Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Μανόλης Πρατικάκης, "Ο κοκκινολαίμης"



                                                Ο ΚΟΚΚΙΝΟΛΑΙΜΗΣ

                    Α, ο κοκκινολαίμης, Θε μου, πάλι μέσα
                    στην ξεχασμένη βάτο! Παίρνει το σκουλικάκι κι
                    απ' αγκάθι σε φύλλο με σοφήν γευματίζει ευφροσύνη. Τι θείο
                    σάλεμα μέσα στη φύση που αγνοεί
                    την ομορφιά και την παρουσία του.
                    Τίποτα δε ρωτά, δε λέει "Είμαι εδώ", σαν ψυχή
                    αποκομμένη από κάθε ταραχή. Πώς φέγγει
                    μες στη σιωπή του, τι αχειροποίητα φτερά.
                    Με τους ίδιους τρόπους μπαινοβγαίνει εδώ και
                    αιώνες στα κλαδιά, το ίδιο αυτό προγονικό
                    πουλί. Λέω
                    να 'χτιζε τη φωλιά του μες στη μνήμη μου
                    να μου γυρίσει μυρωμένο θυμάρι
                                                              ο θυμός.
                    Πώς σκύβεις φλόγα δροσερή και πίνεις τις δροσιές!
                    Πώς ανεπαίσθητα θροΐζεις και μου ανοίγεται
                    για μια στιγμούλα πάλι
                                                      δάσος παρθένο η συνείδηση.
                    Λέω να 'χτιζε τη φωλιά του στο χαμόκλαδο του
                    στήθους μου, να μου γινόταν δέντρο αληθινό.
                    Πουλί, πουλάκι, να 'τανε στον πικρό μου θώρακα
                    να φτερουγίσεις. Πώς ήθελα
                                                    να σε ονομάσω καρδιά μου.


Από τη συλλογή "Οντοφάνεια", Ρόπτρον 1988

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρήστος Γ. Μιχαλιός, "Διαθήκη"

             

ΔΙΑΘΗΚΗ

Στης ματαιότητας τους κληρονόμους
άφησα τίτλους και διπλώματα,
τις λίγες ευκαιρίες συναλλαγής
με την καλύτερη ζωή τη στεριανή.
Στη ματαιότητα την ίδια αφήνω
τα ψεύτικα στεφάνια δόξας
και τα παράσημα που κέρδισα
τα πέλαγα γυρνώντας,
από τους αθλοθέτες πλοιοκτήτες.
Γιατί αλήθεια, στο τίποτα οδηγήθηκα
ακολουθώντας ρότες καραβιών
σε θάλασσες κι ωκεανούς.


Από τη συλλογή ''Καρτίνια", Ενδυμίων 2013

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, ''Απ' το βυθό"



                                                ΑΠ' ΤΟ ΒΥΘΟ

Ωραίος είναι ο θρίαμβος μα πόσο θα διαρκέσει
Ως πότε η άνοιξη με το θαύμα της
Ως πότε η έλξη του μεσημεριού και τα κρυφά μυστικά του νερού
Θα φεύγουν από μέσα μας; είμεθα σώματα από χέρια και χείλη
Κι επιθυμίες ακατανίκητες, σώματα προσευχόμενα

Υπάρχει στο κέντρο των σφαιρικών αυτών ονείρων ο νους
Γεμάτος άγνωστα συστατικά που ευωδιάζουν άνθη
Και νεότητα, που γίνονται ήχοι αρμονικοί κι άλλοτε κρότοι
Όμοιοι με δέντρου που τρεκλίζει απ' του αγέρα τα μαστίγια
Ή απ' της φωτιάς

Στου έρωτα την ανάσα κονιορτός το σώμα
Ευωδιάζει διχάζεται αναζητά
Με ερωτική μανία την ένωση του, όμως η νεότης του
Βέλος ανέρχεται στα ύψη λάμποντας
Εκεί το ατενίζουν έκθαμβα τα μάτια
Φωνές του θαυμασμού από τον άμετρο βυθό των ανθρώπων
Ανηφορίζουν
Κι εξέρχονται συνωστιζόμενες από τα χείλη
Όπως από τη μόνη θύρα σπιτιού πυρπολημένου
Έντρομοι και ατυχείς οι κάτοικοι φεύγουν.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, "7 φορές Ποιητής"

( ΔΥΟ ΑΓΓΕΛΟΙ, ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΔΥΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΤΟΠΟΣ )

(Ο. Ελύτης: "Ο άγγελος της Αστυπάλαιας")

