Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Δημήτρης Κονιδάρης, "Ο χτύπος της καρδιάς"

                


                              Το ταξίδι


                        Ευτυχισμένος ταξιδεύει ο πατέρας στο εξωτερικό
                        κι απολαμβάνει τις πρωτεύουσες της Ευρώπης,
                        πεζοπορεί σε τεράστιες λεωφόρους
                        ενσωματωμένες στην ομίχλη,
                        θαυμάζει τους αρτιγέννητους ουρανοξύστες,
                        μπαίνει ζαλισμένος σε μουσεία και σε καθεδρικούς
                        ναούς,
                        πηγαίνει στ' αξιοθέατα,
                        μαθαίνει κι όλο μαθαίνει
                        κι ας είπε ο Μπέκετ
                        ότι γεννιόμαστε καβάλα στον τάφο.
                        
                       Πάντα χρυσοθήρας και προσκυνητής νέων εντυπώσεων
                       -όπως και τότε-
                       α, ο γλυκός μου πατέρας ταξιδεύει,
                       αφήνοντας μακριά του, πολύ μακριά του
                       τα βάρη και τους περιορισμούς της μικρής Κέρκυρας,
                       ίσως και το κυρίαρχο αίσθημα της νοσταλγίας,
                       και εισχωρώντας επιτέλους μ' όλη του την ευχαρίστηση
                       -καλά-καλά δεν το πιστεύει-
                       στην πάλλουσα καρδιά του παραδόξου

                       (στο μπράτσο του η δασκάλα).

                       -Γελοίε τάφε
                       ο πατέρας ταξιδεύει.
                     



                            Ο χτύπος της καρδιάς
                
                      Αισθάνομαι ένα μαγευτικό
                      τρικύμισμα μέσα μου,
                      μια ευδαιμονία τρυφερότατη
                      για το αίμα που έχυσα
                      για δίκαιους αλλά και γι' άδικους λόγους,
                      για τα σωστά μου και για τους παραλογισμούς μου,
                      τώρα που ορίζεται και για μένα
                      η τελευταία λεπτή γραμμή,
                      η τύχη του άστρου της ανάμνησης
                      και του τρόπου που γράφεται η ζωή.

                      (Όταν όμως θα έχω ξεχάσει τα πάντα
                      και θα μ' έχουν ξεχάσει όλοι
                      και θα 'χουν στερέψει τα δάκρυα
                      αυτών που θα εξακολουθούν να ζουν
                      θα ξέρω πάρα πολύ καλά
                      και θα ξέρεις
                      ότι οργάνωνες τις υποθέσεις μας
                      και τους τρόπους της αναφοράς μας
                      και τους ρόλους μας στον κόσμο
                      με τον χτύπο της καρδιάς,

                      ότι
                      εσύ ήσουν
                      η μόνη
                      αληθινή). 





Από τη συλλογή "Ο χτύπος της καρδιάς", εκδ. Έψιλον, 2009.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Βασίλης Δασκαλάκης, "Βιβλιοπαρουσίαση"


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

κυρίες μου δεν πουλάω ταπεράκια
είμαι συγγραφέας
ρωτήστε ό,τι θέλετε κυρίες
το βιβλίο είναι ωραίον
το πλεκτόν φρικαλέον
κληματαριά η κλημακτήριος
μυστήριος καθηγητής να παίζει μπάλα
με εμπλέκει με το Μπλεκ
ανιέρος ο πόλεμος
στις λίμνες του Οντάριο
ο λοχαγός Μαρκ έχασε την παρθενιά του
αυτό κυρίες είναι μυθοπλασία
όχι ότι κι ότι
ελάτε κοντά μου
κάντε κύκλο
πέντε κρίκοι ένα τάλιρο
ελάτε σας παρακαλώ
ο ήρωας είναι αυτοφυής
ακούτε;
ακούστε τις συγκρούσεις των συναισθημάτων
τώρα ανακάλυψε τον κόσμο
άραγε οι αδελφοί Βερούτη
κάνουν το γύρο του θανάτου στο Αιγίνιο;
‒ και να ’μαι εδώ κάτοικος μόνιμος
περιοχή Μπαρμπούτας
οδός απελπισμένων Ελλήνων
ουου! ουου!

κύριε συγγραφέα είμαι σκύλος
με βαμένη βλεφαρίδα
δεν έφταιγα εγώ να ξέρεις
πάντα φταίει το κοινό (που είναι μαλακισμένο)
που είναι χώμα σε βροχή
μια έξοδος διαφυγής
ένα σονέτο κουρασμένο



Από την ανέκδοτη συλλογή "Φλίπερ"

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Γιάννης Σαββαΐδης, "Υψηλή τάση"



ΥΨΗΛΗ ΤΑΣΗ

στον Άλκη και τη Χρύσα

Εκείνο το άγγιγμα,
ο τόνος στη φωνή
και τα φορτία
άρχισαν να περιέρχονται…

Σε κάθε κύκλο,
πύκνωση συναισθημάτων,
κατανίκηση αντιστάσεων,
κλιμακούμενα Ηλεκτρονιοβόλτ
στο κύκλοτρο της αγάπης.

Επιταχύνσεις,
σημεία ψύξης,
μεγαλοπρεπείς συγκρούσεις,
θεϊκή έκσταση…

Πόσο φως,

μπορεί να γεννήσει η ύλη!

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Γιώργος Κασαπίδης, "Αντίπερα"



ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΗΤΑ

Ζωή να έχουμε
πέρασαν τέσσερις χειμώνες δίχως χιόνι
δίχως αλάβαστρα στα πέριξ των λιμνών
με πετεινούς αμύητους
πάνω σε βότσαλα υπαίθριων οδυρμών,
με τους αστούς ξενυχτισμένους στην αδιάκοπη ροη
καπνών και προβολέων
ολότελα ιδιοτελείς υπό την σκέπην
αλκοολούχων αποφάσεων της στιγμής
και να σαρκάζει πάνωθέ τους το ηχείο
της φοβερής εκείνης μουσικής
κι όλες οι νότες να σκοντάφτουνε στη ΜΙ
ως να ορθογραφηθεί για την περίσταση
με το μοιραίο ήτα
και ΜΗ τον είδατε το Δημητράκη
το πρώτο παλικάρι της Πετρούσας
να ίπταται εκ δεξιών του Πέτρου
με ασβεστωμένες φλέβες και την όψη
αγάλματος στα μάτια
δίχως τη δύναμη ν’ αντισταθεί
στις άγνωστες προθέσεις της αμφισημίας
τούτου του άτεχνου ποιήματος.



ΤΟ ΔΥΪΚΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Στην ποίηση της ζωγραφικής
Στη ζωγραφική της ποίησης

Κ’ ύστερα θέλω να μιλήσω με εικόνες:
ένα κομμάτι κόκκινο ύφασμα βαρύ που σκίζει
τον καταγάλανο ουρανό της Τροίας του καθενός
κι ο Αχιλλέας κορδωμένος στα χρυσά της νίκης
θριαμβευτής, σχεδόν Φαέθων πριν την πτώση,
με το άρμα του ψηλά πάνω απ’ τα σύννεφα
( δεν άντεχε πολύ τη γήινη σκόνη
μήτε και τη θνητότητα εκ της φτέρνας ).

