Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Κλείτος Κύρου, "Σε πρώτο πρόσωπο"





ΟΤΑΝ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ


ΟΤΑΝ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ βροντούσαν τα τύμπανα
Οι επιστροφές σκοτώναν τις ελπίδες


Κρατώ το χέρι σου μες στο σκοτάδι
Και προχωρώ
Εσύ και δυο άστρα που επιζήσαν
Οι μόνοι μου συνοδοί
Τα σχέδια που δεν πρόφτασα να χαράξω
Κι οι φαντασίες του σύννεφου στο ηλιοβασίλεμα
Σημαδεύουν την αρνητική πορεία
Δεν μένει παρά να πλαγιάσουμε στον κάμπο
Και ν’ αγαπήσουμε το πρώτο μαρτολούλουδο που δεν έκοψες
Αυτοί που μας αγάπησαν πεθάναν πριν μας μισήσουν
Αυτούς που θ’ αγαπούσαμε τους υπόταξε η λογική


Παιδιά σαν ήμασταν δεν παίξαμε ποτέ
Έφηβοι δεν κλάψαμε
Σαν γίναμε άντρες λησμονήσαμε το γέλιο
Πώς θέλετε να πάψουμε να νοσταλγούμε


Καθισμένη στα βράχια δαγκώνεις πικρόριζες
Κι ένας αγέρας επιβίωσης φυσάει απ’ τις σχισμές των
       ματιών σου
Έχω το φέρσιμο των σκοτωμένων Άγγλων ποιητών που τους
       διάβασα στα βιβλία
Συλλογίζομαι αυτούς που έφυγαν από κοντά μας σιωπηλά και
       με διάκριση τόση
Άλλοι χάθηκαν σε πλοία ναυαγισμένα άλλοι αφανίστηκαν από
       σιβυλλικές ασθένειες άλλοι δολοφονήθηκαν
Ζούμε στη βασιλεία της διασποράς
Η κάθε μέρα και μια εφήμερη προέκταση
Κάθε βράδυ οι εραστές ζητούν απόμερες γωνιές
Κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει κάποτε το αδύνατο ενός
       γυρισμού
Κι όμως δεν αντιστέκεται αποκτά συνήθειες
Διασταυρώνει το σπέρμα του με καινούργιες γυναίκες
Υποβάλλει τη μνήμη του σε συνεχή αφαίρεση
Και τέλος φεύγει από κοντά μας


Όταν στους δρόμους ξαναβροντήσουν τα τύμπανα
Θα ξεριζώσω τη φωνή μου
Και θ’ αγαπήσω δυο φορές το σχήμα της σιωπής σου





ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ


ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ πια τις πολύχρωμες μέρες
Όταν κινούσαμε για τις αφετηρίες των παλμών σου
Στ’ αρχικά των χεριών μου είχα σκαλίσει τις νυκτόβιες
       αναμονές
Τα κατώφλια μας σκεπάστηκαν από τις ικεσίες της φωνής
       σου
Αλήθεια
Τη φωνή σου πώς θα τη λησμονήσουμε
Έτσι πού αντηχεί επίμονα μες στο μνημονικό μας

*


Καθισμένος πριν δέκα χρόνια σε πέτρες της ακρογιαλιάς
Σκεφτόμουνα τον Ρούπερτ Μπρουκ που θα είχε γίνει
       κάρβουνο κρωγμός γλάρου και θυμάρι
Διόλου δε μάντευα πως θα ερχόταν μια μέρα
Που περίεργη θα με ρωτούσες γιατί άραγε οι φίλοι να
       πεθαίνουν πάντα φθινόπωρο
Για τις αυγές που χάθηκαν στα τρίστρατα του δυτικού ανέμου
Που θα ξαναχαθούν ίσως στο αντίκρισμα της οπλισμένης
       μέρας
Τότε μόλις πρόσεξα τα περιστέρια που ανθίζαν στα μάτια σου
Τ’ άσπρα χαλίκια που έπεφταν από τα χείλη σου στο πράσινο
       χορτάρι
Το φουστάνι σου από πευκόφλουδες κι αστερισμούς που πάνω
       του πλάγιασα
Στήνοντας τ’ αυτί μου προσεχτικά στους παφλασμούς της
       νύχτας
Και πηδήσαμε χαρούμενοι τις τριπλές φωτιές τ’ Αι-Γιάννη
πιασμένοι από το χέρι κράζοντας το μυστικό μας
Κι ήρθαν κατόπι τα τρένα που σφύριζαν ερημικά στους
       κάμπους
Βράδυ νομίζω κάποια άνοιξη που ξαναγεννιόταν κυκλικά η
       ζωή


