Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Χριστίνα Καραντώνη, "Αποκλιμάκωση"



*    *    *


ΞΥΛΟΦΩΝΟΣ


Ο ήχος ξύλινος το μέταλλο
επικαλύπτει τής φωνής
Αργείς και δεν πρέπει

Όσες και να επιχειρούνται επι-
στρώσεις μουσικά να παρεμ-
βάλλονται χαλιά χάχανα ν’ αναρ-
ριχώνται στην αυλή θλιβερά την
αίθουσα διαπερνά αναμονής
μονόχειρα επαίτου ακορντ-
                                                  εόν

Εξοφλούνται οι ματαιώσεις
μ’ ένα αερόφωνο τικ τοκ;


Από την ενότητα «Ιχνηλασία»






ΑΝΕΛΙΞΗ


Έτη το φως μακράν ανέλιξη προμήνυε υπό
εξαφάνιση ‒υποτελείας ένεκα στη χλιδή‒
ειδών κάποιας πολυτελείας
Προοπτική δηλαδή διέβλεπε υπερ-
ίσχυσης πολυτίμων τινών έναντι των
χύδην ευτελών ‒ σωτηρία

Τούτο χωρίς ταγών μεσσιών
μάγων παρέμβαση ή αρωγή
υπό την προϋπόθεση ότι επι-
θυμούν διακαώς και αδιαλείπτως
μοχθούν του πνιγηρού χυλού να

αρθούν υπεράνω


Από την ενότητα «Κλιμάκωση»






ΑΠΟΚΛΙΜΑΚΩΣΗ
XΙΙΙ


Ποτέ δεν τους φόβισαν
παρελθούσες παρούσες
βαθείες πληγές, απλές εκδορές ή
το απρόβλεπτον παράπλευρων φθορών
ότι αμφίρροπος ο αγών, η πάλη

Από σφυρήλατο σίδηρο ας
οι αντοχές τους –το γνώριζαν καλά‒
και όχι απ’ ατσάλι


Από την ενότητα «Αποκλιμάκωση»






ΟΥ-ΤΟΠΙΑ


Σινικής μελάνης ύψωσε τείχος
έως καλύψεως τελικής ‒διαγραφής άλλως‒
συστημάτων ανυψώσεως
‒απλών κλιμάκων αν-
ελκυστήρων και λοιπών από μηχανής
καταξιώσεως θεών με το ζόρι‒

Αδιάφορον εάν κρίσις ή προτροπή
πεδίον πάντως διανοίγεται
όχι δόξης, φωτός ‒ από χέρι

Παίξε και γέλασε
Ότι παιδίον ο χρόνος και

ουδείς πλέον πεσσός


Από την ενότητα «Προοπτική»





Σε κλίμακα 1/1 θα έπρεπε να χαρτογραφούνται οι κραδασμοί, όταν ανέρχονται κατέρχονται ή για μιαν ανάσα στέκονται φωνή τε και βλέμμα. Υπόκεινται όμως στων αρθρώσεων τη φθορά διό μεγεθύνονται ή σμικραίνουν, άλλοτε αλλοιώνονται κατά τη μεταφορά, συμπαρασύρουν άρα πρέπει και θα, κι εκτίθενται όπως μπορούν. Ανά ζεύγη πάντως, ενενήκοντα και μία φορές.
Από την έκδοση





Από τη συλλογή «Αποκλιμάκωση», εκδόσεις Κουκκίδα, 2025.






Η Χριστίνα Καραντώνη γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1959. Σπούδασε Φιλολογία και Φιλοσοφία στην Αθήνα και το Παρίσι. Ζει στην Πάτρα, όπου εργάστηκε ως φιλόλογος.
Επιμελήθηκε εικαστικά (περί τα 60 εξώφυλλα κοσμούνται με ζωγραφιές είτε φωτογραφίες της), αλλά και φιλολογικά, λογοτεχνικά βιβλία και περιοδικά.
Ποιήματα και κριτικά της δοκίμια έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους, ενώ το μελέτημά της Νατάσα Κεσμέτη: Ευλόγως η χαρά, εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Κουκκίδα (2022).
Στις έξι έως τώρα ποιητικές της συλλογές, Κοινοτυπίες (Πλέθρον, 1989), Ακόμα χρόνος (ΑΩ Εκδόσεις, 2011), Πάθη συμφώνων (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2014), Σε κλοιό σώματος (Εκδόσεις του Φοίνικα, 2016), Παρακειμένων Εκείνων (Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019), Από βροχή σε βροχή (Το Ροδακιό, 2021) ‒μια συνομιλία ποίησης και φωτογραφίας‒, έρχεται να προστεθεί η Αποκλιμάκωση (Κουκκίδα, 2025) ως δεύτερη άμα απόπειρα συνδιάλεξης των φωτογραφιών της με τον ποιητικό της λόγο
.




