Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Δώρα Κασκάλη, "Ανταλλακτήριο ηδονών"




ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΕΝ ΚΕΝΩ

Λέξεις, έξεις, στο κενό
μ’ έχουν κρεμασμένη απ’ τον ιστό
πανάκι της οδύνης που αρμενίζω
με τα μικρά αιμάτινα ξέφτια
παραδομένα αθύρματα του Μάρτη
που αποφάσισε άγρια
να βγάλει τα τσιρότα
να σπείρει ρίγη
να ζώσει δέρμα
τσαλακωμένο σμυριδόχαρτο.
Ναι, σας ευχαριστώ
που με σκεφτόσαστε
ενίοτε·
αποκτώ σχήμα τότε
εγώ η λαθραία,
μια κάποια επιθυμία
να μ’ επιθυμείτε.
Αποσύρομαι τώρα
στον σιωπηρό γυναικωνίτη
για να σύρω μια μισοσπασμένη, αμφίβια σαΐτα
στον αργαλειό που βούλιαξε
κι έβγαλε ρίζες
ο πάτος μιας επιθυμίας
απρόκλητα υγρής.



ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Έλα να κοιμηθούμε τις αντιφάσεις μας:
θα είναι βάπτισμα
στην απόλυτη σχετικότητα.
Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γράμματα.

Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα
όταν θα σκοτωθούν οι ήρωες των βιβλίων σου
– θα γίνει το αδύνατο, θα δεις −
εσύ, αγάπη μου, δε θα ’χεις πια ζωή να ζήσεις.


(Από την ενότητα: «Ο έρως έχει ύπαρξη»)



I.

Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδερφού, του εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε τώρα με τη δίδυμη καραμπίνα σας για άλλα θηράματα, το αίμα είναι πάντα το ίδιο αλλά ποτέ αρκετό. Εγώ θα ζωστώ τη σιωπή των νεκρών· έτσι λένε αυτοί που δεν ξέρουν. Όποιος έχει πεθάνει μια φορά, ξέρει ότι στα μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας.



Χ.

Μη μου εξηγείτε το φεγγάρι, του έγραφε. Αφήστε με να το βλέπω σα μια οπή φωτός που οξειδώνει το μαύρο. Μόνο να μου χαρίζετε τις άλλες σας τις λέξεις, να τις κοιμάμαι στα εφεδρικά κρεβάτια που δεν κατάφεραν ποτέ να με κρατήσουν. Να μου ψιθυρίζετε τις ρίμες σας, σα να φυσάτε στον κοχλία του αυτιού. Και να μου δίνετε σπάταλα τη ζωή, τόσο ωραία αφηγημένη· αυτά είναι η δική μου πανσέληνος που διαβρώνει τα ερέβη της μοναξιάς.


(Από την ενότητα: «Silentium amoris»)



ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Κάθε μέρα αποζητώ
τη γεύση του κορμιού σου.
Κάθε ανάσα μου ψάχνει μονιά
στη λόχμη του λαιμού σου.
Όλα τα σ’ αγαπώ μου τάματα
στα εύσαρκά σου χείλη.

Το σκονισμένο μου γραφείο
η απόγνωση του αγέννητου παιδιού
οι βαλίτσες στη έξοδο κινδύνου
θαμπώνουν στο ξέφωτο της αγκαλιάς σου.

Πώς να μην σ’ αγαπώ;
Είναι ο μόνος τρόπος
πια
για να υπάρχω.



ΓΕΝΕΣΙΣ

Να καθαρίσω αυτά τα μάτια
απ’ τα παλίμψηστα
που χάλασαν τα χρώματα
απ’ τα κορμιά που τα ’καψαν
με τη μοναχική παραφορά τους.
Να ξαναδώ το ελάχιστο
ν’ ανασυντεθώ στο μηδέν
κι ύστερα να σε δημιουργήσω.