Μα εμείς λιγοστεύαμε αδιάκοπα
Λιγοστεύουμε κάθε βράδυ





ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ


ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ και μια επιστροφή
Γυμνώθηκαν τόσο πολύ κι οι αποχαιρετισμοί
Ούτε χέρια σπασμωδικά να κινούνται ανεμίζοντας μια
       πνιγμένη εγκαρτέρηση
Μήτε σφυρίγματα ατμομηχανών να υποθάλπουν μια
       ρομαντική αναβίωση

*


Το δέρμα μας πήρε τώρα το χρώμα της γης
Λησμονήσαμε το περίβλημα της στοργής πού να βρεθεί
       γυναικείο χέρι ν’ απαλύνει τις βλεφαρίδες σου σ’ αυτήν
       την αγριάδα
Την πίκρα της ξενιτιάς όσο να πεις τη φανταζόμασταν σαν
       ελιά πικρή όμως σε φαρμακώνουν οι ξένες φωνές
Ολούθε σε πνίγουν τα βουνά και διανεύουν επάνω σου τα
       παγερά φεγγάρια της ανατολής

*


Τα χαράματα στα πεδία ασκήσεων βαδίζοντας σε πυκνή
       παράταξη
Αδιάκοπα αναπολούσα τα μάτια σου που άστραψαν στον
       ερχομό μου
Ποτέ μας δεν αρνηθήκαμε − τάχα μια μέρα θα χαρούμε την
       πεμπτουσία της άρνησης
Εμείς που κυνηγημένοι από το φάσμα της απουσίας σου
Σερνόμαστε στα λασπόνερα μνημονεύοντας τ’ όνομά σου
Τα εξαίσια πυροτεχνήματα του ονόματός σου





ΗΡΘΑ ΝΤΥΜΕΝΟΣ


ΗΡΘΑ ΝΤΥΜΕΝΟΣ φλεβαριάτικα ρούχα μια νύχτα
       ερειπωμένη
Αδιάκοπα ταξίδια χιλιόμετρα αναμνήσεων κι ο σουβλερός
       άνεμος στις παγωμένες λίμνες να ποδοπατεί χωρίς έλεος
       την εσθήτα του καλοκαιριού
Διαβαίνεις κάμπους και λαγκαδιές κρύσταλλα και
       σταλαχτίτες ζεσταμένος από την πυροστιά των ματιών
       της που θ’ ανθίσουν στη θέα σου

*


Μα κάποτε αλλάζει κι ο ρυθμός που σε κατέχει
Και οι απαντήσεις είναι πάντα τόσο φευγαλέες
Και το κορίτσι με το βιβλίο της βυζαντινολογίας ανοιχτό στα
       χέρια του
Δε θα σου πει τον καημό του
Κάθε βράδυ το φως θα δραπετεύει από τις γρίλιες για να
       συναντήσει τον άσωτο που δεν έχει γυρισμό
Και τα ερωτικά γράμματα σωρεύονται δένονται κατόπι με
       ροζ κορδέλες
Κι ύστερα μια σιωπή μια σιωπή γιομάτη θλίψη σαν φτάνει η
       ώρα η επίσημη που θα σκεφτείς εκείνον που αγαπάς
Όταν εσύ που κατανίκησες τις αποστάσεις φεύγεις νικημένος
       σαν ένα πλοίο με σβησμένα φώτα
Ετοιμάζοντας ξανά το γυρισμό σου





ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΗΚΕΣ


ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΗΚΕΣ
Μιαν αγάπη που άνθισε στην ερημιά
Τρίτη φορά χαράζοντας το ίδιο γνωστό σου όνομα
Πάνω στο φως που πλημμυρίζει όλο διαθλάσεις
Ξέροντας με ακρίβεια
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θα σβήσει
Σωστή κλεψύδρα


Κι ακόμα συλλογίστηκες
Μια ζωή μια οποιαδήποτε ζωή
Που σύρθηκε από το όχι στο ναι
Ανεβοκατέβηκε τις ατέλειωτες βαθμίδες του λογισμού
Έπαιξε στο κύμα στο σύννεφο στον κόρφο της γυναίκας
Γέλασε και σπάραξε κι έδωσε χωρίς απολαβή
Ξεστόμισε λόγια ακατάληπτα
Μη ξέροντας
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θ’ αδειάσει η κλεψύδρα





Από τη συλλογή «Σε πρώτο πρόσωπο», [1957].
Πηγή: Η συγκεντρωτική έκδοση «Κλείτος Κύρου, εν όλω ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ, 1943-1997», εκδ. Άγρα, 2006.
Στην εικόνα: J. W. Waterhouse, «The Soul of the Rose, (My Sweet Rose)», 1908.
Πηγή για την εικόνα:
https://commons.wikimedia.org/wiki/File:The_Soul_of_the_Rose_-_Waterhouse.jpg

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Δημήτρης Καπετανάκης, "Ποιήματα"




~*~

Δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι
ούτε μπροστά στον καθρέφτη
και αφού δεν μπορώ ν’ αλλάξω πρόσωπο
θ’ αλλάξω καθρέφτη




~*~

Αν παρομοιάσω το ποίημα με γυναίκα
οι λέξεις θα με πουν φιλήδονο
Αν όμως παρομοιάσω τη γυναίκα με ποίημα
θα μου πουν ότι κρύβομαι πίσω απ’ τις λέξεις
Γι’ αυτό συνήθως αποφεύγω τις παρομοιώσεις




~*~

Πιστεύω στα χρώματα
περισσότερο από τις λέξεις
Ιδιαίτερα στο γαλάζιο
εκείνο το απέραντο
που αν το αγαπήσεις πολύ
γίνεται κόκκινο
με βαθιές απογευματινές
αποχρώσεις




~*~

Τα λόγια μεγάλωσαν
άρχισαν να μη χωράνε στις σκέψεις
Βρίσκονται σε μια ηλικία
που ζητά ν’ αλλάξει κεφάλι




~*~

Κάποτε οι λέξεις θα ξυπνήσουν από το κώμα
και θα μιλήσουν για το ατύχημα του έρωτα
που δεν θα θυμάται ούτε το ατύχημα
ούτε τις λέξεις




~*~

Η ζωή είναι μια πληγή ανοιχτή
που με το αίμα της τροφοδοτεί καινούρια ζωή
που μια ζωή παλεύει
να κλείσει την παλιά της πληγή




~*~

Εγώ καλλιεργώ τη γη
όταν κινείται στη σφαίρα της φαντασίας
Φυτεύω μήλα
και βγαίνουν ωραίες γυναίκες




~*~

Αν και δεν γνωρίζω από κήπους
οι κήποι γνωρίζουν
πόση άνοιξη ακόμα μας περιμένει




~*~

Ό,τι και να πω για το σκοτάδι
τα περισσότερα θα μείνουν κρυμμένα στο φως
και η αλήθεια πάλι θα λάμψει
εν αγνοία της




~*~

Ζηλεύω την άγνοιά σου
για ό,τι μου συμβαίνει
Κάποτε θα ήθελα να ήσουν η ζήλια μου