Οι εκδόσεις Κουκκίδα σας προσκαλούν
την Πέμπτη 27 Νοεμβρίου και ώρα 19:00
την παρουσίαση του βιβλίου της Χριστίνας Καραντώνη:

ΑΠΟΚΛΙΜΑΚΩΣΗ

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Ιφιγένεια Σιαφάκα, Συγγραφέας
Ιωάννης Κανέλλος, Ομότιμος καθηγητής ΙMT Atlantique

Στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο
Θεμιστοκλέους 37 – Αθήνα τηλ. 210-3802644


Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2024

Χριστίνα Καραντώνη, "Επισφάλεια"




 
Επισφάλεια


Επισφαλείς οι βαθμίδες
οι εκδορές δε βοούν εμφανείς
μην ανέβεις σε κίνδυνο μην επ-
ουδενί εκτεθείς
ο γέγονε πάει δεν η ανα-
ψηλάφηση βοηθά τ’ ακυρωμένα
ν’ αναιρεθούν υποσχέσεων θα
προς τι επιπλέον η άφεση τόσα
χρόνια μετά όχι δά και λευκή περι-
στερά ψιμυθίω η ευθύνη
‒ πάει πολύ και τα ρέστα λειψά

Σήψης διάχυτη αποφορά αερ-
αγωγούς φράσσει υδρορ-
ροή πνίγει αίμα

με σκουριά



                      Χριστίνα Καραντώνη





Η Χριστίνα Καραντώνη γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1959 και ζει στην Πάτρα. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές της, Κοινοτυπίες (Πλέθρον, 1989), Ακόμα χρόνος (ΑΩ Εκδόσεις, 2011), Πάθη συμφώνων (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2014), Σε κλοιό σώματος (Εκδόσεις του Φοίνικα, 2016), Παρακειμένων Εκείνων (Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019), Από βροχή σε βροχή (Το Ροδακιό, 2021) και η μελέτη της Νατάσα Κεσμέτη: Ευλόγως η χαρά (Κουκκίδα 2022). Ποιήματα και κριτικά της δοκίμια έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Εικονογραφώντας (ζωγραφική - φωτογραφία) επιμελείται εικαστικά, βιβλία ποίησης και λογοτεχνίας καθώς και περιοδικά.



Πρώτη δημοσίευση

Η φωτογραφία είναι της Χριστίνας Καραντώνη.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Νεκτάριος Μπέσης, "Δύο φεγγάρια"


Φωτογραφία: Καλλιρρόη Μπέση



Δύο φεγγάρια


Ένα φύλλο κολυμπάει στο ποτάμι,
χωρίς να βυθίζεται,
πόσο μικρός είναι αυτός ο κόσμος;
ένα ψάρι σε όλη τη θάλασσα,
ένα πουλί στον ουρανό,
δύο φεγγάρια,
το ένα φορτωμένο με δάχτυλα,
το άλλο για εσένα,
το πιάνουν τα κλάματα.
Μια παγωμένη φωνή στην καρδιά μου,
γυμνά χαμόγελα με δάκρυα,
ένα βασίλειο πικρής μέντας.
Ένας κρυστάλλινος βάτραχος,
γλυκό ρεφρέν στα μεταξένια νερά,
προσφέρει τη φωνή του σαν δώρο σε έναν νεκρό,
βουτάει πάλι στην γαληνή του,
μια ιδιωτική υπόθεση.
Χωράφι που πεθαίνει μέχρι την γέφυρα,
τα φύλλα σκουριάζουν μέσα στα μάτια του,
τα βουρκωμένα αστέρια,
λίγο πριν ξημερώσει,
θα πέσουν σαν δάκρυα.



                                         Νεκτάριος Μπέσης



Πρώτη δημοσίευση



Ο Νεκτάριος Μπέσης έχει δημοσιεύσει τρία βιβλία. Ποιήματά του και μικρά διηγήματα έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες ανθολογίες, περιοδικά ποίησης και εφημερίδες.



Φωτογραφία: Καλλιρρόη Μπέση.

Σάββατο 14 Αυγούστου 2021

Χριστίνα Καραντώνη, "Από βροχή σε βροχή"







                                                        ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμϐῆναι δὶς τῷ
                                                        αὐτῷ· σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει καὶ
                                                        πρόσεισι καὶ ἄπεισι

                                                                            Ηράκλειτος (DK B91)


                                                 Από τη θάλασσα η βροχή, τα ποτάμια
                                                 ‒δις το εμβήναι και τρις‒
                                                 χνότο που δε χάνεται, επιστρέφει

                                                 Βαθεία η εκπνοή τής γης
                                                 χοάνη της η αγκάλη









                                                 Από βροχή έλεγες σε βροχή και
                                                 κάποτε
                                                 την απόσταση εννοούσες
                                                 δύο σταγόνων ανά-
                                                 μεσα
                                                 τον χρόνο άλλοτε βραχύ
                                                 επιπλέοντα

                                                 επί
                                                 κατακλυσμών
                                                 διαρκείας









                                                 Μετανάστης η επιβίωση
                                                 εν αιθρία ή υπό νεφών την απειλή
                                                 μέσα πωλεί ‒ αγοράζουμε
                                                 μιας κάποιας προστασίας ενώ

                                                 άγρυπνο καραδοκεί βλέμμα
                                                 την άρση να σημάνει της ασυλίας

                                                 ας μη ποτέ χορηγήθηκε
                                                 ‒ ούτε καν εζητήθη









                                                 Ότι λαβή δεν σ’ αξίωσα
                                                 λαβίδα π’ αναμοχλεύει την πληγή
                                                 ‒ να κλείσει δε λέει

                                                 Και πώς
                                                 αφού γωνία ορθή απάγκιο
                                                 θα ήσουν εξώστης
                                                 ποτέ μα ποτέ να μη στάξει
                                                 μη βρέξει μην
                                                 βραχεί









Ν’ ακούς, έλεγε, τη βροχή σαν έρχεται· τα βήματά της να οσφραίνεσαι πριν τη στροφή. Τη λάσπη π’ αφήνει πίσω της να ζυμώνεις, πάλι και πάλι. Καινούργιες πλάθε ‒από το τέλος‒ μορφές.