Κ’ ύστερα θέλω να μιλήσω με τις λέξεις:
ταξιανθία, ενάλιος, γνώση, αγέρας, αγναντεύω
πριν σβήσουν εντελώς οι αγιογραφίες
της μνήμης, της Αγια Σοφιάς, των μοναχών του Όρους…
πριν μας προλάβει ο στίχος του Σεφέρη: « ένα
παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας ».

Κ’ ύστερα θέλω να προσθέσω ακόμη
την τελευταία πινελιά με τη νιόκοπη φράση
«Υπεραλλωνηγουμαι » και να στήσω το κάδρο
στον απέναντι φρεσκοβαμμένο τοίχο, να διαβάζουν
οι νέοι, ν’ αντικρίζουν, το πρωτότυπο γκράφιτι
αυτό, το δυϊκό συναίσθημα.



Από την ποιητική συλλογή ΑΝΤΙΠΕΡΑ, Τυπωθήτω 2005,
βραβείο ακαδημίας Αθηνών 2006

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Μαρία Κουγιουμτζή, "Η σιωπή της Σάι"

(Delaroche Paul, "The Temptation of Saint Anthony")

Η  ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ  ΣΑΊ

Μνήμη Νίκου Γ. Πεντζίκη

Καθόμαστε πάνω σ’ αυτό που δεν υπάρχει
ακούμε αυτό πού δεν ακούγεται
Αυτό που ξέρει, δεν λέγεται
κι αυτό που λέγεται, δεν ξέρει

Ποιος μπορεί ν’ ανέβει αυτό το βουνό; Ποιος θέλει να το ανεβεί; Η μικρή Σάι και ο αδελφός της. Απότομο βουνό, άνυδρο, άδενδρο. Την μέρα λιοπύρι, την νύχτα παγωνιά. Φαράγγια σκοτεινά και στεγνά, ο αέρας φίδι που σφυρίζει.
Ιδρώνουν αλλά προχωρούν, παγώνουν αλλά προχωρούν, τους τσιμπούν φίδια, αρουραίοι αλλά προχωρούν.
Δεκαεφτά χρονών η Σάι, δεκάξι ο αδερφός της. Η Σάι άσπρη, μαύρα κυματιστά μαλλιά, μαύρα ολόφωτα μάτια. Ο αδερφός ξανθός, μάτια πράσινες λίμνες. Την αγαπάει και την προστατεύει την αδερφή του γιατί η Σάι είναι μουγκή. Τώρα την συνοδεύει και την οδηγεί ψηλά στο βουνό, σε μια σπηλιά, στον άγιο. Ο άγιος κρατάει όρκο σιωπής, αλλά και να ’θελε σε ποιόν θα μιλούσε; είναι δώδεκα χρόνια που μένει σ’ αυτή τη σπηλιά μέσα στη σιωπή του κι αν ξέρουν ότι ζει ακόμη, είναι γιατί πάνε δυο χρόνια τώρα που άρχισε να κάνει θαύματα. Γι αυτό ανεβαίνουν το βουνό τα δυο αδέρφια. Να προσευχηθεί ο άγιος, να βρει την μιλιά της η Σάι.
Κάποτε φτάνουν. Το φόρεμά της έχει λερωθεί, τα μαλλιά της γεμάτα αγκάθια, όμως η ομορφιά της λάμπει. Ένα μισοξεραμένο δεντράκι με μια κατσίκα δεμένη στον λιγνό κορμό του, τους υποδέχτηκε. Βγήκε σχεδόν γδυτός απ’ τη σπηλιά του ο άγιος. Κόκαλα, άσπρα μαλλιά και γένια, μάτια αετού, βγάζαν κραυγές, μιλούσανε αυτά για κείνον. Η κοπέλα τρόμαξε, βύθισε το βλέμμα της στις πράσινες λίμνες του αδερφού της, που σκιάχτηκε και κείνος, έκανε δυο βήματα πίσω. Αναμετρήθηκαν με τα μάτια. Άγριο ζώο ο ερημίτης, ήμερα ζώα αυτοί. Όταν συνήθισαν την όψη και την μυρωδιά τους κοιτάχτηκαν μαλακωμένοι. Ο νέος γονάτισε στα πόδια του αγίου, τράβηξε και την αδελφή του να γονατίσει, και του ζήτησε να προσευχηθεί γι αυτήν, να της δώσει τη μιλιά της.
Ο γέροντας που ήταν δεν ήταν στα εξήντα του, είχε να δει νέον άνθρωπο κάμποσο καιρό, ξεκούρασε με γλύκα το βλέμμα πάνω τους, χάιδεψε την κεφαλή του κοριτσιού, ανακάτεψε τις ξανθές φωτιές των μαλλιών του νέου και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Πήρε απ’ το χέρι το κορίτσι και μπήκαν στη σπηλιά του. Το παλικάρι έφυγε, θα γύριζε να την πάρει σε μια βδομάδα, γιατρεμένη έλπιζε. Γονάτισαν οι δύο τους και μέσα σ’ άκρα σιωπή προσεύχονταν, έπιναν μόνο λίγο νερό το πρωί απ’ τα φύλλα που πάνω τους σώριαζε τις σταγόνες της η πάχνη. Πέρασαν μέρες. Χλόμιαζε η κόρη, αλλά η ομορφιά της έφεγγε πιο πολύ, χτυπούσε τον άγιο στα μάτια και στο στέρνο. Μπέρδευε τα λόγια του στην προσευχή, το βλέμμα του σκάλωνε στο στήθος της κοπέλας. Τόσα χρόνια χωρίς άνθρωπο και τώρα δίπλα στη νεότητα, στο κάλος, τρεμούλιαζε και ρίγη διατρέχαν το κορμί του. Μα όσα χαστούκια κι αν του ’διναν οι τύψεις του, το ανασηκωμένο στήθος της κοπέλας του ’δινε φιλιά. Μία βδομάδα άντεξε, νύχτα, στον ύπνο της την γύμνωσε, πάλευε το κορίτσι, φωνή δεν έβγαινε, την βίασε με αλλοφροσύνη, με δάκρυα, με κραυγές, ηδονή και πόνος σχίζαν την ψυχή του. Το κορίτσι ξέπνοο, μισόγυμνο, ματωμένο, έσυρε τα πόδια του, έτρεξε μακριά του, κρύφτηκε. Πιο ξέπνοος αυτός έβγαλε φωνή και μίλησε με τον Θεό, συχώρεση ζητούσε, απαλλαγή από το ζοφερό πάθος. Το πρωί την γύρεψε, την βρήκε να κοιμάται σ’ ένα βραχάκι, γονάτισε, της φιλούσε τα χέρια, ζητούσε έλεος, ξύπνησε εκείνη, άρχισε να τον σπρώχνει, ανέτειλε το στήθος της πάνω στην πάλη και κείνος έπεσε πάνω της σαν πεινασμένο ζώο, την γύμνωσε στο φώς και την απόλαυσε μέσα στα δάκρυα τις μουγκές κραυγές, ώσπου η φωνή της βγήκε, ξέσχισε το βουνό και την καρδιά του. Η Σάι μίλησε. Τότε άρχισε να τρέχει σαν τρελή, να κατρακυλάει την κατηφόρα, να πέφτει, να σηκώνεται, να φωνάζει. Εκείνος έντρομος ξωπίσω της, την άδραξε απ’ τα μαλλιά την ώρα που ακούστηκε η φωνή του αδερφού της, ερχόταν, την άκουσε, ήταν χαρούμενος, μιλάς Σάι; μιλάς; φώναζε, σ’ ευχαριστώ άγιε, σ’ ευχαριστώ, κι ο άγιος της έκλεισε το στόμα, μα εκείνη πάλευε, έβγαζε φωνές βοήθειας, το αγόρι ακουγότανε όλο και πιο κοντά, όλο και κοντύτερα, πού είσαι Σάι, Σάι μιλάς; μίλα μου Σάι, Σάι... Τώρα η φωνή του έβγαινε τρομαγμένη, δειλή, κλαμένη, βογκούσε σχεδόν. Σάι, μίλα μου, γιατί δεν μου μιλάς; Κάτι αγκαθωτό γρατζούνιζε το στήθος του. Η πρωινή δροσιά του άφηνε μια καυτερή πάχνη στα μάτια. Σάι πού είσαι; η φωνή λυγμός, κλαψούριζε σαν γατί, χωρίς να ξέρει, μα το αλλόκοτο, το εχθρικό, έριχνε την σκιά του πάνω του.
Σάλεψε το μυαλό του γέρου, όλα θα γίνονταν φανερά, έσφιξε τον λαιμό της κοπέλας, τον έσφιξε, τον έσφιξε, ώσπου έπαψε το κορμί να σαλεύει, το ’συρε πίσω απ’ τον βράχο που πριν λίγες ώρες αυτό το σώμα κοιμόταν ανασαίνοντας, και λούφαξε. Έτρεμε ολόκληρος, φωτιές ιδρώτα κυλούσε στο κορμί, στα μάτια, το μυαλό σφυροκοπούσε, οι σκέψεις του οχιές και τον τσιμπούσαν.
Θαρρείς κι η αδερφή του τον οδήγησε, ο νέος βγήκε μπροστά στον γέροντα κι απόμεινε να κοιτάει άφωνος μια αυτόν μια το συλημένο κορμί. Ούτε που το κατάλαβε εκείνος πότε έσκυψε, πότε το σκέφτηκε να σκύψει, πότε πήρε την κοτρόνα και την κατέβασε με όλη του την ενοχή πάνω στο πρόσωπο του νέου, που ούτε φωνή δεν έβγαλε, λύγισε σαν κομμένο χόρτο κι έγειρε άψυχος στο χώμα. Σαν τρελός έσυρε τα δυο σώματα και τα ’σπρωξε μ’ όλη την ομορφιά τους, να κατρακυλήσουν στο φαράγγι.
Τα βρήκαν οι χωριανοί μετά από βδομάδες μισοφαγωμένα απ’ τα πουλιά κι από τ’ αγρίμια. Δεν πήγε ο νους τους στον άγιο, αλλά φτάσανε ως την καλύβα του να τον ρωτήσουν, και τον βρήκαν χτισμένο ως τον λαιμό με ξερολιθιά. Μόνο το στόμα του για ν’ αναπνέει ήταν ελεύθερο. Κατάλαβαν πως μόνος του είχε κτιστεί για τιμωρία, δεν ήξεραν, δεν ρώτησαν…υποψιάστηκαν μονάχα.