(Από την ενότητα: «Λιβιδώ»)



 Από τη συλλογή «Ανταλλακτήριο ηδονών», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2014 

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Οδ. Ελύτης στο Καλντερίμι του Φθινοπώρου


Το Καλντερίμι
(πλατεία Ωρολογίου, Βέροια)


Η ιδέα της Μάγια Κιαράπα και του Γιώργου Λιόλιου να υποδεχτούμε το φθινόπωρο με την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, μας βρήκε απόλυτα σύμφωνους. Ως μέρα επελέγη η Τρίτη 9/9/2014, το πανσέληνο βράδυ του Σεπτέμβρη, ως ώρα η 9η βραδυνή, (με τους αριθμούς προσθετικά να εμφανίζουν σκανδαλωδώς το αγαπημένο «7» του ποιητή), και ως χώρος η τεχνητή λίμνη στο φράγμα του Αλιάκμονα.
Καθώς όμως οι ευνοϊκές, αρχικά, καιρικές προβλέψεις, μέρα με τη μέρα διαψεύδονταν, η εκδήλωση φιλοξενήθηκε εν τέλει στο «Καλντεριμι» της Μάγια, στη πλατεία Ωρολογίου. Η γλυκιά ατμόσφαιρα του χώρου και η πολύ καλή διάθεση όλων μας συντέλεσαν στο να ζήσουμε μια όμορφη βραδιά.
Όσοι φίλοι παραβρέθηκαν, απόλαυσαν την ανάγνωση κειμένων του μεγάλου ποιητή, με ένα ποτήρι σαγκρία, καθώς και μελοποιημένα ποιήματά του από τους: Κώστα Γεωργίου (κιθάρα), Μαρία Γεωργίου και Μάριο Δασκαλάκη (τραγούδι).
Ποιήματα και κείμενα του Οδ. Ελύτη διάβασαν οι: Σοφία Γιοβάνογλου, Γιώργος Λιόλιος, Σούλης Λιάκος, Δημήτρης Ιορδ. Καρασάββας, Μάγια ΚιαράπαΔήμητρα Σμυρνή, Κατερίνα Ζιαμπούλη, Βασίλης Δασκαλάκης, Δημήτρης Μπατζιάκας, Κατερίνα Σιαμπάνη, Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου και Βίκυ Κατάκη.


(Photo: Γιάννης Σαββαΐδης)


 Η οικοδέσποινα Μάγια Κιαράπα διαβάζει το "Μονόγραμμα"
του Οδ. Ελύτη στην ιταλική του μετάφραση,
χαρίζοντάς μας εξαιρετικές στιγμές.
(Photo: Γιάννης Σαββαΐδης)


(Photo: Σοφία Γκαγκούση)


Η μουσική συντροφιά
(Photo: Γιάννης Σαββαΐδης)
κι ένα τραγούδι για το τέλος:

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Εδώ στου δρόμου τα μισά
         έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν’ εκείνα που αγαπώ
                   γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα

Στ’ αληθινά στα ψεύτικα
         το λέω και τ’ ομολογώ
Σαν να ’μουν άλλος κι όχι εγώ
           μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
        όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα ’ναι αργά
         δεύτερη ζωή δεν έχει.


Σχετικοί σύνδεσμοι:
Από τη Σοφία Γκαγκούση

Από την Δήμητρα Σμυρνή και τον Κωστή Χαλάτση

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Αντώνης Φωστιέρης, "Τοπία του Τίποτα"




ΕΞΕΡΧΟΜΕΝΟ ΜΗΝΥΜΑ

Ετούτη τη στιγμή δεν είμ’ εδώ.
Σ’ ένα μικρό κελί του στήθους
Αναπαύομαι.
Ούτε φωνή ούτε φως μου διακόπτουνε
Την ύπατη αγαλλίαση
Του τίποτα.

Έξω, σαν πάντα, περιφέρονται οι φίλοι μου
Ξελαρυγγιάζονται τα χρώματα της μέρας
Ιδέες και πάθη σταθερώς ανακυκλώνονται.

Κάπου εκεί
Μες στο πλήθος
Χαμένος κι εγώ.



ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Μετά το ποίημα
Οι ποιητές
Νιώθουν θλιμμένοι.

Όπως τα ζώα
Μετά τον έρωτα.