Σαράντα δύο φωτογραφικά αποτυπώματα συνθέτουν στη διαδοχή τους μια μικρού μήκους ιστορία ενώ συγχρόνως συνδιαλέγονται με ό,τι ο ποιητικός λόγος αρθρώνει. Οι παράλληλες, υπάλληλες και επαλλάσσουσες αφηγήσεις από και για τη βροχή καλούν το δέκτη να χαράξει τις δικές του υδάτινες διαδρομές, τα δικά του να χαρτογραφήσει έσω και έξω τοπία.

(από το οπισθόφυλλο της έκδοσης)





Από τη συλλογή «Από βροχή σε βροχή», εκδ. Το Ροδακιό, 2021.

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

Γιώργος Χ. Κασαπίδης, "Λωτός"




Λωτός


Το τζάκι έκαιγε τα πάντα. Άλλοτε αργά κι άλλοτε μ’ ανεξέλεγκτη ταχύτητα. Κομμένα κούτσουρα βελανιδιάς ή οξιάς, κάποτε και λευκής σημύδας, λόγια που δεν ειπώθηκαν στην ώρα τους, αγεφύρωτα βλέμματα που δεν διασταυρώθηκαν στο ημίφως, τσόφλια από καρύδια και αμύγδαλα, παλιά σανίδια, ρετάλια από οικοδομές που δεν ολοκληρώθηκαν, λευκές ή μουτζουρωμένες σελίδες, φλούδες από μανταρίνι που ανέδιναν εξαίσιες μυρωδιές, ένα κομμάτι από αυτοσχέδιο μπαστούνι (το μέρος της χειρολαβής) που έτυχε να παραπέσει ανάμεσα στα προσανάμματα…
Γάβγιζε πάντα ένα σκυλί δεμένο στην απέναντι αυλή, στο δρόμο πέρναγαν αδιάφοροι περαστικοί, βιαστικά τροχοφόρα και όλο πιο συχνά τον τελευταίο καιρό, δυο νεαρές ποδηλάτισσες με ολόσωμα μωβ φορέματα.
Όμως, ό,τι θυμόμουν καθαρότερα σ’ αυτήν της παλιά κατοικία ήταν το βλέμμα του ευγενικού ιδιοκτήτη κάπως φευγαλέο, να κοιτά στο πίσω μέρος της αυλής στο σημείο όπου δέσποζε και το μοναδικό οπωροφόρο δέντρο γεμάτο με λωτούς. Ακόμα κι όταν έπεφταν τα πολύχρωμα φθινοπωρινά του φύλλα στα τέλη του Νοέμβρη, αρκετοί από τους βαθύχρωμους καρπούς συνέχιζαν ώριμοι και ανέγγιχτοι να στολίζουν τα κλαδιά, έως αργά και τον επόμενο μήνα, των Χριστουγέννων. Στον παραδίπλα χώρο, όπως ακριβώς τον καιρό που έμενα μόνιμα στη γειτονιά, κατά μήκος της περίφραξης, κάτω από ένα αυτοσχέδιο υπόστεγο, υπήρχαν χειμώνα καλοκαίρι με μικρές αυξομειώσεις ξύλα παλαιάς και νέας κοπής στοιβαγμένα με τέχνη και μεράκι.
Το ίδιο στοιβαγμένα, όπως τα φανταζόμουν, μέσα στο σπίτι σε παράλληλες νοητές γραμμές, αμέτρητες σκέψεις και εικόνες, κινήσεις καθημερινές και σπάνιες, σχέδια και αποφάσεις που δεν τελεσφόρησαν κι έμειναν να στοιχειώνουν τα λίγα τετραγωνικά του άδειου πλέον καθιστικού και των υπόλοιπων σφραγισμένων από τη λήθη δωματίων.
Όταν ήρθε η ώρα για “το μόνον της ζωής του ταξείδιον”, ο κ. Ευγένιος (όνομα που θα του ταίριαζε σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια), σαν έτοιμος από καιρό, έφαγε ελαφρά πίνοντας ένα ποτηράκι τσίπουρο, ξάπλωσε για λίγο στον καναπέ και κοιμήθηκε για πάντα σιωπηλός, όπως στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του.
Δύο ολόκληρες μέρες κι αφού προηγήθηκε η εύλογη ανησυχία του κυρ Γιώργη του φούρναρη, ανακάλυψαν τη σωρό του, κοιτώντας προς τα μέσα από το ίδιο παράθυρο που εκείνος παρατηρούσε έως τότε καθημερινά τον έξω χώρο στο πίσω μέρος της αυλής. Δυο τρεις γυναίκες του κατηχητικού της ενορίας ανέλαβαν εθελοντικά να τον ντύσουν (σχίζοντας λόγω ακαμψίας τα ρούχα του) και να τακτοποιήσουν τα στοιχειώδη για την εκφορά. Συγύρισαν λιγάκι το σπίτι, άλλωστε δεν ήθελε και πολλά, όλα ήταν μια χαρά τακτοποιημένα. Δεν τις άφησα να αγγίξουν μόνο το τραπέζι με τα δύο σερβίτσια. Είπα ψέματα (πιθανολογώντας βεβαίως την πιο βέβαιη για κείνον συνήθεια και αλήθεια) πως ήταν επιθυμία του μακαρίτη να παραμείνει έτσι και πως μου το είχε εκμυστηρευτεί σε μια κατ’ ιδίαν συζήτηση κάποτε. Κατόπιν, οι γυναίκες (τέσσερις στον αριθμό) στρώθηκαν στους καναπέδες αντικριστά σε σχήμα σταυρού κι εκεί που διάβαζαν τα εκκλησιαστικά, έπιαναν ενδιάμεσα για ώρα την κουβέντα, τάχαμου ψιθυριστά κι έλεγαν διάφορα για τον “συγχωρεμένο”, πόσο καλός και πόσο καλόβολος ήταν ο κυρ Παντελής (εμένα δεν μου άρεζε αυτό το όνομα, το Ευγένιος του πήγαινε καλύτερα) και πόσο κλειστός συνάμα και πόσο ακατάδεκτος, μοναχικός, ίσως και “κουσουρλής”, ανόητα κουτσομπολιά του κόσμου κι άλλα πολλά που δε λέγονται. Έφυγα έξω να μη τις ακούω, κάργιες, τσάμπα τόσο εκκλησίασμα.