Πέρασαν χρόνια, ο άγιος εκεί, χτισμένος, πήγαιναν οι χωριανοί με εντολή του παπά τους, του έδιναν νερό και γάλα για να μην πεθάνει. Όχι από λύπη, για τιμωρία, να εκτίσει την ποινή στην κόλασή του. Μέσα στις ακαθαρσίες και στη βρώμα του, υπέμενε την αυτοτιμωρία του, προσευχόταν ζητώντας συχώρεση που δεν έλπιζε να ερχόταν ποτέ.

Στο χωριό έπεσε ξηρασία, δεν έβρεχε, χάνονταν σπαρτά, πέθαιναν ζώα, ένας αέρας έγδερνε την στεγνή γη σωριάζοντας τη σκόνη μες στα σπίτια. Έκανε λιτανείες ο παπάς, καλέσανε ως και τον δεσπότη, τίποτα, άρχισαν να πεθαίνουν παιδιά. Αρρώστιες θανατηφόρες, σκότωναν και τους μεγάλους. Το χωριό πήγαινε για αφανισμό. Τρεις νύχτες ο παπάς είδε το ίδιο όνειρο. Το είπε την Κυριακή στην εκκλησία. Φώναξαν, απείλησαν, καταράστηκαν, τελικά συμφώνησαν. Όλοι μαζί ανέβηκαν το βουνό γκρέμισαν την ξερολιθιά και ελευθέρωσαν τον γέρο. Κόκαλα, πέτσα, και δυο φωτιές στα μάτια εκείνος. Το σώμα γεμάτο φλύκταινες και όζους. Τον τάισαν, τον πότισαν, του εξήγησαν. Δεν ήξεραν αν καταλάβαινε. Τον πήγαν σηκωτό στο χωριό, τον πλύνανε, τον ντύσανε με άμφια, του βάλανε το λάβαρο στο χέρι, τον σήκωναν δύο στο φορείο του, τόσο λαφρύς ήταν, πίστευαν πως αν δεν τον κρατούσαν τα βαριά εκκλησιαστικά του ρούχα, θα ανυψωνόταν σαν μπαλόνι. Ακολουθούσε την λιτανεία το χωριό, δεσποτάδες και παπάδες από τα γύρω μέρη, με προσευχές και ύμνους. Τα πόδια των πιστών χτυπούσαν με ρυθμό το ξερό χώμα, η σκόνη τους τύλιγε, μοιάζανε με αγρίους. Δεν πρόλαβαν να κάνουν τον γύρω του χωριού και μια ποτιστική  βροχή άρχισε να πέφτει στο διψασμένο χώμα. Ένας χαϊδευτικός αέρας φούσκωσε τα λάβαρα και τα άμφια των δεσποτάδων. Το χωριό σώθηκε.

Αργότερα είδαν την πηγή που ανάβλυσε από τον τάφο της Σάι και του αδελφού της. Αναβλύζει ακόμα. Τα κόκαλα του αγίου ευωδιάζουν κλεισμένα σ’ ένα κασελάκι, στα πόδια των αθώων παιδιών. Λέγεται πως όσοι δεν έχουν μιλιά, αν πιουν νερό απ’ την πηγή, ξαναβρίσκουν τη φωνή τους.