~*~

Αν δεν κάναμε λάθη
δεν θα υπήρχαν ποιήματα
να μας διορθώνουν





Τα ποιήματα του Δημήτρη Καπετανάκη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Στην εικόνα: Νικόλαος Γύζης, «Ο ποιητής στην πηγή (Η έμπνευση του ποιητή)»,
περ. 1875-80, Ελαιογραφία σε καμβά. Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Μαρία Ζαγκλαρά, "Η καρδιά ήταν μόνο το πρόσχημα"




ΤΟ ΜΕΤΡΗΜΑ


Έχτιζα μικρές ζωές στην άμμο,
μια μια το νερό τις διέλυε
Με κοίταξες σκεπτική
Βλέπεις;
Η ζωή δε χάνεται μια φορά, είπες
Τη ζωή τη χάνεις πολλές φορές από λίγο
Άρχισα να μετρώ πόση έχασα
Δεν έφταναν τα δάχτυλα
Γέλασες
Πόση ζωή έχασα;
Ακόμη περιμένω να αρχίσει
κι εσύ μου μιλάς για τέλος;
Πήρα να θυμώνω
Η ζωή δε χάνεται μια κι έξω, Μαρία,
ξαναείπες χωρίς καθόλου να γελάς
(σαν να μεγάλωσα ξαφνικά)
Κοίταξες τα χέρια μου,
άμμος γλιστρούσε απ’ τα δάχτυλα
Τη ζωή, είπες,
τη χάνεις λίγο λίγο
κάθε φορά που τη μετράς
Και τους ανθρώπους; ρώτησα
Αυτούς πώς τους χάνω;
Α, αυτούς δεν τους χάνεις! είπες
Απλώς μπερδεύεις στο μέτρημα
αυτούς που δεν είχες ποτέ





ΠΟΡΤΛΑΝΤ


Πώς πέρασαν τα χρόνια
Ο ένας Μάρτης μετά τον άλλο
Ο ένας κύκλος μέσα στον άλλο
Ομόκεντροι και φαύλοι
Στις δεκατρείς πεθαίνεις
Στις δεκατέσσερις γεννιέσαι
Οκτώβρης
Με πονάει το πόδι μου έλεγες κι έπιανες το κενό
Δεν είχες πόδι, μπαμπά
Μαρία, φώναζες
Δεν είναι εδώ
Έφυγε
(Γιατί έφυγα;
Λες κι ήταν πολλές οι στιγμές που μας έμεναν
κι είπα να χαρίσω κάμποσες στην τύχη)
Ποια τύχη;
Άτυχη στιγμή, θα έλεγαν μετά
Άλφα στερητικό και τύχη.
(Κάποια μέρα θα μετρήσω όλα τα στερητικά άλφα
       της ζωής μου. Κάποια μέρα.)
Μαρία, φώναζες
Τι την θέλεις, μπαμπά; Έφυγε.
Α! Έφυγε. Το ξέχασα.
Λίγο νεράκι. Μόνο λίγο νεράκι.
(Δε στο ’φερα ποτέ.
Ήθελες λίγο νεράκι. Κι εγώ δε στο ’φερα ποτέ.)
Έπειτα ήρθαν τα δάκρυα, μα ήταν γλυφά.
Κι εσύ είχες πια ξεδιψάσει.





~*~

Το θαύμα κρατά επτά ημέρες, είπε
Για όλες τις επόμενες θα πρέπει να παλέψεις





ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ


Λέξεις
Μολυβένιοι στρατιώτες
πέφτουν στο πεδίο μιας μάχης εκ προοιμίου χαμένης
Βρίσκω μια κοιλότητα στον κόσμο και κρύβομαι
Με τα γόνατα στο ύψος της καρδιάς
Χρόνια κυοφορώ ελπίδες,
μα αρνούνται τον κόσμο και μου γδέρνουν τα σωθικά
Είμαι αθώα, σπαρταράνε στον λαιμό μου, με πνίγουν
Τις καταπίνω
Τις στέλνω πιο βαθιά μέσα μου
Πνίγομαι

(Ησύχασε. Μείνε εκεί. Δε θα αφήσω να πειράξεις κανέναν.)

Αυτό το ποίημα θα με σκοτώσει.