Εμένα, λίγο που τον έζησα δυο καλοκαίρια, δυο τρεις φορές απ’ έξω και δυο τρεις εντός της οικίας του, μου φάνηκε σε όλα εντάξει, τζέντλεμαν. Λίγες κουβέντες και σταράτες. Μεθοδικός, με τα αντικείμενα του κήπου και με τα κουζινικά, τρυφερός με τα σεντόνια, τις κουβέρτες και τα έπιπλα. Επιμελής με το αγαπημένο του, σκαλιστό από τον ίδιο, χειροποίητο τραπέζι. Εκεί με κέρασε γλυκό σταφύλι, και κρασί από το αμπέλι του και μου ’πε το κρυφό του μυστικό. Πως κάθε Κυριακή σερβίριζε για δύο. Το αγαπημένο της φαγητό, όπως τουλάχιστον το φανταζότανε εκείνος. Πατάτες λαδολέμονο με ρίγανη, μαζί με κεφτεδάκια ζυμωμένα με πολύ κρεμμύδι, τριμμένο παξιμάδι, φρέσκο δυόσμο και λίγη κανέλλα. Αδιάφορο αν αυτή δεν ήρθε ποτέ στην ώρα της, ούτε καθυστερημένα. Αδιάφορο, αν δεν γνώριζε καθόλου την εμμονή, την επιμονή και την υπομονή του άντρα που την ονειρευόταν να στέκει απέναντί του επί τριάντα τρία συναπτά έτη.
Εκείνη, όποια κι αν ήταν, έχασε περισσότερα από όσα απλόχερα θα μπορούσε ο κύριος αυτός να της προσφέρει. Ενώ εκείνος, έριξε τα χαρτιά και δεν ανακάτεψε την τράπουλα. Κι ας ήρθαν όπως ήρθαν, κι ας ήταν πάντα ο χαμένος. Είχε τουλάχιστον κάποια να σκέφτεται, κάποιαν να περιμένει…
Το σπίτι μετά την εκδημία του, δίχως απογόνους και κληρονόμους σφραγίστηκε από την αστυνομία κι έμοιαζε δυο χρόνια μετά σχεδόν ερειπωμένο. Όμως, εγώ, όποτε το επισκεπτόμουν, συνήθως τα Χριστούγεννα όταν επέστρεφα στο πατρικό μου, έβλεπα, όχι πάντα, κάποιες νύχτες τον καπνό που έβγαινε από την καμινάδα του και το καντήλι του να αναβοσβήνει. Τα ξύλα όλο και λιγόστευαν στην αυλή. Ήταν δεύτερος χειμώνας που περνούσα απ’ έξω κι όλο δίσταζα να μπω.
Δεν θα ’μπαινα ίσως ποτέ, αν δεν είχα γνωρίσει τη Νικόλ. Την πέτυχα μια νύχτα ψιλολιώμα στο “Σαλούν”, το απίθανο μπαράκι που ’χε ανοίξει σε μια πάροδο της Πατριάρχου Διονυσίου ο γείτονάς μας στους Αμπελόκηπους, ο Μπακομπίκος. Πήγαινα σχεδόν κάθε βράδυ για την ατμόσφαιρα, για την ωραία γκαρσόνα και την εκπληκτική μουσική που έβαζε ο φίλος από την παλιά μου δουλειά στο δασαρχείο, ο Γιώργος, ο Λούζερ που είχε πάνω από 3000 προσωπικούς δίσκους βινυλίου. Με τη Νικόλ κολλήσαμε από την αρχή κι ας την έριχνα 20 τουλάχιστον χρόνια. Εκείνη μόλις στα 24 κι εγώ πατημένα τα 45, αλλά αμετανόητα εργένης και αλάνης. Δεν ταιριάζαμε σε τίποτα σχεδόν εκτός από το αλκοόλ, βότκα με δυο παγάκια μόνο και μια φέτα λεμόνι. Άλλη γενιά, άλλη χώρα ενηλικίωσης, άλλες ιδέες αυτή, άλλες εγώ, ίσως για αυτό να τα βρήκαμε, όσο τα βρήκαμε, για ένα δεκαπενθήμερο τουλάχιστον. Εγώ πιο μετρημένος κάπως, δήθεν πιο σοβαρός, εκείνη τελείως χύμα, με τατουάζ και διάφορα περίεργα αξεσουάρ, σπάνια εκείνο τον καιρό στις μικρές επαρχιακές πόλεις σαν τη δική μας. Καθόλου γαλλικά εγώ, ούτε αυτή πολλά ελληνικά από τη μεριά της μάνας της, συνεννοούμασταν με λίγα αγγλικά στην αρχή, με τη γλώσσα του σώματος στη συνέχεια. Η Νικόλ, απίθανο κορμί και πρόσωπο δίχως ψεγάδι. Παθιασμένη και ασυγκράτητη, σκέτη φωτιά. Ήθελε να το κάνουμε αν ήταν δυνατόν, επτά φορές τη μέρα και πάντα κάπου αλλού. Πάνω σε τρένο, μέσα σε ασανσέρ που ανεβοκατεβαίνει, σε τραμπάλες, σε δέντρα, σε καπό αυτοκινήτων, σε παλιές οικοδομές, σε αγροτικές αποθήκες, σε γκαζόν, σε άμμο, σε τσιμέντο, όρθιοι, καθιστοί, κρεμασμένοι από σκοινιά… παντού, εκτός από κρεβάτι και στρώμα. Πονούσε όλο μου το σώμα κι ήμουν στα όρια αλλά δεν έκανα πίσω. Όχι πως δεν τα θελα κι εγώ, αλλά σε κάποια φάση θα προτιμούσα και μια άλλη επαφή, λιγάκι πιο πνευματική, λέμε τώρα.
Κάποια στιγμή που της είπα για το σπίτι του κ. Ευγένιου, μου ’φαγε τα αυτιά να μπούμε μέσα από περιέργεια δήθεν. Ήταν αδύνατο να την πείσω να μην…
22 Δεκεμβρίου του 1997, το θυμάμαι σαν σήμερα, μπήκαμε πηδώντας το συρμάτινο φράκτη. Μάζεψα λίγα προσανάμματα και ξύλα. Άνοιξα παραβιάζοντας το πίσω παράθυρο. Το καντήλι είχε λάδι και καινούριο φιτίλι αλλά χωρίς φλόγα, όμως στο τζάκι υπήρχαν λίγα κάρβουνα αναμμένα και παραδίπλα δυο φλούδες από μανταρίνι μισοκαψαλισμένες ανέδιναν υπέροχη μυρωδιά. Δεν ήταν λογικό το σκηνικό, όμως δεν έδειξα την παραμικρή έκπληξη.
Η Νικόλ ταράχτηκε λίγο στην αρχή, αλλά γρήγορα επανήλθε κι άρχισε να εξερευνεί χώρους και πράγματα. Έσυρε ένα μπαούλο από την κρεβατοκάμαρα στο καθιστικό και προσπαθούσε να το ανοίξει. Της είπα πως δεν ήταν σωστό, αλλά λίγο η περιέργεια, λίγο η επιμονή να της κάνω ένα τελευταίο χατίρι, ενέδωσα. Η κλειδαριά ήταν για μένα παιχνιδάκι. Από μικρός ήξερα τα κόλπα, μου τα ’μαθε ο Βάγγος, ένα φεγγάρι που ανοίγαμε περίπτερα για να κλέψουμε τσίχλες και σοκολάτες.