Την ιστορία αυτή διηγήθηκε ο Π, ένθερμος λάτρης και γνώστης της ορθοδοξίας, στον μαθητή του, φοιτητή και εραστή της αστροφυσικής, είτε την διάβασε από τον συναξαριστή, είτε την επινόησε, θέλοντας ίσως να πει, ότι τα όρια του ανθρώπου στο καλό και στο κακό είναι απεριόριστα. Όπως απεριόριστο είναι και το έλεος του Θεού.
Αφού θαύμασε, γοητεύτηκε ο μαθητής, ύστερα τον έπιασε θυμός. Και η Σάι; Ο γέροντας πλήρωσε την πράξη του, αλλά αυτό δεν αφορούσε την Σάι. Η νέα υπέστη κάτι που δεν μπορούσε να  αναιρεθεί. Αυτό που είχε συμβεί, ο τρόμος που δεν μπορούσε καν να εκφραστεί, η άηχη κραυγή της που τελικά ξέσκισε τον εγκέφαλό της και βγήκε, παρ’ όλο τον τρόμο της, τής χάρισε μερικά  δευτερόλεπτα ευτυχίας όταν την άκουσε, ακόμα κι αυτά της τ’ άρπαξε μαζί με την τελευταία της πνοή η ενοχή του γέρου. Πνίγοντάς την της σταμάτησε την φωνή, όχι την καρδιά, εκείνη αργότερα.
Ο φοιτητής άκουγε τη φωνή της νέας να πλανιέται χωρίς βοήθεια σ’ ένα ανελέητο και ανάλγητο σύμπαν. Όπως συμβαίνει κάθε μέρα με τους αθώους, τους ταπεινούς της γης. Ποιος δημιουργός αντέχει όλο αυτό το αίμα και μάλιστα το απαιτεί σ’ όλες τις θρησκείες; Θυμωμένος ένιωθε πως υπήρχε σ’ αυτό κάτι το αμετάκλητα λανθασμένο.
Αν σύμφωνα με τις θεωρίες της σύγχρονης Φυσικής, σκέφτηκε προσπαθώντας να παρηγορηθεί ο φοιτητής, υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα, τότε σ’ ένα απ’ αυτά η Σάι είναι ο άγιος και ο άγιος η Σάι. Με αυτή την οπτική, η φωνή της Σάι βρίσκει την ομιλία της στον δικό της σύμπαν. Η Σάι μιλά.

Όμως ζούμε σ’ αυτή την γη με τους νόμους του Νεύτωνα, είπε σφίγγοντας τα δόντια του ο φοιτητής, κι εγώ θα χαστούκιζα την Σάι αν συγχωρούσε τον γέροντα.

Τι ωφελεί την Σάι που τρέχει το αγίασμα απ’ τον τάφο της και θεραπεύει τις άγνωστες σ’ αυτήν μουγκές; Μια Σάι με λίγη κακία μέσα της θα εύχονταν να έτρεχε δηλητήριο από την πηγή της, ή ένα μουγκατικό νερό να μούγκαινε όσους έπιναν απ’ αυτό. Δικαιούται κι αυτή λίγη κακία απ’ αυτήν που ρέει στο άστοργο σύμπαν.

Ο φοιτητής αποφάσισε να διηγείται την ιστορία βάζοντας ένα δικό του, διαφορετικό τέλος.

Οι χωρικοί είδαν ένα πρωί τον τάφο των παιδιών αναστατωμένο και τα κόκαλα του αγίου πεταμένα και σκορπισμένα έξω απ’ αυτόν. Τα πλύνανε με κρασί και τα ξανάθαψαν στα πόδια των παιδιών. Την άλλη μέρα τα κόκαλα σα να ’φαγαν μια γερή κλωτσιά ήταν πάλι πεταμένα έξω απ’ τον τάφο. Αυτό επαναλήφθηκε και τρίτη φορά ώσπου οι χωρικοί κατάλαβαν, κι έθαψαν τα κόκαλα αλλού.

Κι άλλοτε τον έπιανε μια νοσηρή επιθυμία, (η ιδέα αυτή του έγινε εμμονή βλέποντας στην τηλεόραση τον βομβαρδισμό της πόλης Άγνους, με τα χιλιάδες πτώματα των αμάχων), και συχνά υπέκυπτε σ’ αυτήν, να τελειώνει την ιστορία ως εξής:

Στην επαρχία όπου ανήκε το χωριό ήρθε καινούργιος διοικητής με την κόρη του Σαΐν η οποία φημιζόταν για την ομορφιά και την σκληρότητά της. Ο διοικητής ήταν άθεος και είχε απαγορέψει κάθε είδους θρησκευτικές τελετές, βάζοντας λουκέτο σε όλες τις εκκλησίες. Το διάταγμα συμπλήρωσε η κόρη του: οι παράνομοι θα εκτελούνται με αποκεφαλισμό.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που διώκονταν ήταν κι ο παπάς του χωριού ο οποίος ορκιζόταν πως η κόρη του διοικητή, η Σαΐν, ήταν ίδια η Σάι και είχε την ηλικία που θα είχε εκείνη  αν ζούσε σήμερα.
Η κοπέλα έδειχνε τέτοιο ζήλο στον εντοπισμό αυτών που παρέβαιναν τον νόμο, ώστε όχι απλώς παρίστατο στους αποκεφαλισμούς τους, αλλά συμμετείχε πολλές φορές με ιδιαίτερη απόλαυση, αποκεφαλίζοντάς τους με τα ίδια της τα χέρια. Μετά την αποκοπή τους, τα κεφάλια όλα θύμιζαν το κεφάλι του αγίου.

Όμως κάπου βαθιά, στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ακούγονται τα λόγια του Π. ότι οι μοναχοί, ήταν τόσο ευάλωτοι στον πειρασμό, (γι αυτό δεν επιτρέπονταν γυναίκες στο Όρος) που ένας γέροντας εξομολογήθηκε ότι πολλές φορές τα δέντρα τα έβλεπε σαν θηλυκές μορφές και τα αγκάλιαζε.

Ο φοιτητής δεν ησυχάζει. Η αδιαμόρφωτη ουσία της ιστορίας τον απασχολεί. Νοιώθει την Ύβρη να πλανάται. Αναζητάει κάποιο σχέδιο, κάποιο σκοπό και δεν τα βρίσκει.
Ένας δυνατός αέρας φυσάει μέσα στο κεφάλι του αναποδογυρίζοντας τις σκέψεις του. Αλαφιασμένος βγαίνει από το σκοτεινό φοιτητικό του δωμάτιο και προχωράει στις παρυφές της πόλης. Ομίχλη έχει τυλίξει μ’ένα θαμπό τουλπάνι την κατωφέρεια, από το σκοτεινό υφάδι του ξεφεύγουν ψήγματα φωτός. Γυρίζοντας την πλάτη κι ανεβαίνοντας διακρίνει τους σταυρούς του νεκροταφείου. Ένα χέρι νευρικό τον έχει αρπάξει και τον οδηγεί με βιασύνη στο μνήμα των παιδιών. Με τα δάχτυλά του σκάβει τον τάφο και αποκαλύπτει τα δύο αδέλφια. Μένει άναυδος σ’ αυτό που αντικρίζει. Τα δύο παιδιά είναι άλιωτα, ολόκληρο το σώμα, τα ρούχα, τα πλούσια μαλλιά. Και το πιο θαυμαστό, έχουν στραφεί το ένα προς το άλλο, πρόσωπο με πρόσωπο, τα χέρια τους σφιχτοδεμένα κι ένα χαμόγελο χαράζει στα χείλη τους.
Ο φοιτητής απόμεινε άλαλος. Πώς είναι δυνατόν να διαρρήξει κανείς τον τάφο μιας ιστορίας;
Και τότε ξαφνικά  α ι σ θ ά ν θ η κ ε  ότι εδώ δεν επρόκειτο για δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη είναι ανθρώπινο μέτρο και ο κόσμος δεν φτιάχτηκε με ανθρώπινα μέτρα.
Ο Π. του χαμογελούσε. Κατάλαβε πως ο ίδιος έπασχε από ανθρωποδικία ενώ ο Π μιλούσε για Θεοδικία. Και την Θεοδικία μόνο με τον Μύθο μπορούσες να την αισθανθείς. Ίσως η μυθική διάσταση των πραγμάτων να θώπευε την ψυχή.
Κι αυτό του έδωσε γαλήνη. Νόμιζε πως συμβάδιζε με τους άγνωστους νόμους που συγκροτούσαν τον Κόσμο ο οποίος ενώ φαίνονταν πως κινείται ψυχρά και αποστασιοποιημένα, εντούτοις υπέθαλπε κάποιο Σχέδιο. Το αγίασμα απ’ τον τάφο της Σάι ίσως και να υπήρχε. Πράγματι διέκρινε ένα βλέμμα τρυφερότητας και στοργής που έρχονταν από κάπου τόσο μακριά όσο απέχουν οι γαλαξίες μεταξύ τους και συνάμα τόσο κοντά, μέσα μας. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το ζεστό χέρι της Σάι.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

βιογραφία του Μεγάλου Δασκάλου της τοξοβολίας Ji Chang


Κάποτε στη πόλη Handan πρωτεύουσα του Zhao ζούσε ένας άνδρας με το όνομα

Ji Chang που αποφάσισε να γίνει ο καλύτερος τοξευτής στο κόσμο.
Σκέφτηκε λοιπόν να βρει το καλύτερο δάσκαλο.

Ψάχνοντας κατέληξε ότι κανείς δεν είναι καλύτερος από το μεγάλο δάσκαλο Fei Wei.
Έλεγαν γι αυτόν ότι κτυπούσε άσφαλτα ένα φυλλαράκι ιτιάς από τα εκατό μέτρα!
Ο Ji Chang έκαμε μακρύ ταξίδι για να τον συναντήσει και να τον παρακαλέσει να τον πάρει για μαθητή του.

-Κατ αρχήν , του είπε ο Δάσκαλος, μάθε να μη βλεφαρίζεις.
Ο Ji Chang πήρε το δρόμο της επιστροφής….
Πήγε σπίτι του και ξάπλωσε κάτω από της γυναίκας του το αργαλειό.
Η «σαΐτα» του αργαλειού που πήγαινε πάνω κάτω, καθώς η νοικοκυρά ύφαινε , περνούσε χιλιοστά μπροστά από τα μάτια του, και έτσι ξεκίνησε να εκπαιδεύει τον εαυτό του στον έλεγχο των βλεφάρων του…
H γυναίκα του, μη γνωρίζοντας το σκοπό του, δε μπορούσε να καταλάβει τη συμπεριφορά του.
Την ενοχλούσε να τον έχει στα πόδια της σ αυτή τη παράξενη στάση.

Αλλά κατόπιν επιπλήξεως αναγκάστηκε να συνεχίσει την εργασία της.Μέρα με τη μέρα, σ αυτή τη παράξενη στάση, μάθαινε να ελέγχει το βλεφάρισμα.
Στα δυο χρόνια είχε εκπαιδευτεί τόσο που ακόμα και όταν η σαΐτα του «ξύριζε»
τα βλέφαρα αυτός να τα κρατά ακίνητα.
Μια μέρα τελικά σύρθηκε έξω από τον αργαλειό…
Εκτοτε ο Ji Chang δε βλεφάρισε ξανά…..ακόμα κι αν έμπαινε έντομο στο μάτι του,

ή σπίθα ,ή σύννεφο σκόνης, τίποτα δε μπορούσε να τον κάνει να χάσει
τον έλεγχο των βλεφάρων του…
Μια μέρα , που μια μικρή αράχνη έφτιαξε ιστό 
ανάμεσα στη πάνω και τη κάτω βλεφαρίδα ,
πήρε το θάρρος να ταξιδέψει ξανά μέχρι τον δάσκαλο και να του πει ότι έμαθε να μη βλεφαρίζει…
Όταν τον άκουσε ο δάσκαλος του είπε
-Δεν είναι αρκετό το ότι προόδευσες  στο έλεγχο των βλεφάρων.Πρέπει να μάθεις να βλέπεις.
Όταν θα μπορέσεις εστιάζοντας σε ένα αντικείμενο να βλέπεις τα μικρά μέρη του σαν τεράστια και τις ελάχιστες λεπτομέρειές του ξεκάθαρα , έλα και πες μου το. Τότε θα σου πω για το τόξο!

Ο Ji Chang πήρε ξανά το δρόμο της επιστροφής.
Βρήκε ένα μυρμήγκι και το κρέμασε με μια κλωστή στο νοτικό παράθυρο και έκατσε απέναντι και το έβλεπε όλη μέρα.
Περνούσαν οι μέρες , κι αυτός στο παράθυρο να βλέπει το μυρμήγκι.Προφανώς ήταν απλώς ένα μυρμήγκι στη αρχή.
Μερικές μέρες αργότερα συνέχιζε να βλέπει ένα μυρμήγκι.Μετά από δέκα μέρες του φάνηκε κάπως μεγαλύτερο 
και στο τέλος του τρίτου μήνα το έβλεπε περίπου σαν μεταξοσκώληκα.
Το σκηνικό έξω από το παράθυρο άλλαζε καθώς κυλούσε ο χρόνος.
Το λεπτό φώς της άνοιξης διαδέχτηκε η λάμψη του θέρους.

Τον κρυστάλλινο ουρανό του φθινόπωρου που χαράκωναν οι γραμμές των πουλιών που αποδημούσαν ,διαδέχτηκαν τα κρύα σύννεφα του χειμώνα γεμάτα χιονόνερο και παγωνιά…
Εντωμεταξύ ο Ji Chang ,επίμονα, κοίταζε τον μέρμηγκα.
Όχι τον ίδιο φυσικά, όταν πέθαινε έβαζε άλλο στη θέση του..Πέρασαν τρία χρόνια. 
Μια μέρα αντιλήφθηκε πως ο μέρμηγκας του φαινόταν σαν άλογο!
Θαύμα! Δε πίστευε στα μάτια του!
Έβλεπε τους ανθρώπους σαν πύργους, τα άλογα σαν βουνά.Ένα γουρούνι που γρύλιζε εκεί δίπλα του φάνηκε σαν λόφος.
Η κότα της αυλής σαν καμπαναριό.Μπήκε μέσα , έβαλε ένα βέλος στο τόξο του και σημάδεψε τον μέρμηγκά του.Έκοψε το μέρμηγκα δυό στη μέση δίχως ν αγγίξει τη κλωστή!
Ο Ji Chang έφυγε αμέσως για τον δάσκαλό του .
Όταν του είπε τι έγινε
Ο μεγάλος δάσκαλος Fei Wei αναπήδησε από τη θέση του και τον αγκάλιασε!
-Τα κατάφερες! του είπε
και αμέσως άρχισε να το μυεί στα βαθιά μυστικά της τέχνης του τόξου.
Στα πέντε χρόνια που μαθήτευσε δίπλα στο δάσκαλο σημείωσε εκπληκτική πρόοδο.
Μπορούσε κ αυτός να χτυπά άσφαλτα το φύλλο της ιτιάς από τα εκατό μέτρα!
Μπορούσε να χτυπά με το βαρύ τόξο έχοντας ένα ξέχειλο ποτήρι νερό στον αγκώνα και να πετυχαίνει το στόχο δίχως να χυθεί σταγόνα
Μια μέρα έριξε εκατό βέλη το ένα πίσω από το άλλο σε συνεχή ρυθμό όπου το καθένα χτυπούσε ακριβώς την ουρά του προηγούμενου χωρίς να χάσει ούτε ένα!
Όταν τέλειωσε τα εκατό βέλη είχαν γίνει ένα τεράστιο βέλος καρφωμένο στο στόχο!
Καλό.. ακούστηκε να λέει ο δάσκαλος Fei Wei που στεκόταν δίπλα του.
Ο Ji Chang μπήκε σε σκέψεις..
Ο Fei Wei ,ήταν φανερό, δεν είχε πλέον να του μάθει τίποτα…
και επιπλέον ήταν και ο μόνος που θα μπορούσε να τον ανταγωνιστεί!

Ο Ji Chang άρχισε να σκέφτεται να σκοτώσει το δάσκαλό του ,τον μόνο άνθρωπο που στεκόταν πια ανάμεσα σ αυτόν και το στόχο του. Να γίνει ο καλύτερος τοξευτής στο κόσμο!
Αποφάσισε να περιμένει τη ευκαιρία…
Μια μέρα πέτυχε τον Fei Wei μόνο στους αγρούς.
Δίχως δεύτερη σκέψη τράβηξε ένα βέλος και τον σημάδεψε.
Ο Fei Wei προετοιμασμένος ,καθώς από καιρό είχε «διαβάσει» τον μαθητή του , απάντησε με το βέλος του στο βέλος του Ji Chang 
και τα δυό βέλη πέσαν άκαρπα στο έδαφος.
Η επιδεξιότητα των δυό ανδρών είχε φτάσει σέ μεγάλα ύψη.
Σε λίγο ο Fei Wei είχε εξαντλήσει όλα του τα βέλη ,
και ο Ji Chang που είχε ένα ακόμα, το έβαλε στο τόξο και σημάδεψε τον Fei Wei , ο οποίος ,γρήγορος σαν αστραπή απέκρουσε με ένα κλαδί αγριοτριανταφυλλιάς που έκοψε στη στιγμή.
Οι δυό άντρες στάθηκαν ακίνητοι!
Ο Ji Chang στη βεβαιότητα πως δε θα πραγματοποιήσει ποτέ το στόχο του επανέκτησε την ηθική του υπόσταση και αισθάνθηκε απρόσμενα μετανοιωμένος .
Από τη μεριά του ο Fei Wei ανακουφισμένος που πέρασε ο κίνδυνος 
και ικανοποιημένος για τη τεχνική του και προπάντων κατανοώντας βαθιά το μαθητή του δεν αισθάνθηκε τη παραμικρή έχθρα.
Άφησαν τα τόξα , και αγκαλιάστηκαν οι γενναίοι άνδρες στη μέση της ερημιάς ,με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια τους.
Αυτά τα πράγματα δεν τα καταλαβαίνουν οι σημερινοί άνθρωποι ,αλλά εκείνα τα χρόνια έτσι ήταν οι γενναίοι…
Τα δάκρυα του Ji Chang ήταν ειλικρινά αλλά ο Fei Wei φοβόταν μήπως ο δαίμονας της πρωτιάς καταλάβει ξανά του μαθητή του ….Του μίλησε λοιπόν έτσι- Ji Chang 
-εγώ δεν έχω τίποτα πλέον να σου μάθω.Αν θες πραγματικά να μπεις στα βαθιά μυστικά του τόξου ,πρέπει να πας δυτικά και αφού ανεβείς στα απόμακρα υψίπεδα του Taihang
να καταφέρεις να σκαλώσεις στη κορφή Huo εκεί που ζει ο Gan Ying ο μεγαλύτερος δάσκαλος όλων των εποχών. Οι δικές μας ικανότητες είναι παιδικά παιχνίδια μπροστά στη τέχνη του.
Μόνο αυτός μπορεί να είναι πλέον δάσκαλός σου.
Ο Ji Chang ξεκίνησε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Η φράση «παιδικά παιχνίδια» είχε πληγώσει την υπερηφάνεια του.
Δηλαδή μετά από τόσο κόπο ήταν ακόμα στη αρχή?Τραυματίζοντας τα πόδια του σε κακοτράχαλες πλαγιές,κινδυνεύοντας σε ορεινά μονοπάτια και ετοιμόρροπα γεφύρια με το χάος έτοιμο να τον καταπιεί ,δαμάζοντας άγριους γκρεμούς με γιγάντιους βράχους ,έφτασε μετά από ένα μήνα στη κορφή του Huo.
Βρέθηκε λοιπόν να κοιτάζει –ενοχλημένος από το θέαμα- ένα χούφταλο πάνω από εκατό χρονώ , να τον παρατηρεί μ ένα βλέμμα ήρεμο σαν του αρνιού.
Όταν σηκώθηκε να τον πλησιάσει τα άσπρα γένια του σερνόταν χάμαι!
Σίγουρος πως είναι κουφός ο Ji Chang φωνάζοντας δυνατά του ειπε
-Είμαι ο Ji Chang. Αποφάσισα να γίνω ο καλύτερος τοξότης όλων των εποχών!
και χωρίς να περιμένει απάντηση τράβηξε το τόξο και έβαλε ένα βέλος.
Ψηλά στο ουρανό μια γραμμή αγριόχηνες πετούσαν.
Με το που άφησε το βέλος πέντε μεγάλα πουλιά πέσανε από τον βαθύ ουρανό!

- Καλά τα πάς στη συνηθισμένη τοξοβολία του είπε ο γέρος με ήπιο χαμόγελο.
Κρίμα όμως που δε γνωρίζεις πραγματική τοξοβολία..για έλα μαζί μου..
Ο γέρος οδήγησε ένα πραγματικά δυστυχισμένο Ji Chang 200 μέτρα πιο πέρα
στο χείλος ενός γκρεμού..
Η θέα του χάους που απλώνονταν χιλιάδες μέτρα προκαλούσε δέος.
Ο γέρος ανέβηκε σ ένα βράχο που ισορροπούσε στη άκρη του χάους.
Τον δοκίμασε με τα πόδια του. Ο βράχος κουνούσε!

-Θα μπορούσες να μου δείξεις ξανά τις ικανότητές σου από εδώ όπως πιο πριν?Ρώτησε ευγενικά το Ji Chang.

O Ji Chang ανέβηκε προσεκτικά στο βράχο και πίεσε τον εαυτό του να βάλει ένα βέλος στο τόξο.
Ξαφνικά μια πέτρα έφυγε κι ακούστηκε να πέφτει στο γκρεμό….
Ο Ji Chang πέταξε τόξο και βέλη και αγκάλιασε πανικόβλητος το βράχο!
Τα πόδια του τρέμανε και ο ιδρώτας έτρεχε ποταμός.
Με χαμόγελο ο γέρος τον κατέβασε από τον βράχο και του είπε.
-Τώρα θα σου δείξω πραγματική τοξοβολία.Ο Ji Chang παρ όλο το φόβο του παρατήρησε πως δεν είχε τόξο!
- Δεν έχεις τόξο ρώτησε
-Τόξο ? είπε ο γέρος και γέλασε.
Όσο χρειάζεσαι τόξο είσαι μακριά από το πνεύμα της τέχνης.
Ο πραγματικός δάσκαλος του τόξου δεν έχει ανάγκη να είναι φορτωμένος

με τόξα βερνικωμένα και βέλη με μύτες και φτερά!
Ένας αετός έκανε κύκλους από πάνω τους .
Πολύ ψηλά που το εξασκημένο μάτι του Ji Chang μόλις που τον έβλεπε σαν ένα σπυρί σησάμι.
Ο γέρος τον κοίταξε για λίγο, και μετά τοποθέτησε ένα αόρατο βέλος σ ένα ανύπαρκτο τόξο και χτύπησε.
Ο αετός έπεσε σαν πέτρα!
Ο Ji Chang ήταν σαν νεκρός.

Για πρώτη φορά στη ζωή του έζησε τη πραγματική τέχνη του τόξου.Έμεινε εννέα χρόνια με το γέρο . Κανείς δε έμαθε ποτέ τι είδος εκπαίδευση έλαβε.
Όταν επέστρεψε από τα βουνά , μετά από εννέα χρόνια οι άνθρωποι τον κοίταζαν με έκπληξη. Σαν να ήταν άλλος.
Είχε χάσει το σκληρό απτόητο βλέμμα και κοίταζε μάλλον σαν παιδί .
Όταν επισκέφτηκε το προηγούμενο δάσκαλό του τον Fei Wei,και τον κοίταξε στα μάτια , ο Fei Wei με συγκίνηση είπε.
-Είναι ο μεγαλύτερος όλων των εποχών, εμείς είμαστε ένα τίποτα μπροστά του.
Μάταια περίμεναν οι άνθρωποι στη Handan να δουν τις μυστηριώδεις ικανότητες που υποτίθεται ότι κατείχε ο Ji Chang σαν ο «μεγαλύτερος δάσκαλος όλων των εποχών»
Ο Ji Chang όμως μάλλον δε είχε καμιά τέτοια πρόθεση.

Ούτε καν έπιανε τόξο στα χέρια του. Και κατά πως φαινότανε ,και το περίφημο τόξο από μίσχο ιτιάς με χορδή από κάνναβη που είχε πάρει μαζί του στο βουνό, μάλλον τόχε πετάξει..
Σε κάποιον που τον ρώτησε σχετικά απάντησε πως
« η τελειότητα στη πράξη είναι η απραξία ,
όπως η τελειότητα του λόγου είναι η σιωπή
και η καλύτερη βολή είναι να μη κτυπήσεις»
Οι επιπόλαιοι άνθρωποι της Handan νόμισαν ότι κατανόησαν εύκολα τα λόγια του.
Ο μεγάλος δάσκαλος του τόξου που δεν άγγιζε το τόξο έγινε η υπερηφάνεια της πόλης. Όσο δεν άγγιζε τόξο , τόσο μεγάλωνε η φήμη του.

Άλλοι λέγανε ότι αόρατες χορδές ακούγονταν τη νύχτα στο σπίτι του και άλλοι ότι το πνεύμα του τόξου τον προστάτευε τις νύχτες από τους κλέφτες.
Ένας γείτονάς του έμπορος έλεγε πως μια νύκτα τον είδε στα σύννεφα με τους αρχαίους πολεμιστές Yi και Yang Youji να μάχονται με βέλη φτιαγμένα από κεραυνούς που χάνονταν στο μαύρο ουρανό….

Ένας κλέφτης ομολόγησε ότι πήγε να μπει στο σπίτι αλλά μόλις καβάλησε το τοίχο του κήπου ένα ρεύμα τον έριξε μακριά και από τότε , οι παλιάνθρωποι απέφευγαν το σπίτι του.

Ο Ji Chang γερνούσε και όσο γερνούσε η φήμη του μεγάλωνε.
Ο ίδιος μιλούσε σπάνια και σιγά σιγά αποχωρούσε σε μια κατάσταση ακατανόητη για τους ανθρώπους
Σαράντα χρόνια αφού κατέβηκε από το βουνό ο Ji Chang πέθανε ένα πρωινό ήσυχα όπως χάνεται η πάχνη της αυγής.
Όλα αυτά τα χρόνια δε είπε τίποτε για τη τοξοβολία ούτε και έπιασε τόξο.
[Σαν συγγραφέας αυτού του παραμυθιού θα επιθυμούσα να τον βάλω να πάρει ενεργό μέρος σε σπουδαίες πράξεις όπου και θα φαινόταν το μεγαλείο του.
Από την άλλη όμως δε μπορώ να αγνοήσω τα γεγονότα αλλά και τον τρόπο που γράφανε οι παλιοί…]

Στην πραγματικότητα το μόνο που ακούστηκε γι αυτόν προς το τέλος της ζωής του είναι το εξής παράξενο συμβάν.
Μια μέρα λίγα χρόνια πριν πεθάνει ο γέρος πια Ji Chang προσκεκλημένος σε φιλικό σπίτι είδε ένα εργαλείο που το φάνηκε αμυδρά γνωστό αλλά δε μπορούσε να θυμηθεί ούτε το όνομά του ούτε τη χρήση του.
Ρώτησε τον οικοδεσπότη «τι είναι αυτό και τι το κάνουν».
Ο Οικοδεσπότης σκέφτηκε ότι ο Ji Chang αστειευόταν ,χαμογέλασε λοιπόν και δεν απάντησε.Αλλά ο Ji Chang ξαναρώτησε ,πιο σοβαρά αυτή τη φορά.
Ο άνθρωπος τάχασε και δεν ήξερε πώς να απαντήσει .
Όταν ο Ji Chang ρώτησε τρίτη φορά ο οικοδεσπότης έμεινε κατάπληκτος.
Κοίταξε τον γέρο στα μάτια να δει αστειευόταν, τρελάθηκε μήπως ,ή ο ίδιος δε άκουσε καλά.Με δέος , σχεδόν φόβο του είπε,«Εσείς ο μέγιστος δάσκαλος έχετε ξεχάσει το τόξο? και το όνομά του και τη χρήση του?»
Έκτοτε και για πολλά χρόνια ,ειπώθηκε ότι άριστοι ζωγράφοι πέταξαν τα πινέλα τους ,μεγάλοι δεξιοτέχνες έκοψαν τις χορδές των οργάνων και φημισμένοι μαστόροι ντρέπονταν να χρησιμοποιούν τα εργαλεία τους.....

Atsushi Nakajima
για τη (ελεύθερη) αντιγραφή (από τα Αγγλικά) Ψαράκης Κ.

Σχόλια
Το «παραμύθι» αυτό του Atsushi Nakajima το ανέβασα για πολλούς λόγους.
Πρώτον είναι από τα λίγα πράγματα που συνεχίζουν να μου αρέσουν

από τοτε που το πρωτοδιάβασα σ ένα τεύχος της «ευθύνης»
δεκαωκτώ χρονώ «υποψήφιος»…
(έκτοτε το έχασα , αλλά το έχω διηγηθεί τόσε φορές που σχεδόν το ξέρω απ έξω)

Δεύτερον , σχεδόν κάθε φορά που το σκέφτομαι με οδηγεί στην απόλυτη φαντασίωσή μου σαν εκπαιδευτικό.
Ότι ειμαι ψηλα σ ένα βουνό (στ Αστερούσια )
και έρχεται ο μαθητής δειλά να με βρεί
να πέσει στα πόδια μου να μου απεθύνει τα εξείς λόγια
-Δίδαξέ με Γεωμετρία (λέμε τώρα..)
και γώ να του πώ
-Φύγε , κι όταν μάθεις να χειρίζεσαι το διαβήτη ξαναέλα.και όταν έρθει μετά από τρία χρόνια και πιάνει μύγες και κουνούπια στο αέρα με το ….διαβήτη….

χωρίς πλάκα μου αρέσει γιατί περιέχει τη φιλοσoφία της Ανατολής
όσον αφορά τις «θεωρίες της αγωγής» .
ότι δηλαδή για να μάθεις σε κάποιον οτιδήποτε
αναγκαία συνθήκη (αλλά και πάλι όχι ικανή ) είναι να το θέλει διακαώς!
Τις οποίες «δυτικές» θεωρίες της αγωγής θεωρώ προσωπικά
σαν το μεγαλύτερο πρόβλημα στη εκπαίδευση.
διότι φόρτωσαν την ευθύνη και της επιθυμίας για γνώση
στο ταλαίπωρο δάσκαλο, αφήνοντας στο μαθητή το ρόλο του πτώματος
που ο δάσκαλος πρέπει να νεκραναστήσει ,
να εμφυτέψει την επιθυμία να μάθει,
να του μάθει ,
να τον ελέγξει αν έμαθε ,
και να παλεύει και το σύνηθες φαινόμενο «γεφύρι της Άρτας»
«ολημερίς το κτίζανε τη νύκτα γκρεμιζόταν»δηλαδή βάλε αλάτσι που λέει και ο διακονιάρης.
Εδώ ο Χριστός ο ίδιος ο Αυθεντικός Δάσκαλος και Θεάνθρωπος είχε 8,3% αποτυχία!
Ενας στους δώδεκα μαθητές «δε πέρασε»
πόσο μάλλον εμεις τα αθρωπάκια !
Χωρίς πλάκα η δική μου «παιδαγωγική στάση» δεν είναι του Fei Wei
(αν και πολύ θα το ήθελα ) αλλά …..του Gan Ying!


Μαθηματικά στους γκρεμούς!σκέφτομαι ν ανοίξω "Σπουδαστήριο μαθηματικών o Αμπάς"

(εδώ)
για φαντάσου , ένας μαθητής που μου λύνει ασκήσεις
ενώ κινδυνεύει η ζωή του …
είναι δυνατόν να μη του φαίνονται αστείες οι εξετάσεις
στην ασφάλεια της αίθουσας?

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Δημήτρης Πέτρου, "Μουσικό Γυμνάσιο"



Μουσικό γυμνάσιο


Στο στόμα

           γεύση από επιγραφές
           γεύση από μεταλλικές αντηρίδες

σειρήνες στη στέγη του Δημαρχείου —

Όλα λιάζονται υπό το βλέμμα του διευθυντή.

Η μουσική είναι ένα συμβόλαιο
— ένας όρος συμβολαίου —
που υπογράφεις κλεισμένη στο δωμάτιο

          κι ας νιώθεις πως βρίσκεσαι
          στα δάση της Κομπιένης

ανάμεσα σε στρατηγούς και παράσημα.

(Το θέμα είναι από ποια μεριά υπογράφεις.)

Να φοράς αθλητικά στο μυαλό

          γιατί πάντα εδώ θα σε προφταίνουν
          εδώ θα σε τραυματίζουν

κάτω από τα τείχη
όπου το ρουτινιάρικο φως ενεδρεύει.

Ιωάννα, μην τους πεις πως άκουγες φωνές

μόνο να τους πεις για την εκδρομή στην Αμφίπολη
για την καντίνα με τις κουρασμένες μύγες

για το πρωινό ταχυδρομείο που είναι μια υπεκφυγή.

Το δάσος με τις βελόνες
μπορεί να λειτουργήσει και σαν κρύπτη.



Το ποίημα "Μουσικό γυμνάσιο" του Δημήτρη Πέτρου ανήκει στην ανέκδοτη συλλογή "ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΑΛΜΠΟΥΜ" και δημοσιεύεται για πρώτη φορά

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, "Άτιτλο"

   
(Γ. Γαΐτης, "Μοτοσικλετιστής", 1967)


Οι ποιήτριες όταν σκύβουν πάνω από τον τέντζερη
με μια ξύλινη κουτάλα ανακατεύουν προσεχτικά τον πυθμένα
του κόσμου και βγάζουν πράγματα πολύτιμα λαμπερά
ύστερα τα κρύβουν μέσα σε κάτι παμπάλαια μαξιλάρια
και τις μεγάλες γιορτές ή στους γάμους και τα βαφτίσια
καρφιτσώνουν στο στήθος τους τα τιμαλφή ποιήματα
και οι γειτόνισσες λένε τι ωραία που είναι
πού τα βρήκατε
και οι ποιήτριες εξηγούν
να όταν ξαπλώνουν κάτω απ’ το κρεβάτι
για να μαζέψουν τις σκόνες τις αράχνες και τα μαμούνια
εκεί τα βρίσκουν τα ποιήματα γιατί πολλές φορές
τις παίρνει κομμάτι ο ύπνος -δηλαδή κάτω απ’ το κρεβάτι-
και καθώς λαγοκοιμούνται βέβαια ονειρεύονται λόγια
λέξεις λάβρες λαγούτα λαβύρινθους λαγκαδιές λαιμητόμους
λαλάρια λαλούμενα λαμνοκόπους λαμπηδόνες λασπουριές
έτσι λένε αυτές οι λαθρόβιες οι λάου λάου ποιήτριες



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Παρατηρητής" Τεύχος 2 (Σεπτέμβρης 1987)

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Νάνος Βαλαωρίτης, "Από τον δωδεκάλογο του άστεγου"



Από τον Δωδεκάλογο του άστεγου


3. Δεν θέλω λεφτά, συμπόνοια, λύπη
δεν θέλω περιφρόνηση - μάλλον
επιθυμώ να προκαλώ αηδία
να με σιχαίνονται και να με αποφεύγουν
να κάνω οτιδήποτε να με ξεφορτωθούν
τους εκνευρίζει το θέαμα της απλησιάς
τα βρώμικα ρούχα που φοράω
η μυρωδιά που αποπέμπω
είμαι ένας αποδιοπομπαίος τράγος
το περίσσευμα του καπιταλιστικού θαύματος
το σκουπίδι της πλουτοκρατίας
το φαρμακερό μανιτάρι του πλεονάσματος
με τρέφουν για να κοιμηθούν ήσυχοι
τις νύχτες χωρίς εφιάλτες και κακά
προμηνύματα -όταν και αν
γκρεμιστεί το οικοδόμημα θα 'ναι
όλοι σαν εμένα - μα εγώ θα
επιζήσω- έτσι κωλοπετσωμένος
που είμαι- οι αχαμνοί θα χαθούνε.





Από την ποιητική συλλογή "Άστεγος ο Μέγας", Ύψιλον 2004.