ΠΑΡΑΒΑΣΗ


Μόνο τα κλειστά παράθυρα φοβάμαι
Τα παράθυρα που δε γεμίζουν ήλιο
Που δε σκορπίζουν μυρωδιές,
τα παρατημένα παράθυρα
Τα πρόχειρα σφαλισμένα με ασβεστόλιθο κι
αγκωνάρια σιωπή
Τα πρόωρα γερασμένα παράθυρα
Αυτά που κλειδώνουν μέσα τη λησμονιά
Αυτά φοβάμαι,

που άσπρισαν χωρίς να φταίξουν

(πώς άσπρισα χωρίς να φταίξω;)





Από τη συλλογή «Η καρδιά ήταν μόνο το πρόσχημα», εκδ. Κουκούτσι, 2018.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Αντώνης Μπουντούρης, "Δύο ποιήματα"




ΑΓΑΠΗ


Ο έρωτας γεννιέται μες στο φως και θέλει σιωπή.

Είναι το λίπασμά του.

Να σημαδεύεις μέσα σου βαθιά.

Να σιωπάς.

Η παχύσαρκη αγάπη είναι πόνος.

Έχεις πια μάθει τόσα χρόνια από υπερβολές.

Του παρελθόντος τα καρτέρια είναι γεμάτα
νεκρές χαρές-χτυπημένες στην καρωτίδα.

Μη μιλάς.

Κι αν νιώσεις αφρούρητες τις νύχτες σου
χωρίς διαβήματα και προσωπεία
έχεις μάθει ν’ αγαπάς.





ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΕΡΩΤΙΔΕΙΣ


Στριφογυρίζει η σχέση ανάστατη
                              Τόσα μουγγά φιλιά...

Μες στη παλάμη σκάει ένα δάκρυ.

Επόμενο ήταν αφού
πολλές φορές μ’ αγκάλιασες
ποτέ όμως δε μ’ είδες
στο πέταγμά μου επάνω.

Πάντα αλλού κοιτούσες.




Αντώνης Μπουντούρης




Στην εικόνα: Francesco del Cossa, «Allegory of April: Triumph of Venus».
Πηγή: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Μίλτος Σαχτούρης, "Έκτοτε"





ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ


Άλογα περήφανα
οι επιθυμίες μου
γονάτισαν κάθισαν χάμω

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

ο ένας πήγε να βρει το Θεό
ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο
κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.





ΣΑΝ ΠΕΤΡΑ


Η Άνοιξη είναι για τους ευτυχισμένους
τότε έλεγες

τώρα έγινες σκληρή
σαν πέτρα.





Ο ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΙ

                          στον Βασίλη Συρμόπουλο


Αυτή την Τίγρη
αυτό το τέρας
την ψυχή μου
(έλεγε συχνά ο Χεμινγουέι)
θα την σκοτώσω.





ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

                                         στη Μάγδα


Περιστέρια εξόριστα
βάψαν κόκκινη τη στέγη
                                     του σπιτιού

Εξόντωση του Κύκλωπα μέσα
που χρόνια λίμαζε στο σπίτι

Στα παρτέρια έξω μπροστά στην
                                                πόρτα
φύτρωναν κίτρινα λουλούδια.





ΞΥΜΦΟΡΑ

                                Είν’ οι προσπάθειές μας
                                των συφοριασμένων·
                                είν’ οι προσπάθειές μας,
                                σαν των Τρώων.

                                              Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Με μάγια αλλά
και με Θεό μαζί
ψάχνω
την άδική μου μοίρα

Πόσα σίδερα
και σιδεριές
πόσες κατάρες
και πόσες σφήνες
πόσες αράχνες και καρφιά
πόσες πλεκτάνες
έως τώρα
μου έχουν στήσει

την άδική μου μοίρα
τώρα ψάχνω

Πόση ακόμα μου μέλλεται
συμφορά.





Από τη συλλογή «Έκτοτε» (1996).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μίλτος Σαχτούρης - Ποιήματα (1945-1998)»,
εκδ. Κέδρος, 2014.
Πηγή για την εικόνα:
http://www.ert.gr/arxeio-afierwmata/miltos-sachtoyris-29-martioy-2005/

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Tomas Tranströmer, "Τρία ποιήματα", (μετάφραση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη)





ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


Ένα δέντρο περιφέρεται στη βροχή,
μας προσπερνά βιαστικά μέσα στη γκρίζα νεροποντή.
Έχει κάτι να διεκπεραιώσει. Φέρνει ζωή από τη βροχή
όπως το κοτσύφι στο περβόλι.
Όταν κοπάζει η βροχή το δέντρο σταματά.
Αχνοφαίνεται ευθυτενές, γαλήνιο στις ξάστερες νύχτες
περιμένοντας όπως κι εμείς τη στιγμή
που οι νιφάδες ανθίζουν στο διάστημα.



Από τη συλλογή «Ο ημιτελής ουρανός» (1962).




TRÄDET OCH SKYN


Det går ett träd omkring i regnet,
skyndar förbi oss i det skvalande grå.
Det har ett ärende. Det hämtar liv ur regnet
som en koltrast i en fruktträdgård.
Då regnet upphör stannar trädet.
Det skymtar rakt, stilla i klara nätter
i väntan liksom vi på ögonblicket
då snöflingorna slår ut i rymden.



“Den halvfärdiga himlen” (1962).






Ο ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΟΥΡΑΝΟΣ


Η δυσθυμία διακόπτει τη δράση της.
Η αγωνία διακόπτει τη δράση της.
Ο γύπας διακόπτει την πτήση του.

Το φως διαχέεται με ζήλο μπροστά,
ακόμη και τα φαντάσματα πίνουν μια γουλιά.

Κι οι ζωγραφιές μας εμφανίζονται στο φως της μέρας, 
κόκκινα ζώα των ατελιέ μας απ’ την εποχή των παγετώνων.

Όλα αρχίζουν να φανερώνονται τριγύρω.
Οδεύουμε στον ήλιο εκατοντάδες.

Μια μισάνοιχτη πόρτα κάθε άνθρωπος
που οδηγεί σ’ ένα χώρο για όλους.

Το απέραντο έδαφος από κάτω μας.

Το νερό λάμπει ανάμεσα στα δέντρα.

Η λίμνη ένα παράθυρο προς τη γη.



Από τη συλλογή «Ο ημιτελής ουρανός» (1962).




DEN HALVFÄRDIGA HIMLEN


Modlösheten avbryter sitt lopp.
Ångesten avbryter sitt lopp.
Gamen avbryter sin flykt.

Det ivriga ljuset rinner fram,
även spökena tar sig en klunk.

Och våra målningar kommer i dagen,
våra istidsateljeers röda djur.

Allting börjar se sig omkring.
Vi går i solen hundratals.

Var människa en halvöppen dörr
som leder till ett rum för alla.

Den oändliga marken under oss.

Vattnet lyser mellan träden.

Insjön är ett fönster mot jorden.



“Den halvfärdiga himlen” (1962).






ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΣΤΗ ΜΠΑΝΤΕΛΟΥΝΤΑ


Στα βαθυπράσινα μεσάνυχτα στο βορινό σύνορο του αηδονιού. Βαριά
φύλλα αιωρούνται σε έκσταση, κουφά χυμούν τ’ αυτοκίνητα προς
τη γραμμή από νέον. Η φωνή του αηδονιού δεν ενδίδει, είναι το
ίδιο διαπεραστική όπως το λάλημα του πετεινού, όμορφη ωστόσο
χωρίς ματαιδοξία. Ήμουν στη φυλακή και μ’ επισκέφτηκε. Ήμουν
άρρωστος και μ’ επισκέφτηκε. Τότε δεν το είχα προσέξει, αλλά τώρα.
Ο χρόνος χύνεται κάτω απ’ τον ήλιο και το φεγγάρι και μέσα σε
όλα τα τικ τακ τικ τακ τακτικά ρολόγια. Όμως εδώ ακριβώς δεν
υπάρχει χρόνος. Μόνο η φωνή του αηδονιού, αυτές οι ακατέργαστες
αντηχήσεις που ακονίζουν το φωτεινό δρεπάνι του νυχτερινού
ουρανού.



Από τη συλλογή, «Για ζωντανούς και νεκρούς» (1989).




NÄKTERGALEN I BADELUNDA


I den gröna midnatten vid näktergalens nordgräns. Tunga löv
hänger i trance, de döva bilarna rusar mot neonlinjen. Näkter-
galens röst stiger inte åt sidan, den är lika genomträngande
som en tupps galande, men skön och utan fåfänga. Jag var i
fängelse och den besökte mig. Jag var sjuk och den besökte
mig. Jag märkte den inte då, men nu. Tiden strömmar ned
från solen och månen och in i alla tick tack tick tacksamma
klockor. Men just här finns ingen tid. Bara näktergalens röst,
de råa klingande tonerna som slipar natthimlens ljusa lie.



“För levande och döda” (1989).





Από το βιβλίο: «Δέρμα από πεταλούδες» (Επιλογές σουηδικής ποίησης).
“Hud av fjärilar” (Ett urval av svenk lyrik)
Μετάφραση: Δέσποινα Καϊτατζή - Χουλιούμη
Översättning; Despoina Kaitatzi-Choulioumi
Εκδόσεις Intellectum, 2018.



ΤΟΥΜΑΣ ΤΡΑΝΣΤΡΕΜΕΡ (1931-2015).
Ο Τούμας Γέστα Τρανστρέμερ, Σουηδός ποιητής και μεταφραστής γεννήθηκε στη Στοκχόλμη στις 15.4.1931 και πέθανε στις 26.3.2015. Ήταν ψυχολόγος και εργάστηκε σε διάφορα ιδρύματα. Ήταν λάτρης της ποίησης και της μουσικής. Το 2011 η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το έργο του Τούμας Τρανστρέμερ είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο και έχει μεταφραστεί σε εξήντα γλώσσες. Το συνολικό ποιητικό του έργο εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Printa, το 2004 σε μετάφραση του Βασίλη Παπαγεωργίου. «Το έργο του χαρακτηρίζεται από την αγάπη του για τη σκανδιναβική φύση και διαπνέεται από πνευματικότητα. Χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και λυρισμό, από μια καλά μελετημένη και αρμονική φόρμα επίσης δε από μια θρησκευτική πνευματικότητα. Είναι πιστός στην παράδοση και συγχρόνως αποτελεί μέρος των νεωτεριστικών ρευμάτων... Ο Τούμας Τρανστρέμερ είναι ένας καλλιτέχνης του οποίου το λυρικό έργο μπορεί να περιγραφεί με τους ίδιους σχεδόν όρους που χρησιμοποίησε ο ίδιος για να περιγράψει το μουσικό έργο του Εντόαρ Γκρίεγκ». (Μαγκνταλένα Σιλκ). Το ποιητικό έργο του αποτελείται από τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: 17 ποιήματα, (1954), Μυστικά καθ’ οδόν, (1958), Ο ημιτελής ουρανός, (1962), Ήχοι και ίχνη, (1966), Βλέποντας στο σκοτάδι, (1970), Μονοπάτια, (1973), Θάλασσες της Βαλτικής, (1974), Το φράγμα αλήθειας, (1978), Η έρημη πλατεία, (1983), Για ζωντανούς και νεκρούς, (1989), Η πένθιμη γόνδολα, (1996), Φυλακή, (2001), Το μεγάλο αίνιγμα, (2004). Τα επτά ποιήματά του που περιέχονται στο παρόν βιβλίο είναι από τις ποιητικές συλλογές: Ο ημιτελής ουρανός, Η έρημη πλατεία, Για ζωντανούς και νεκρούςΗ πένθιμη γόνδολα.



Στην πρώτη εικόνα: Tomas Tranströmer by Lo Snöfall
Πηγή για την εικόνα: https://chromatachromata.com/