Δυσκολεύτηκα περισσότερο ν’ ανοίξω το καπάκι που είχε κολλήσει με τον καιρό στους μεντεσέδες. Ακούστηκε ανατριχιαστικός ο τριγμός κι αμέσως μετά η τσιρίδα ενθουσιασμού της Νικόλ καθώς έβγαζε από μέσα, ένα παλιό δαντελένιο νυφικό. Ξεντύθηκε αμέσως και το φόρεσε ολόγυμνη από κάτω. Λες και ήταν ραμμένο πάνω της, μονάχα λίγο πιο μακρύ στο κάτω μέρος. Φάνταζε σαν πριγκίπισσα παραμυθιού. “Oh my God”, μου βγήκε, αμερικάνικα, μόλις το είδα έτσι ταιριασμένο πάνω της. «Will you marry me», μου πε εκείνη γελώντας κοροϊδευτικά». «Fuck you, ούτε για πλάκα· είσαι εσύ για γάμο; λυσσασμένη», είπα και της έβγαλα επιδεικτικά τη γλώσσα, όπως μου ’καμνε συχνά κι εκείνη.
Την παρακάλεσα μάταια να το βγάλει, πως δεν είναι σωστό κλπ, ούτε που συγκινήθηκε το αγρίμι. Έψαξα παρακάτω στο μπαούλο, μέσα σ’ όλα είχε τυλιγμένη σε μια κόκκινη ζακέτα μια φωτογραφία με γυναικεία νεανική μορφή. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Ήταν κάποιο οικείο πρόσωπο, μάνα, αδερφή, κάτι άλλο; Γιατί να είναι φυλαγμένη εκεί; Γύρισα και κοίταξα προς το μέρος της επιζωγραφισμένης ασπρόμαυρης φωτογραφίας που ήταν κρεμασμένη σ’ ένα τεράστιο καρφί στον τοίχο. Ο κ. Ευγένιος παρά την αποφασιστική στάση που είχε στην πόζα του πορτραίτου του, δυστυχώς δεν ήταν σε θέση να μιλήσει, εγκλωβισμένος εντελώς στην ακινησία του κάδρου. Η Νικόλ πάλι, στον κόσμο της, με τραβούσε να το κάνουμε στο τραπέζι. Μ’ έσερνε στην κυριολεξία, δεν μπορούσα να αντισταθώ με τίποτα σ’ αυτό το τόσο σφριγηλό νεανικό κορμί. Με το νυφικό, στ’ αλήθεια, είχε πάρει μια τελείως διαφορετική διάσταση. Έβγαλα μια πετσέτα από το συρτάρι της κουζίνας και σκέπασα το κάδρο του κ. Ευγένιου να μη βλέπει. Δεν είχε νόημα, το ήξερα, αλλά ένιωθα σαν να με κοιτάζει για πρώτη φορά κάπως αυστηρά, κάπως επιτιμητικά, σαν να με μαλώνει για την απρέπεια. Η Νικόλ είχε σηκώσει ήδη το νυφικό ως τους μηρούς και περίμενε να μπω από κάτω. Την ικέτεψα: «όχι σε παρακαλώ, σ’ αυτό το τραπέζι». Ήταν ανένδοτη. Δεν με άφησε να αφαιρέσω ούτε τα δυο σερβίτσια. Πάνω στην έξαψη έπεσε το ένα κι έσπασε σε τέσσερα κομμάτια. Η Νικόλ γελούσε, φώναζε «γκούρι, γκούρι», αλλά εγώ είχα αρχίσει να τρέμω, δεν είχα καλή προαίσθηση. Κι όντως, εκείνα τα κομμάτια από το πιάτο έμοιαζαν σαν να χορεύουν σε όρθια στάση στο πάτωμα, το μπαούλο μετακινούνταν πέρα δώθε ανοιγοκλείνοντας το καπάκι του σαν στόμα κροκόδειλου, ενώ ταυτόχρονα το τζάκι φούντωνε ολοένα καθώς τα ξύλα μόνα τους πηδάγανε μέσα στη φλόγες κι έλεγα θ’ αρπάξει όλο το σπίτι, θα καούμε ζωντανοί…
…Ακόμα κι οι δείχτες στο παλιό ρολόι του τοίχου σταματημένοι έως τότε, γύριζαν με τρομακτική ταχύτητα και θόρυβο το χρόνο προς τα πίσω.
Η Νικόλ τρόμαξε τόσο, που ’βγαλε αμέσως το νυφικό, έβαλε τα ρούχα της όπως όπως και το ’σκασε πηδώντας από το παράθυρο. Εγώ είχα φοβηθεί περισσότερο, γιατί είχα ακούσει μικρός από τη μάνα μου κι άλλες παρόμοιες ιστορίες με στοιχειωμένα σπίτια όπου επέστρεφαν αόρατοι οι μοναχικοί τους ένοικοι, αλλά είχα υποχρέωση να παραμείνω  και να επανορθώσω με οποιοδήποτε τρόπο. Μάζεψα ενστικτωδώς τα κομμάτια του πιάτου και τα ένωσα στην αρχή όπως όπως στο πάτωμα. Έψαξα μετά στα ράφια, βρήκα λίγο αλεύρι κι έπλασα ζυμάρι για να τα κολλήσω, όπως κολλάγαμε παλιά τους χαρταετούς. Κατόπιν τοποθέτησα το ενωμένο πιάτο με προσοχή στη θέση που ήταν πρωτύτερα. Στη συνέχεια, δίχως να χάσω χρόνο, δίπλωσα με ευλάβεια το νυφικό και το επέστρεψα μαζί με τη φωτογραφία της άγνωστης γυναίκας στο μπαούλο και το ξανακλείδωσα. Σύντομα, οι φλόγες στο τζάκι έδειξαν να καταλαγιάζουν και το ρολόι επανήλθε στην αρχική του σταματημένη ώρα, 12 και 5. Ξεκρέμασα την πετσέτα πάνω από την φωτογραφία του κ. Ευγένιου δίχως να τον κοιτάξω στο πρόσωπο. Πρώτη φορά ένιωθα τόσο ξένος, τόσο μόνος, τόσο γυμνός εξωτερικά κι εσωτερικά. Φόρεσα βιαστικά τα ρούχα μου και πήδηξα έξω στην αυλή. Είχε αρχίζει ψιλά ψιλά να χιονίζει και να το στρώνει πάνω στα πεσμένα φύλλα. Ένα κοπάδι πουλιά σηκώθηκαν από το δέντρο του λωτού. Έκοψα ή μάλλον σύμφωνα με τους παλιούς παιδικούς κώδικες, “έκλεψα” έναν ώριμο καρπό και κοιτώντας για τελευταία φορά προς μέρος του παραθύρου ψιθύρισα: «Κανένας δεν θα καταλάβει ότι λείπει. Κανένας δεν θα καταλάβει ότι λείπεις…»

Τη Νικόλ δεν τη ξανάδα από τότε. Μάλλον δεν το επιδίωξα κιόλας. Ότι είχαμε να κάνουμε το κάναμε και με το παραπάνω. Άλλωστε θα ’φευγε σε λίγες μέρες για να συνεχίσει την ανέμελη ζωή της στη Λυών κι εγώ θα επέστρεφα στην βαρετή μου εργασία στην Αθήνα. Τακτοποίησα και τις τελευταίες εκκρεμότητες που είχαμε σχετικά με τη διαθήκη του πατέρα, καθησύχασα τη μάνα ότι θα την επισκέπτομαι συχνότερα και πως θα ξαναμιλήσω κάποια στιγμή, όταν έρθει η ώρα, με τον αδερφό μου, με τον οποίο είχαμε ακόμα προστριβές για το αμπέλι του παππού στην περιοχή του Αγίου Τρύφωνα. Ύστερα πήγα στην αλάνα του Παστραφίδη που’χε πάντοτε τα πιο καλά καυσόξυλα. Του ’πα να μεταφέρει τα πιο στεγνά, 1000 κιλά για τη μάνα κι άλλα 1000 να τα αδειάσει στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι του κ. Ευγένιου (κυρ Παντελή, είπα σ’ εκείνον για να καταλάβει). Γέλαγε μαζί μου. «Σάλεψες ή μου φαίνεται, εκεί στο χάος της Πρωτεύουσας», μου ’πε, «τι να τα κάνει τα ξύλα ο πεθαμ...
«Κόφτο, ρε Κώτσο», τον αποπήρα, του ’χα θάρρος, κάναμε παρέα τακτικά παλιά, «δε θέλω σχόλια, πάρε τα φράγκα κάνε τη δουλειά σου και φρόντισε αυτά που είναι για το τζάκι μην τα κόψεις πολύ μακριά. Α, και πρόσεξε κακομοίρη, μη τυχόν είναι λειψά στο ζύγι, όταν τα στοιβάξω θα το καταλάβω, και ποιος δεν θα το μάθει τότε σ’ όλα τα περίχωρα. Χώρια που θα βάλω φιτίλια, βούκινο θα σε κάνω, ένα σωρό θα σου φορτώσω, όχι μόνο για τα ξύλα. Ούτε στην τετράδα του μπιλότ στο καφενείο θα σε δέχονται».



Γιώργος Χ. Κασαπίδης



Πρώτη Δημοσίευση

Η φωτογραφία είναι του συγγραφέα.

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Ειρήνη Παραδεισανού, "Δύο ποιήματα"


Φωτογραφία: Κώστας Αντωνιάδης 


Δεν έχω πια φωνή να μιλώ


δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
...

( Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο
στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κραδαίνει εμπρός μου
ο Άμλετ. )





Ποιητική


Κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω
για το κομμάτι σίδερο
που ’χω καρφωμένο στα σπλάχνα
για το μέταλλο που σπρώχνει το μεδούλι
στις δυο χαράδρες
δεξιά κι αριστερά στους κροτάφους
και δεν αφήνει τα μάτια να δουν τίποτα
πέρα απ’ το βουνό της άγριας λαχτάρας.

Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.

Ω είναι ωραίο να σε λένε ποιήτρια.

Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή.
Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο.

Ανόητοι εσείς που θαρρούσατε πως θα γελάσετε το αίμα.

Μη μου δίνετε πια συγχαρητήρια.

Μονάχα πάρτε το καρφί απ’ τα μάτια μου.

Κι αν δεν μπορείτε,
έστω
σταθείτε από κάτω
και
βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα.




Ειρήνη Παραδεισανού


Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Αλέξανδρος Αραμπατζής, "Δύο ποιήματα"






ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΜΑΓΑΖΟΥ


Μικρομάγαζο. Ο μαγαζάτορας ροκανίζει ένα μέταλλο
Τα ροκανίδια τα ρίχνει στο πάτωμα σαν καμένες γόπες
Πίσω από την πλάτη του κάποιες σκοτεινές φιγούρες μαλάζουν
Τα κόκαλα της πλάτης του με ψυχρούς σωλήνες γκαζιού
Στο υπέδαφος της ακοής του αντηχούν βουερές δυστυχίες
Λόγια υπόκωφα αντηχούν περιμετρικά της αβύσσου
Αντίλαλοι ανίας τον θρέφουν υποτακτικό ως τα ύστερα γεράματα
Κυκλοθυμικές ολονυχτίες τον στριμώχνουν σε βαριά  χρονοντούλαπα
Απ’ τα έγκατά τους δύσοσμες  δίνες μαραζιού  απολυτρώνονται
Πάνω στο πανωφόρι του σαπίζει η  ξύλινη εμπορική μαρκίζα
Κι ένας χείμαρρος χλωρίνης  ξεβγάζει τ’ αποτυπώματα της ξεροκεφαλιάς του





Ο ΚΑΠΝΟΣ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ


Μόλις άναψα το τσιγάρο
Η νοσταλγία πήρε σχήμα καπνού
Κι αναρριχήθηκε στη σκέψη μου
Σαν φαντασμαγορικό κατάλοιπο
Μιας μνήμης που ήδη βούλιαξε
Στα παράσιτα της νυχτερινής σιωπής

Μέσα από τις ρίζες του καπνού
Μ’ ένα τενεκεδάκι φως είχα ξεθάψει
Εκείνο το παλιό ποδήλατο
Με τα σκασμένα λάστιχα
Που τροχιοδρόμησε στο άπειρο
Μιας εφηβικής κατάρρευσης

Εκείνο το σκουριασμένο παιχνίδι
Που κόλλησε στη ρίζα του δέντρου
Σαν διχασμένο πατρογονικό κειμήλιο

Εκείνη την  βροχή που μούσκεψε
Όλα τα κρυμμένα βιβλία της σοφίτας
Σβήνοντας από την ράχη του χρόνου
Τα ένοχα παιδικά μου ανομήματα

Μες στον καπνό διαμελίζω κουβέντες
Μοντάρω με βία τη λέξη «θυμάμαι»
Χαράζω στο βλέμμα  μου την υγρή ηδυπάθεια
Που  πότισαν  στο δέρμα μου οι αγριοροδιές
Και ξεκινάω  ξανά ξέπνοος και ξαναμμένος
Την ρότα της ανεπίστροφης φυγής
Βυθισμένος στο απεμπολημένο στη μνήμη
Ακωδικοποίητο της λήθης αμάλγαμα





Τα ποιήματα "Το φάντασμα του μικρομάγαζου" και "Ο καπνός της νοσταλγίας", δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Δασκαλάκη από την έκθεση "Βεροιείς αεί ποιούσι", (γκαλερί Παπατζίκου 14/10 - 10/11/2016).

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

"Όταν η τέχνη του λόγου συναντά την τέχνη της ζωγραφικής..." - Ένα θεατρικό αναλόγιο




«Όταν η τέχνη του λόγου συναντά την τέχνη της ζωγραφικής…», ήταν ο τίτλος του θεατρικού αναλογίου που διοργάνωσε το εργαστήριο ζωγραφικής του Κωνσταντίνου Αρώνη, το βράδυ της Παρασκευής 16 Σεπτεμβρίου 2016, στο café ΜcOza, στη Βέροια, με την ευκαιρία της έναρξης των δραστηριοτήτων του για την ακαδημαϊκή περίοδο 2016 - 2017.



Στην καλλιτεχνική αυτή παρέμβαση, η οποία είχε την υποστήριξη του Ποιητικού Πυρήνα, τα έργα ζωγραφικής του εργαστηρίου «συνομίλησαν» με κείμενα λογοτεχνών, μέσα από τη διαδικασία της εκφραστικής ανάγνωσης, που υποστηρίχτηκε από τους ίδιους τους λογοτέχνες, αλλά και από νέους περφόρμερ σε ένα δρώμενο με άξονα τη δημιουργική σύνδεση λόγου και εικόνας.
Στο θεατρικό αναλόγιο διαβάστηκαν κείμενα της Κούλας Αδαλόγλου, του Βασίλη Δασκαλάκη, του Δημήτρη Καπετανάκη, του Δημήτρη Ιορδ. Καρασάββα, του Σούλη Λιάκου, του Νίκου Μανούδη, του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου και του Παύλου Παρασκευαΐδη.




Σε όλους τους τοίχους του café υπήρχαν πίνακες ζωγραφικής τους οποίους είχαν φιλοτεχνήσει οι:
Σμαρώ Αθανασιάδου Μαίρη Αλεκόζογλου, Τατιάνα Αμοιρίδου, Τίλντα Αμπαστάδο, Όλγα Αναστασιάδου, Κοραλία Βαρελοπούλου, Μαρίνα Γαβριηλίδου, Όλγα Γιαμά, Ρινέτ Γιωσαφάτ, Μάριος Δασκαλάκης, Νεφέλη Δέτσικα, Τζένη Λάγαρη, Ευαγγελία Καΐκη, Δώρα Καλόνικου, Νεκταρία Καράλη, Παναγιώτης Καρανάσιος, Γιάννης Κουκουτέγος, Ουρανία Μανουσαρίδου, Σωτήρης Μάντζος, Δώρα Μουρατίδου, Αλεξάνδρα Μπαλτζή, Μαριλένα Μπιτζάνη Σοφία Ναλμπάντη, Δάφνη Παπαρέντη, Λίλα Σιδηροπούλου, Ευτυχία Σοφιανίδου, Μαργαρίτα Σπάτα, Ελένη Συλίβριλη, Μαρία Τασιοπούλου, Μελετινή Τσίλη, Χρύσα Φιλίντατζη, Γιάννης Φωτόπουλος και Μαρία Χειμωνοπούλου.




Το δρώμενο, το οποίο προλόγισε με έναν σύντομο χαιρετισμό του ο Κωνσταντίνος Αρώνης, εξελίχθηκε σταδιακά σε όλους τους χώρους του café ΜcOza, ξεκινώντας κατά έναν συμβολικό τρόπο από τη σκάλα, συνεχίζοντας έπειτα στον πρώτο όροφο, για να καταλήξει στο ισόγειό του.




Με την κίνησή τους, η Χάρις Αρώνη και η Νίκη Χριστοφορίδου, ζωντάνεψαν εντυπωσιακά τη συνομιλία κειμένων και πινάκων, κάνοντάς την να πάλλεται στα μάτια του κοινού.
Ο Μάριος Δασκαλάκης χρωμάτισε μουσικά το δρώμενο με τις νότες του σαξοφώνου του, ενώ η επιμέλεια παρουσίασης και η σκηνοθεσία της εκδήλωσης ήταν της Αλεξάνδρας Μυλωνά.












Φωτογραφίες: Γωγώ Αναστασιάδου