Από τη συλλογή "Τοπία του Τίποτα", Αθήνα 2013, Εκδ. Καστανιώτη

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Δημήτρης Βαλασκαντζής, "Άκμων"




Μ’ αξιοπρέπεια


Το δέχτηκε μ’ αξιοπρέπεια
κι αν υπάρχει κάτι που μας πληγώνει
είναι η αξιοπρέπεια που το δέχτηκε –
εκείνη η κίνηση, κοιτάζοντας
το τζάμι του παραθύρου – όχι
έξω από το τζάμι – κ’ εμείς
εκεί, στο πλάι, και σα να λείπαμε.

                                                                    13.3.70





Η σπιθαμή


Εκείνα τα καλοκαίρια, τον έπαιρνε ο πατέρας του στα γίδια.
Τούδονε ένα κατσουλάρι: αυτό στη βροχή, αυτό
σκέπασμα το βράδι. Όταν γύριζαν το φθινόπωρο
στο χωριό, ήταν ψηλότερος μια σπιθαμή – τόνιωθε.

Τώρα, ένα χρόνο στην πολιτεία, κάθε βράδι, σ’ άλλο
κρεβάτι πλαγιάζει. Τα πρωινά
που φεύγει – το νιώθει: έχει κοντήνει μια σπιθαμή.

                                                                     4.12.69





Καταχνιά


Πιστέψαμε, στο πρώτο χέρι, στο πρώτο
χαμόγελο. Έτσι, απλά-απλά, βρήκαμε σ’ αυτά
μιαν απόδειξη του προορισμού μας. Τι τάχα
παρακάλια θέλαμε;

Σήμερα, που θέλησες κάτι χειροπιαστό
μήτε χέρι – μήτε χαμόγελο.

                                                                    18.3.69





Πέρασμα

Τον φιλούσαν κ’ έκλαιγαν. Να μην τους ξεχάσει
τούλεγαν, κ’ είναι στερνός. Τα καμώματα
του μεγάλου, μην τα ματαδούνε.
Ανέβηκε κ’ έγυρε στην κουπαστή. Η ματιά του
στα χείλη τους· οι ματιές τους, στα χείλη του.

Εδώ, π’ ακούς τα δέντρα να μεγαλώνουν,
πόσο γρήγορα κυρτώνει ο άνθρωπος.

                                                                    21.5.69





Αγάπη

Έτσι, μ’ όλη τη ντροπή, το μετάνιωμα νάρθεις.
Μη σταθείς στις πρόχειρες δικαιολογίες. Τη σιωπή
κράτα. Καταλαβαίνω περισσότερα απ’ όσα
το κουράγιο σου μπορεί να ομολογήσει. Έλα,
κ’ εγώ τη σιωπή σού φέρνω, τη συγνώμη
που μετάνιωμα λογίζεται, ντροπή μολογιέται.

Όλοι, κάποια ύποπτη σύσταση, έχουμε στο καρνέ μας.

                                                                    20.4.67





Από τη συλλογή «Άκμων» (β΄ έκδοση), εκδ. ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ, Αθήνα 1979.

Στη φωτογραφία: το Βαθύ της Σάμου στις 8-3-1962.
(Πηγή: http://samosold.blogspot.gr/)

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Γιάννης Βαρβέρης, "Ο Άνθρωπος Μόνος"




Σίμων ο Κυρηναίος


Σίμωνα Κυρηναίε
δε θέλουμε βοήθεια
μη μας σηκώσεις το σταυρό
ολόκληρο το διεκδικούμε το μαρτύριο
είναι βαρύτερες για μας
οι αγαθές προθέσεις.





Ιωσήφ


«Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή»·

γιατί
θα ’ταν για μένα μια ήσυχη, άσημη ζωή
αν έχτιζα σαν ξυλουργός
μιαν οικογένεια του καιρού μου
κάποτε να χαρούν οι κόποι μου
παιδιά κι εγγόνια
κι αυτά με τη σειρά τους
την τίμια λήθη του θανάτου μου.

Όμως αλίμονο
μνήμη κομπάρσου στο θείο θαύμα
κοντά σε μια γυναίκα
που ποτέ της δεν
ερήμην μου κι ερήμην της κατέληξα
θύμα θολό, μάρτυς αμήχανος
ανάμεσα στην ύψιστη τιμή
και στη βαρύτερη ανδρική ταπείνωση.





Γολγοθάς


Εδώ απ’ το ίσιωμα
σας βλέπουμε και σας πονάμε
χρόνια και χρόνια ν’ ανεβαίνετε.
Κι όσο ανεβαίνετε
τόσο από το σταυρό
η απόστασή σας μεγαλώνει
μα κι η χαρά
για την ακόμα πιο σκληρή δοκιμασία.

Εκεί απ’ την ανηφόρα
ούτε μας βλέπετε ούτε μας πονάτε
που ανεβαίνουμε
σχεδόν γενναίοι
στο πιο απόκρημνο ίσιωμα
δίχως σταυρό
και δίχως λόφο.





Από τη συλλογή, «Ο Άνθρωπος Μόνος», Αθήνα 2009, Κέδρος.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Αντονέν Αρτώ: "Από τα Δεκαοκτώ Ποιήματα"




Ι

Τα όντα δε βγαίνουν στο εξωτερικό φως

Δεν έχουν άλλη δύναμη παρά ν’ αναπηδούν
        απ’ την υπόγεια νύχτα όπου γεννιούνται.

Μα εδώ κι αιώνες
ξοδεύουν τον καιρό τους
κι ο καιρός
γίνεται έτσι που
κανένα δεν εφτιάχτηκε ποτέ

Πρέπει να περιμένουμε το χέρι του Ανθρώπου
        να τ’ αδράξει και να τα στοιβάξει
γιατί μόνος
ο Άνθρωπος
από τη φύση του ταγμένος
έχει αυτή τη φοβερή
ανέκφραστη
ικανότητα

Να βγάλει το κορμί από τ’ ανθρώπινο
έξω στο φως της φύσης
να το βυθίσει ζωντανό στο αχνόφεγγο της φύσης
όπου ο ήλιος τέλος θα το παντρευτεί.


                                   Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος



Από το βιβλίο: Χριστόφορος Λιοντάκης, «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης. Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας», Καστανιώτης, 2000.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ανδρέας Εμπειρίκος, "Υψικάμινος"





ΘΡΥΛΙΚΟΝ ΑΝΑΚΛΙΝΤΡΟΝ


O ειρμός του ποταμού διεκόπη. H συνοχή όμως του τοπείου είταν τόση που και ο ποταμός κυλούσε. Mέσα από τα φύλλα των αγρών προς το γεφύρι που χτυπούσε ο ήλιος τα σπαρτά τα λευκά στήθη τα λουλούδια μέσα στα διάφανα πουκάμισα που ακκουμπούσαν στα χαράματα τα κορίτσια σκύβαν γυμνά ή σχεδόν γυμνά να συνθλίψουν και να χαϊδέψουν γενικά τα σώματά τους και τα σώματα των ανθών. O περιφερειακός δρόμος του έγινε δρόμος ολοκλήρου πόλεως και το ποτάμι που την χωρίζει σε έξη μέρη αγκαλιάζει την ώρα που συνελήφθη το τοπείο στα δάχτυλα του πεπρωμένου.





ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Yπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ' αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.





ΚΛΩΣΤΗΡΙΟΝ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΑΝΑΠΑΥΛΑΣ


Eίμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας. Όταν τραγουδάμε εμπρός στους εκφραστικούς πίνακες των ζωγράφων όταν σκύβουμε εμπρός στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως όταν προσεταιριζόμεθα την ψιχάλα του ρίγους είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι χωρίς το μέλλον του προορισμού μας όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμη τίποτε χωρίς την πυρκαγιά που κλείνει μέσα στη στάχτη των ποδιών της. Όσοι την είδαν δεν στάθηκαν να ενατενίσουν ούτε τα συστρεφόμενα κηπάρια ούτε την ευωχία των μαλλιών που λατρεύτηκαν ούτε τα σουραύλια των εργαστηριακών μεταγγίσεων από μια χώρα σε φλέβες κόλπου θερμού προστατευομένου από τα εγκόσμια και τα μελτέμια της κυανής ανταύγειας λιγυρών παρθένων. Eίμεθα όλοι εντός του μέλλοντος μιας πολυσύνθετης σημαίας που κρατεί τους εχθρικούς στόλους εμπρός στα τείχη της καρδιάς μου κατοχυρώνοντες ψευδαισθήσεις πιστοποιούντες ενδιάμεσες παρακλητικές μεταρρυθμίσεις χωρίς να νοηθή το αντικείμενον της πάλης. Στιγμιότυπα μας απέδειξαν την ορθότητα της πορείας μας προς τον προπονητήν του ιδίου φαντάσματος της προελεύσεως των ονείρων και του καθενός κατοίκου της καρδιάς μιας παμπαλαίας πόλης. Όταν εξαντληθούν τα χρονικά μας θα φανούμε γυμνότεροι και από την άφιξι της καταδίκης παρομοίων πλοκαμιών και παστρικών βαρούλκων γιατί όλοι μας είμεθα εντός της σιωπής του κρημνιζομένου πόνου στα γάργαρα τεχνάσματα του μέλλοντός μας.





Από τη συλλογή «Υψικάμινος».

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Σημείωμα Σεπτεμβρίου 2014


Φωτογραφία: Γιώργος Κασαπίδης


Ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας δύο σημαντικών, θεσμοθετημένων στη νεοελληνική κοινωνία, γεγονότων τα οποία δεν είναι άλλα από την έναρξη της σχολικής χρονιάς και τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Στο πλαίσιο της αναρτηθείσας φωτογραφίας θα μας απασχολήσει το πρώτο γεγονός, όπου φαίνεται ένας πιτσιρικάς να περπατάει κουβαλώντας μια ποδοσφαιρική μπάλα. Η παραπάνω φωτογραφία του ποιητή-φωτογράφου Γιώργου Κασαπίδη είναι άκρως συμβολική και δύναται να ερμηνευθεί σε διάφορα επίπεδα. Αν μη τι άλλο ο πιτσιρικάς συμβολίζει τα πολλά υποσχόμενα νιάτα και το βάδισμά του την πορεία προς την ενηλικίωση. Στο ποδοσφαιρικό τόπι πέρα από το αθώο παιχνίδι στις γειτονιές, μπορούμε να ιχνηλατίσουμε και τα σύγχρονα πρότυπα που προβάλλονται εμφατικά από την τηλεόραση προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού. Ο πιτσιρικάς ωστόσο ακολουθείται από τη σκιά του σε ένα κίτρινο τοίχο-φόντο περνώντας δίπλα ή ανάμεσα σε ένα κουλουριασμένο λάστιχο-φίδι, σύμβολα στα οποία διακρίνουμε τις πιο σκοτεινές πλευρές του ανθρώπινου χαρακτήρα να είναι υποχρεωμένες να περάσουν μέσα ή πάνω από εμπόδια στο πλαίσιο ενός φοβικού-ανασφαλούς παρόντος (σε όρους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης). Στην πορεία του διακρίνεται κι η σκιά ενός ποδηλάτου-συμβόλου της τεχνολογίας που μπορεί να βοηθήσει τον μικρό της φωτογραφίας να φτάσει πιο γρήγορα στον στόχο του. Αλλά εδώ ακριβώς γεννώνται και μια σειρά από ερωτήματα: Ποιος άραγε είναι ο στόχος της αναγκαστικής και αναπόφευκτης, αν μη τι άλλο, ενηλικίωσης; Να ακολουθήσει το πρότυπο του πετυχημένου ποδοσφαιριστή στην διαφαινόμενη καριέρα του; Να αφήσει την μπάλα και να ασχοληθεί με πιο «σοβαρές» επαγγελματικές ενασχολήσεις σε ένα περιβάλλον ασφυκτικής ανεργίας; Να κυριευθεί από το θέαμα του ποδοσφαίρου στην υπόλοιπη ζωή του;
     Ο Κορνήλιος Καστοριάδης σε μια διάλεξή του στο Λεωνίδιο το 1984, μια γενιά πρωτύτερα δηλαδή, είχε συνοψίσει το μέλλον της νεοελληνικής κοινωνίας σε τρεις λέξεις: Φούτμπολ, σκυλάδικο, κουμκάν. Η αλήθεια είναι πως ελάχιστα έχουν αλλάξει από τότε. Το φούτμπολ κυριαρχεί κερδίζοντας πλέον και αρκετές γυναίκες ως μείζον θέαμα κι η πρόσβαση στα σκυλάδικα και στο κουμκάν έχει περιοριστεί λόγω οικονομικής κρίσης και εξαφάνισης του ρευστού. Οι διαθέσεις ασφαλώς παραμένουν οι ίδιες. Ο άρτος και τα θεάματα με τα οποία οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες αποσπούσαν το ενδιαφέρον του λαού από σοβαρότερα ζητήματα χρησιμοποιείται και σήμερα, μονάχα που στην εποχή των συσσιτίων ο άρτος προσφέρεται πλέον εικονικά μέσω τηλεοράσεως, όπου προς τέρψιν των ματιών παρουσιάζονται πάσης φύσεως gourmet πιάτα με την χαρακτηριστική ιδιότητα πως δεν είναι βρώσιμα για τους θεατές. Η άποψη του Γάλλου διανοουμένου Jean Baudrillard πως στις σύγχρονες κοινωνίες έχει επιτελεστεί: «η αποσύνθεση της τηλεόρασης στη ζωή και η αποσύνθεση της ζωής στην τηλεόραση» είναι επίκαιρη όσο ποτέ.
     Για να έλθουμε και στα καθ’ ημάς, ο Σεπτέμβριος θα σημάνει την επανέναρξη των αναρτήσεων του Ποιητικού Πυρήνα με την ελπίδα να διαβαστούν ποιήματα κι απόψεις ως βάλσαμο στην ευρύτερη ανασφάλεια που επικρατεί κι αναπαράγεται διαρκώς από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Από την άλλη αναμένουμε με μεγάλη περιέργεια να μάθουμε τι θα μας αποκαλύψει το ταφικό μνημείο της Αμφίπολης, το αρχαίο ελληνικό παρελθόν που κάνει συνεχώς αισθητή την παρουσία του, χιλιάδες χρόνια μετά. Ας εισέλθουμε επομένως ποιητικά και δημιουργικά στο Φθινόπωρο κι ας τολμήσουμε να προχωρήσουμε κι εμείς σε προσωπικές ανασκαφές προς εύρεση κρυμμένων επιθυμιών, αλλά κυρίως προς ανακάλυψη της εσωτερικής ηρεμίας που τόσο χρειαζόμαστε.     

Παύλος Παρασκευαΐδης


Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, "Το σώμα είναι..."


(Augyst Ρodin, "Le penseur")


ΤΟ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ


Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν ασύστολο σαν το νερό
σηκώνετ’ απ’ τον ύπνο
με κοιμισμέν’ ακόμα τις βούλες
τις ουλές, τα τόσα τα σημάδια
τους σκούρους ελαιώνες του
ερωτευμένους
δροσερούς μέσα στη χούφτα.

Το σώμα είναι η Ήττα των ονείρων
σαν κείται μακρύ κι αδειανό
–να φωνάξεις μέσα ακούς την ηχώ–
με τις αναιμικές τριχίτσες του
ανέραστο απ’ το χρόνο
βογκάει, πλήγεται
μισεί την κίνησή του
ξεθωριάζει σταθερά
το αρχικό του μαύρο
ξυπνώντας ζεύεται την τσάντα
από δαύτη κρέμεται μαρτυρικά
ώρες μέσα στη σκόνη.

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν βάζει το ένα πόδι μπρος στο άλλο
και κερδίζει τον συγκεκριμένο χώρο.
Ένα τόπο.
Με τράνταγμα βαρύ.
Θάνατο.
Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του
με θάνατο
στην πλατεία
σαν λύκος με ρύγχος καυτό
ουρλιάζει το «θέλω»
«δεν αντέχω»
«φοβερίζω - ανατρέπω»
«πεινάει το μωρό μου».

Το σώμα γεννάει το δίκιο του
και το υπερασπίζεται.
Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι
φτύνει το κουκούτσι-θάνατο
κατρακυλάει πετάει
ακίνητο στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα
–κίνηση του κόσμου–
στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει
ή βρίσκεται γυμνό στους δρόμους
κι υποφέρει·
χάνει τα δόντια του
τρέμει από έρωτα
σκάει η γη του σαν καρπούζι
και τελειώνει.





Από τη συλλογή «Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό» (1974).
Πηγή: «Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ - Ποίηση [1963-2011]», εκδ. Καστανιώτης 2014.