι του αέρα οι φωνές τους.
Μόνον ανάλγητος ο ήλιος λάμπει.
Πού ’ναι τα σύννεφα του πένθους σου, Παράκλητε;

Ο ωραιότερος άνθρωπος
κείτεται νεκρός. Τον σταύρωσαν.
Έναν αθώο παραδώσαμε    και τώρα
−υποκρισία− τον πενθούμε.

Κι ύστερα ψέμα μεγάλο:
πως αναστήθηκε θα πούμε.


                                   Μάτι, Μ. Παρασκευή, 18.4.2025





ΠΛΗΓΗ

            Τί να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
            παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
            το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
            Αιώνες φαρμάκι  γενιές φαρμάκι.

            Γιώργος Σεφέρης, «Οι γάτες του Άι Νικόλα»



Πρόσφυγες    μετανάστες    τουρίστες
και λίγα μάρμαρα.
Όσα δεν πρόλαβαν ν’ αρπάξουν οι Ελγίνοι,
όσα δεν πρόλαβαν να ξεπουλήσουνε οι Έλληνες.

Τί πληγή αγιάτρευτη αυτός ο τόπος.
Μακάρι να ήμουν. Όμως
δεν είμαι Μιθριδάτης.

Δεν συνήθισα ποτέ τον εαυτό μου στο φαρμάκι
και πιο πολύ σ’ αυτό
που με ποτίζεις κάθε μέρα
από τότε που έμαθα να συλλαβίζω τ’ όνομά σου, Ελλάδα.

Μια γάτα του Άι Νικόλα κι εγώ,
παλεύοντας με των φιδιών σου το φαρμάκι
μα ξέροντας κιόλας
πως κανείς δεν αντέχει τόσο δηλητήριο.

Με θυμώνεις    μ’ εξοργίζεις, πατρίδα.
Κι οι νεκροί κουράστηκαν. Τα έδωσαν όλα.
Δεν θέλουν πια να τους θυμόμαστε.
Δεν θέλουνε τη μνήμη μας.

Γιατί με ξέπλυμα μοιάζει βρώμικου χρήματος.
Απόπειρα ληστών να πουλήσουνε τα κλοπιμαία.

Γιατί η μνήμη είναι τα έργα    η αγωνία μας
μπροστά στην κρίση της Ιστορίας − όχι τα μνημόσυνα.

Είναι οι νεκροί που μας ρωτάνε κάθε μέρα

κι εμείς τους απαντάμε με μισόλογα,
αν όχι με σιωπή.


                                   Μάτι, 2.10.2025

                                Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Θανάσης Παναγιώτου, «Χωράφια» (2024).
Πηγή για την εικόνα: InStyle.




Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου