για τα ονειρικά του «μετέωρα»
αποκαλούν τους ποιητές − ίσως γιατί
σαν τους ωραίους βράχους ανυψώνονται,
όπως αυτοί που ιστορείς, Αθανάσιε.
Έχουν βαρκούλες και σκαλούνια,
αδιόρατο καπνό που μόλις αναθρώσκει.
Βγάνουν φτερούγια τα κουπιά. Στέκουν
δίχως θάλασσα μετέωρες οι βάρκες.
λιγνόκορμα σμαράγδινα δεντράκια
ξεσκαρίζουν. Κόσμοι μικροί ακίνητοι.
Βγαλμένοι από όνειρο.
Ποιον χαιρετά
μέσ’ απ’ τη βάρκα τη μετέωρη το κοριτσάκι;
δίχως την έλξη πια στο χώμα να προσδένει
τη σκληράδα τους
(κάποιοι σαν άστρα μας κοιτούν ερημωμένα)
προς τα ουράνια
την απαλή εκείνη πτήση συνεχίζουν
που τρυφερός τους όρισε χρωστήρας
κι η μάγισσα παλέτα σου:
την ήττα εξαγγέλλοντας του Νόμου
που θέλει τα ψάρια στο νερό
κι άφτερους τους μέροπες ανθρώπους.
Σίγουρα, εκεί ψηλά ο Γκαουντί,
με των παιδιών τ’ αεροπλάνα να πετούν
τριγύρω του, ευτυχής, στους βράχους σου
μια νέα σκέφτεται Σαγράδα να υψώσει,
εγγύτερα στη θεϊκή πανάχραντη Φαμίλια.
αεροδρόμια
για της παιδούλας μας ψυχής τ’ αεροπλάνα.
Τώρα που νίκησαν την έλξη
−πουλιά κρεμάμενα χωρίς φτερά−
ν’ αναρωτιούνται τάχα πού ανήκουν;
Να ’ναι νωπός ακόμη ο χωρισμός
κι η θαλπωρή της γης ο μόνος κόρφος;
μυρίζει αέριο, μα δεν έδιναν σημασία.
Μαρτυρία εργαζόμενης στη «Βιολάντα»
και μοίρασε τα κομμάτια της
στη Σταυρούλα την Αγάπη τη Βασιλική
την Ελένη και την Αναστασία
ντυμένος εργοδότης ο Θάνατος.
μη χαραμίσουν της αγάπης τους τη μέρα).
τί παρήγορο θέαμα οι φρέζιες,
διάσπαρτα μπουκέτα
πάνω στο μαρτιάτικο χώμα!
τότε που
μήνες μετά τη μεγάλη πυρκαγιά
τη μυρωδάτη δέσμη τους ξεδίπλωναν,
παρήγορη στάλα
στη μαύρη απ’ την ασβόλη γη.
Και πόσο μιαρό περιδεές το πρόσωπό μου!
που βλέπει κάτω απ’ το δέρμα το κρανίο.
Όταν όλοι μιλούν αυτός ακροάζεται.
Στέκει όπου οι άλλοι προσπερνούν.
Προσπερνά όπου οι άλλοι στέκουν.
(έτσι νομίζουν έτσι τους λένε).
Είναι είδος πια προς εξαφάνιση.
το άδειο να γεμίζουν της ψυχής μου.
Του γκιώνη θυμίζουν τη φωνή
όταν μιαν άλλη μες στη νύχτα συνοδεύει.
το τζάμι του αέρα οι φωνές τους.
Μόνον ανάλγητος ο ήλιος λάμπει.
Πού ’ναι τα σύννεφα του πένθους σου, Παράκλητε;
κείτεται νεκρός. Τον σταύρωσαν.
Έναν αθώο παραδώσαμε και τώρα
−υποκρισία− τον πενθούμε.
πως αναστήθηκε θα πούμε.
και λίγα μάρμαρα.
Όσα δεν πρόλαβαν ν’ αρπάξουν οι Ελγίνοι,
όσα δεν πρόλαβαν να ξεπουλήσουνε οι Έλληνες.
Μακάρι να ήμουν. Όμως
δεν είμαι Μιθριδάτης.
και πιο πολύ σ’ αυτό
που με ποτίζεις κάθε μέρα
από τότε που έμαθα να συλλαβίζω τ’ όνομά σου, Ελλάδα.
παλεύοντας με των φιδιών σου το φαρμάκι
μα ξέροντας κιόλας
πως κανείς δεν αντέχει τόσο δηλητήριο.
Κι οι νεκροί κουράστηκαν. Τα έδωσαν όλα.
Δεν θέλουν πια να τους θυμόμαστε.
Δεν θέλουνε τη μνήμη μας.
Απόπειρα ληστών να πουλήσουνε τα κλοπιμαία.
μπροστά στην κρίση της Ιστορίας − όχι τα μνημόσυνα.
αν όχι με σιωπή.
Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον
Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως
διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει
εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που
δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν
δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ
ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του
θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι
εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS
POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου