Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Γιάννης Στρούμπας, "Δύο ποιήματα"




ΣΥΡΜΟΣ


Εκκρεμότητες στριμώχνονται
στα βαγόνια του συρμού.
Κοντανασαίνουν
πλάι στο ηχητικό σήμα.
Δεν βολεύονται
σε κάθισμα.
Όρθιες παραφυλούν,
έτοιμες να πεταχτούν
στην επόμενη στάση.

Εκκρεμότητες στριμώχνονται
στα βαγόνια του συρμού.
Η ανεμελιά
αδικαιολογήτως απούσα.
Στην ηλεκτρισμένη ροή
η αδράνεια
δεν είναι του συρμού.






ΡΑΓΕΣ


Στέκει πίσω απ’ τη γραμμή ασφαλείας
περιμένοντας τον συρμό

πρόσωπο οργωμένο
από βάσανα και χρόνια
μέτωπο υπερσιβηρικός
απ’ ανατολή σε δύση

αναγγέλλεται ο συρμός
προσερχόμενος τελετουργικά

ένα βήμα μπρος
− λέω θα πέσει! −
τσακώνει την ανησυχία μου στον αέρα
και μου λέει με το βλέμμα της στο μέτωπο:
«Παιδί μου,
εμένα οι ράγες τούτες
χρόνια τώρα σηκώνουν
βαγόνια προς στρατόπεδα συγκέντρωσης·
έναν απλό συρμό
θα φοβηθώ;»





Τα δύο ποιήματα του Γιάννη Στρούμπα, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Θευθ, οι δύο όψεις της γραφής, τχ2, Μάρτιος 2016.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Μαρία Λάτσαρη, "Εν δυνάμει πραγματικότητα"




ΜΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΜΕΡΑ
ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑΣ Λ.Π.


Η πραγματικότητά μου ονειρική
και πώς να μην είναι
όταν βλέπω τα χρώματα της ίριδας
σε αριθμούς και γράμματα
το πέντε μπλε
το οκτώ πορτοκαλί
το πληκτρολόγιο πολύχρωμο
όταν ο ήχος της φωνής σου
έχει την γεύση των σύκων
που τρώγαμε μαζί κάτω απ’ την κληματαριά
όταν το τραγούδι των τζιτζικιών
αστράφτει φως κόκκινο
όταν ακούω τη μυρωδιά του θυμαριού
να κυλά με την αύρα στους αμμόλοφους
κάψα μεσημεριού
τα πεύκα μαζεύουν τη σκιά τους

Το ημερολόγιο γράφει μπλε Ιουλίου





ΑΠΟΛΟΓΙΑ


Μάρτυς μου τα δάκρυα
ορκιζόταν
λες κι ο πόνος
είναι ζήτημα αλήθειας





ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ


Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα
η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια
χαμογελούσε με επιφύλαξη
μην είχε φύκια
ανάμεσα στα δόντια
(πού να ψάχνει τώρα
τον μπόγο της για νήμα)
Βρίσκεται ινσαλάχ
μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου





ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ


Χειμώνας
Φλεβάρης ξεφυσούσε
κατάμουτρα το χιόνι

έτοιμη να φύγεις
χλωμή διάφανη
σαν γάλα μητρικό
χιονόνερο
του στήθους σου
το πρώτο μας πάρε-δώσε

περίσσευε η σιωπή
από παντού
παιδί που το ξεχάσανε
με μισοφορεμένα παπουτσάκια





ΑΝΑΣΚΑΦΗ


Αυτούς που φύγανε
λέμε να τους θυμάσαι
αλλά εντέλει
εννοούμε να τους ξεχνάς
Αν και στη σκέψη σου χασομερούν
η λήθη
σιγά σιγά
τη σκιά των βημάτων τους σβήνει
κάθε στιγμή και μια φτυαριά χώμα
Η ζωή σε τραβάει απ’ το μανίκι
μην φτάσεις να πενθείς το μέλλον
Κάποτε ίσως τους ξαναβρείς

σε μιαν ανασκαφή





Από τη συλλογή «Εν δυνάμει πραγματικότητα», εκδ. Μανδραγόρας 2016

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη, "Τέσσερα ποιήματα"





Ήρθαμε πάλι στα βορινά


ήρθαμε πάλι στα βορινά
απέλπιδες επαίτες ήλιου
χιόνι πολύ εφέτος
το γάλα κρύσταλλο
στα χείλη νηστικού παιδιού
βάρκες πανιά σχισμένα
χλωμά κρίνα της πάχνης
χρώμα ελπίδας ανεπαίσθητης
ζεσταίνουμε με χνώτα
τα παγωμένα χέρια μας
κρύσταλλα φυσητό γυαλί
καταγράφουν
κίτρινες και μαβιές ανταύγειες
στου χιονιού το άσπρο





Ακορντεονίστας του δρόμου


Στο δρόμο κάθομαι μονάχος
με την Καλίνκα στ’ ακορντεόν
κόσμος με προσπερνά
γάτος αδέσποτος στο φράχτη
Κρεμασμένος
Ποιος άνεμος μ’ έριξ’ εδώ
− άι, ξαπλώστε με μεσ’ στο πευκόδασο
ύπνο σμαραγδένιο να κοιμηθώ*−
Δελφίνια αγέλη κυνηγημένα στοίβα
στεγνά φιλιά απορημένα
σ’ ακτή του πουθενά
Αναριγώ
Ρείκι σε πεζοδρόμιο ριγμένο
δελφίνια πεθαμένα στ’ ακρογιάλι
− Καλίνκα, ζωή μου ζωή ξένη
έι, βατόμουρο και ρόιδο ζωή μου τρελή −



* Καλίνκα (ρωσ. «χιονάτη») ρωσικό παραδοσιακό
στίχοι-μελωδία Ιβάν Πέτροβιτς Λαριοόνωφ,
απόδοση Γιάννης Ρίτσος




Υπάρχουν σπίτια


Υπάρχουν σπίτια που αν και κολόνες είχαν σταθερές
ξεδοντιασμένα ξόανα αλλοτινών καιρών ορθώνονται
Πόρτες δεν απόκτησαν ποτές ούτε παράθυρα
Στους νοερούς τους τοίχους γελάκια κι αναστεναγμοί
δεν καταγράφτηκαν ποτέ δεν βράχηκαν με δάκρυα
Καμιά ανάσα δε τα ζέστανε χαμόγελα δεν ντύθηκαν ποτέ
απ’ τα θεμέλια ακόμα είχαν παραβιαστεί ανεπανόρθωτα
Αγριόχορτα κι άστεγα περαστικά οι τοίχοι τους κι οι κάτοικοι
Μόνο κάποιες φορές δάκρυ στεγνό κι ιδρώτα στάζουν έρημες
οι φθαρμένες κολόνες τους
Υπάρχουν σπίτια που πριν ακόμα γεννηθούν ολόκληρα
σμπαραλιασμένα και γυμνά οδεύουν προς στο θάνατο





Λίγο νερό


Αθώο αίμα παφλάζει
σε μετρό και σε πλατείες
Τυφλός ο μακελάρης
φούλι δε φίλησε
Αυγή δεν άνθισε ποτέ
κελάρι σκοτεινό

Φως λίγο φως να ψάξουμε τα έρημα κορμιά
Λίγο νερό να πλένουμε διαμελισμένα σώματα
Χώμα στεγνό να βρέξουμε στο δάκρυ μας





Προδημοσίευση από την προς έκδοση συλλογή «Λιγοστεύουν οι λέξεις», που αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός του 2017 από τις εκδόσεις Μελάνι.

Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της ποιήτριας.


Βιογραφικό
Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα, είναι κλινικός ψυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια, κάτοχος (MSc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).
Έχει δημοσιεύσει τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές:
-«Διαδρομές», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015
-«Συναισθηματικό αλφαβητάρι», εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, 2009
-«Ο δρόμος», έκδοση Δήμου Σερρών 2006.
Μεταφράζει σουηδική ποίηση, έχει δημοσιεύσει σε απόδοσή της ποιήματα της Karin Boye στο τεύχος 53 του «Μανδραγόρας και στο τεύχος 4 του «Θευθ».
Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στις ηλεκτρονικές ποιητικές ανθολογίες:
Ποιητική ανθολογία: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα», της Βίκυ Παπαπροδρόμου &
Ποιητική ανθολογία Τόλη Νικηφόρου_ Χρόνος και μνήμη
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «ΘΕΥΘ» & «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ» καθώς και σε ηλεκτρονικές λογοτεχνικές σελίδες και περιοδικά όπως τα: www.poiein.gr
http://fractalart.gr.  
http://www.bibliotheque.gr/article/52921
http://ifigeneiasiafaka.com
meanoihtavivlia.blogspot.com
staxtes.com/2003/?p=7168

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Μάρκος Μέσκος, "Πριν από τον θάνατο"




Ο ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΧΤΗ


Έπρεπε να κατέβει στα πόδια του καταρράχτη
να πλένει τα ματωμένα του χέρια,
τα σκονισμένα αρβύλια του να πλένει
με τις γαρδένιες του νερού, να δροσίσει
το μέτωπό του ή, αν ήταν βολετό,
να κυλήσει το βρώμικο κορμί του
μετά το ντουφέκισμα, εκεί στο ύψος του καταρράχτη,
απ’ τη φλογέρα του πουλιού...

(Δώστε μου μια σάλπιγγα
να κλάψω αυτόν τον άνθρωπο
με τη χακί στολή!...)





ΟΥΡΑΝΟΣ


Με τα κλαδιά του δέντρου κάνω σχέδια στον ουρανό
ζωγραφίζω ένα λυπημένο Θεό, την
οπλή του αλόγου που δε φαίνεται −
φταίνε τα σύννεφα που τα κουβάλησε ο τρελός βοριάς
μα πώς αλλιώς θα ζωγράφιζα
ένα καράβι με τα τέσσερα χαμόγελα του κόσμου;

Κάνω σχέδια με τα χέρια του ανέμου
σχέδια παράξενα, μάτια και πρόσωπα αγαπημένα,
σχέδια παράξενα, νεκροί που πίστεψα
αίμα και κόκαλα και χαρά και δρόμοι,
σχέδια ίσως τρελά: μια πηγή γαλάζιο,
μια πηγή γαλάζιο νερό για τη δίψα της προσευχής μου
κι έναν άγγελο να μου δίνει το χέρι
ν’ ανέβω ψηλά...

(Μάνα, δεν έπρεπε να βάψεις γαλάζια τα μάτια μου
δεν έπρεπε, μάνα, να με ποτίσεις
τόσο βουρκωμένο ουρανό...)





ΑΝΘΟΔΟΧΕΙΟ


Ίσως η κάμαρα η κενή, ίσως ο ήλιος που απίθωνε
             τις κραυγές του πάνω στην πλάτη μου
έγιναν αιτία να φαντασθώ
πως τ’ άδειο ανθοδοχείο πάνω στο τραπέζι
είχε μάτια που με κοιτούσαν επίμονα,
είχε φωνή που με νανούριζε και με ξυπνούσε
μ’ έναν Έρωτα γεμάτο παπαρούνες στο αδειανό του στόμα.





ΧΩΡΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ


I

Έσφιξα τα χέρια των συγχωριανών μου
− τη μοίρα οργωμένη από τ’ αλέτρι
τον ήλιο και τ’ αγκάθια από τα χερσοχώραφα
και την οργή τους.


II

Ο ουρανός θρυμματισμένος όνειρα
κάπα στην αγρύπνια του βοσκού κι αμίλητη φλογέρα.
Τη νύχτα αυτή όσα τα μάτια τ’ ουρανού
τόσα τα πρόβατα στη γη.


III

Ζέψαν τα βόδια από τις τέσσερις χαράματα
αφού τον αδερφό του ήλιο με την πλούσια κόμη
ξαπλώσανε στον κύκλο του αλωνιού
σπυρί σπυρί κουρσεύοντας το στάρι.


IV

Βάλτους δεν έχουμε δω να κρώζουνε τα νεροπούλια
τα καλοκαίρια δω άνεμος δε βογκάει, τ’ αρνιά
σκαρίζουνε, τα καριοφίλια κοιμούνται.
Πούθε έρχεται κάθε μεσάνυχτα η παιδική φωνή
τρέλα γεμάτη και παράπονο;





ΠΟΙΗΤΗΣ


Τέλειωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
             να τραγουδήσει νεκρούς...
Του ’δειχνα τ’ άσπρα μου μαλλιά μ’ αυτός δε φοβόταν
             τον θάνατο,
του ’λεγα να ’ρθει μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ’ τη θλιμμένη βροχή
μ’ αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.





Από τη συλλογή «Πριν από τον θάνατο» (1958), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση, «Μάρκος Μέσκος - Ποιήματα, Μαύρο δάσος Ι»,
εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Ειρήνη Μπόμπολη, "Εκεί που ο κύκλος"




Ανοιξιάτικο ξύπνημα


Πάλι το ποτάμι
ξύπνησε πρωί.
Κι οι παπαρούνες
στις όχθες του
γκρινιάζουν για φως.
Πάλι το νερό
πενθεί την άνοιξη.
Κατακόκκινο.





Το ξένο Σώμα


Είναι βαρύ. Μολύβι.
Κι ας το κράτησες κάποτε
ψηλά
με το ένα σου δάχτυλο.
Είναι βαρύ σαν το σκοτάδι
πηχτό πικρό και άπονο
το ξένο σώμα.
Σαν το κρατάς λυγίζεις
και κρυώνεις
από τον πάγο της σιωπής.
Κι ας λούστηκες γυμνός
στο φως του, κι ας ζεστάθηκες
στον ήλιο του.
Τώρα σκληρό είναι σαν την πέτρα
κι αρράγιστο
στη θέα των λουλουδιών,
Δεν αγγίζει
Δεν μυρίζει
Δεν βλέπει ούτε ακούει.
Ούτε γεύεται τη σάρκα σου.
Μόνο την ποδοπατεί.

Και δεν σε γνωρίζει.
Ούτε το γνωρίζεις.





Στον κήπο


Το γιασεμί, το αγιόκλημα.
Και το φιλί σου ανέσπερο,
ανάμεσά τους.


                                             21-5-2015





Ανάποδα


Αν κουρδίσω ανάποδα το χρόνο
μπορεί και να σε συναντήσω.
Μπορεί,
τυλίγοντας ξανά το νήμα στο αδράχτι,
και να πέσω πάνω
σε εκείνο το ιδιότροπο, λάγνο
χαμόγελό σου.


                                             21-6-2016




Από τη συλλογή «Εκεί που ο κύκλος», εκδ. Το Δόντι, 2016

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Τατιάνα Παπά, "Δύο ποιήματα"




Χίλιοι τρόποι


Γκρίζα σύννεφα, γκρίζα μάτια
βουτηγμένα στη θλίψη
Κεραυνοί, καταιγίδες
κι ύστερα ήλιος
και μετά ψιλόβροχο
Αρχές φθινοπώρου
ένα ουράνιο τόξο να σπάει τη σιωπή
και να χαμογελάει με χίλια χρώματα.

Χίλιοι τρόποι να υπάρχουμε.
Χίλιοι τρόποι να αγαπάμε.





Νέα Γη


Με ό,τι έχω ήδη κερδισμένο
στα μονοπάτια του ήλιου και της αβύσσου
προχωρώ ακόμη πιο πέρα ασταμάτητα

Το θέμα δεν είναι αν θα επιλέξεις να δεις
το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο
Όταν φτάνεις στ’ απροχώρητο, στο άγνωστο
Εκεί που οι λέξεις ξεθωριάζουν
Εκεί που οι ήχοι και τα χρώματα φτάνουν στα όριά τους
Εκεί που δεν μπορείς να κρυφτείς πουθενά
Εκεί που τα πράγματα είναι γυμνά, κοφτερά κι ολοκαίνουρια
Μπορείς ν’ αντέξεις τόσο φως σκοτεινό κι αγγελικό;
Μπορείς ν’ αντέξεις τόση αιχμηρή ομορφιά;




Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Χάρης Βλαβιανός, "Διακοπές στην πραγματικότητα"




ΓΑΛΑΖΙΟ

                                                    … πάνω σε μια απόχρωση του Αλμπέρτι


1.

Ξαφνικά η παλέτα του γέμισε
με το πιο μυστικό γαλάζιο τ’ ουρανού.
Έσκυψε πάνω στον καμβά του
κι άρχισε να ζωγραφίζει πυκνά σύννεφα.
Στο εργαστήριο αντηχούσαν οι φωνές των αγγέλων
που επαναλάμβαναν δυνατά τ’ όνομά του:
Beato Blue Angelico.


2.

Ο Ραφαήλ είχε μεγάλα φτερά.
Ο δάσκαλός του Περουτζίνο επίσης.
Μ’ αυτά άπλωσε το δικό του γαλάζιο στην οροφή της Καπέλα
       Σιστίνα.
Στο μέρος του Παραδείσου που του αναλογούσε, ο ήλιος δεν δύει
       ποτέ.


3.

Η Βενετία αναπαύεται τώρα
στο αστραφτερό γαλάζιο του Τισιανού·
η Ρώμη στο μελαγχολικό του Πουσέν
που λαμπυρίζει ανάμεσα στις ορτανσίες της Πιάτσα Γκλόρια.
(Εκεί μικρός μύρισα για πρώτη φορά την Άνοιξη.)


4.

Το γαλάζιο του Τιντορέτο με πληγώνει·
του Τιέπολο (θυμάσαι τα φατνώματα στη Villa Serbeloni;)
με κάνει να χαμογελώ ανέμελα·
του Γκρέκο με δοκιμάζει
− μπορώ άραγε να συνεχίσω να πιστεύω σ’ αυτό το εκτυφλωτικό
       σκοτάδι;


5.

Στο εργαστήριο του Βελάσκεθ
το γαλάζιο συστήνεται ως Ινφάντα Μαργκαρίτα.


6.

Πάρε αυτή την ωραία γαλάζια κορδέλα
και δέσε την γύρω από τα χρυσαφένια σου μαλλιά.
Σου την προσφέρει ο φιλήδονος Γκόγια.


7.

Εκρήξεις γαλάζιου μέσα στις αλληγορίες της Μεσογείου.
Ο Βαν Γκογκ μία απ’ αυτές.
(Η πιο έναστρη.)


8.

Τα δάκρυα του Μονέ
ήταν γκριζογάλανα.
Ο Καντίνσνκι για να τον τιμήσει
έδωσε στον καβαλάρη του το άρωμα της λεβάντας.


9.

Μια μέρα το πινέλο θα μιλήσει.
Τότε θ’ αποκαλύψει αυτό που τα χρώματα ήδη γνωρίζουν:
πως ο Ματίς ήταν πράγματι γαλαζοαίματος.
(Όπως και ο Σαγκάλ εξάλλου.)


10.

Είμαι η γαλάζια σου σκιά.
Το καθαρό περίγραμμα τού σώματός σου.
Για τα γερασμένα μάτια
μια διαρκής παρεκτροπή.





ΝΟΣΤΑΛΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΥΡΙΟ


Το ένα χέρι αγγίζει απαλά το άλλο.

Θέλεις να μιλήσεις για το ταξίδι
(έχεις ήδη αρχίσει ν’ αναχωρείς)
αλλά το θρόισμα των φύλλων
(επιστροφή σε παλαιότερες εποχές −
νύχτες νωχελικές, άπληστες)
δεν αφήνει περιθώρια για απολογισμούς.

Οι λέξεις σωπαίνουν διακριτικά.
Οφείλουν να σωπάσουν για να κρατήσουν τα προσχήματα.
Χαμογελάς αμήχανα.
«Τα πάθη δημιουργούνται για να σβήσουν».
Ποιος το έγραψε αυτό;
Η Χάου; Η Κάρσον;
Αδιάφορο πια.
Σημασία έχει πως έσβησαν
και ότι ξέρεις πως έσβησαν.
Ο πόνος όμως σ’ εμποδίζει να συγκεντρωθείς.
Ενώ θα έπρεπε να σταθείς στα δεδομένα της στιγμής
Εσύ αναλογίζεσαι τις ηθικές προεκτάσεις του ζητήματος.
Ποιου ζητήματος ακριβώς;
(Τι νόημα έχουν οι νύξεις όταν δεν έχει καν τεθεί το ερώτημα;)
Θα μπορούσες να της είχες πει
(τότε που οι συνθήκες το επέτρεπαν ακόμη):
«έρωτας είναι αυτός που φέρει το μήνυμα,
όχι το μήνυμα το ίδιο».
Δεν το έκανες.
Από λεπτότητα; Ντροπή;
Ποιος ξέρει;

Εσύ ασφαλώς όχι…

Έλα ας κλείσουμε για λίγο τα μάτια·
ας αφήσουμε τον αγαπημένο σου Καετάνο Βελόσο
να μας νανουρίσει με την απαλή φωνή του.
Να ονειρευτούμε μαζί το όνειρο που δεν θα ζήσουμε.





Από τη συλλογή «Διακοπές στην πραγματικότητα», εκδ. Πατάκη, 2009




Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας,
ο Ποιητικός Πυρήνας,
το βιβλιοπωλείο Ηλιοτρόπιο και οι Εκδόσεις Πατάκη
σας προσκαλούν
την Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017 στις 6:00 µ.µ.
σε μία συνάντηση με τον
Χάρη Βλαβιανό
με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου

Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ

Θα μιλήσουν οι ποιητές
Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου,
Δημήτρης Ιορδ. Καρασάββας
και ο συγγραφέας

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί
στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας
Έλλης 8




Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Η πρωτοχρονιάτικη πίτα του Ποιητικού Πυρήνα




Η πρωτοχρονιάτικη πίτα του Ποιητικού Πυρήνα


Την πρωτοχρονιάτικη πίτα της έκοψε η συντροφιά του Ποιητικού Πυρήνα, το βράδυ της Κυριακής 8/1/2017, στον όροφο του café McOza, το φιλότεχνο στέκι της Βέροιας. Τα μέλη και οι φίλοι της λογοτεχνικής συντροφιάς αντάλλαξαν ευχές για ένα δημιουργικό 2017 .
Πριν την κοπή της πίτας, ο κύριος Σωτηράκ Καράντζα ανέγνωσε την κριτική του για την ποιητική συλλογή του Σούλη Λιάκου, «Λογαριασμός Όψεως», εκδ. Καλντερίμι 2014.
Έχοντας ως κεντρικό άξονα στον κορμό του έργου, ο κύριος Καράντζα, χρησιμοποίησε ως συνδέσμους, στίχους της συλλογής, για να ξεδιπλώσει ένα πόνημα πλούσιο σε αναφορές τόσο στους θρύλους και μύθους της Ελλάδας και της Αλβανίας όσο και σε έργα σταθμούς της ξένης λογοτεχνίας («Κόλαση» του Δάντη, «Το κοράκι», του Ε. Α. Πόε κ.ά.). Ακολούθως ο Σούλης Λιάκος αναφέρθηκε στους αρμούς που συνδέουν την Τέχνη με την ζωή, δίνοντας την ευκαιρία για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.











Φωτογραφίες: Μάριος Δασκαλάκης.