ι'
Της αγάπης αίματα *
με πορφύρωσαν
Και χαρές ανίδωτες *
με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη *
νοτιά
*
των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα *
Ρόδο μου Αμάραντο
Στ’ ανοιχτά του πέλαγου *
με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες *
 και μου ρίξανε
Αμαρτία μου να ’χα *
κι εγώ
*
μιαν αγάπη
Μακρινή Μητέρα *
Ρόδο μου Αμάραντο
Τον Ιούλιο κάποτε *
μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της *
μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια *
στιγμή
*
να φωτίσουν
Μακρινή Μητέρα *
Ρόδο μου Αμάραντο
Κι από τότε γύρισαν *
καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες *
ξεφωνίζοντας
« Ο που σ’ είδε, στο αίμα *
να ζει
*
και στην πέτρα »
Μακρινή Μητέρα *
Ρόδο μου Αμάραντο
Της πατρίδας μου πάλι *
ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα *
και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα *
με φως
*
ξεπληρώνω
Μακρινή Μητέρα *
Ρόδο μου Αμάραντο.


Από την ποιητική συλλογή «ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ», 1959

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ - ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΑΙΜΑΤΑ
(Μουσική: Μ. Θεοδωράκης, Ποίηση: Ο. Ελύτης)


(Ο. Ελύτης: "Στη θαλασσοσπηλιά")

ΟΛΑ ΤΑ ΠΗΡΕ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
         τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
         το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
         τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
         την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
         κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
         με τα μισόλογα τα σβησμένα
         τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
         όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
         τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
         κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.


Από την ποιητική συλλογή «ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ», 1972

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ - ΟΛΑ ΤΑ ΠΗΡΕ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
(Μουσική: Δ. Παπαδημητρίου, Ποιήση: Ο. Ελύτης)

Πηγές: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, "ΠΟΙΗΣΗ", ΙΚΑΡΟΣ 2002
και ο ιστότοπος: http://www.elytis.edicypages.com/en 

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, "Μισές Αλήθειες"

                             
Κυριάκος Συφιλτζόγλου

ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

                                25.

ανάμεσα σε γρανάζια
                                    γραφομηχανής
ένας σκορπιός αναπαύεται
                στη μια δαγκάνα κρατά
                                       τη μισή αλήθεια


Κύριε Πασκάλ, το τίμιο ξύλο
κάηκε στο πρώτο πανηγύρι
εκεί να δείτε επιτυχία ο καπνός

ο Χο Τσι Μινχ από την άλλη
ξεχορτάριαζε τη λέξη "ακράδαντα''

στο ιπτάμενο χαλί επιβιβάστηκαν
μόνο όσοι αλληθώριζαν
οι υπόλοιποι σιδερικά
σε παλιό μηχανουργείο

ανάμεσα σε γρανάζια
                                 γραφομηχανής
ένας σκορπιός αναπαύεται
                στη μια δαγκάνα κρατά
                                      τη μισή αλήθεια

με την άλλη
                          ένα πούρο Αβάνας
     

          και το βολφράμιο το σκοτώσαμε
          για λίγο παραπάνω καπνό
          στο πρώτο και στο τελευταίο πανηγύρι



Από τη συλλογή "ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ", Μελάνι 2012

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Τόμας Στερνς Έλιοτ, "Από την Έρημη Χώρα"


(Αιμίλιος Προσαλέντης, "A sailing boat in choppy waters", 1892)


Δ΄ ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΠΝΙΓΜΟ


Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος,
Λησμόνησε την κραυγή των γλάρων, και το φούσκωμα του βαθιού πε-
λάγου
Και το κέρδος και τη ζημιά.
Κάτω απ’ τη θάλασσα ένα ρέμα
'Εγλειψε τα κόκαλά του ψιθυρίζοντας. Μ’ ανεβοκατεβάσματα
Πέρασε τα στάδια των γερατειών του και της νιότης του
Μπαίνοντας μέσα στη ρουφήχτρα.
Εθνικέ ή Εβραίε
Ω εσύ που γυρίζεις το τιμόνι κοιτάζοντας προς τον αγέρα
Στοχάσου το Φληβά που ήταν κάποτε όμορφος κι αψηλός σαν εσένα.


Μτφρ. Γιώργος Σεφέρης




Από το βιβλίο:ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ
ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ
ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2007
Το ποίημα «Θάνατος από πνιγμό» του T.S. Eliot,
περιλαμβάνεται στη συλλογή του «Η Έρημη Χώρα».

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Αρετή Γκανίδου, "Ορυκτό φως"




Καλόγερος


Καθόταν στο μισοσκόταδο χαμηλοτάβανου κελιού κι άναβαν γύρω του δώδεκα φλόγες σε άφαντα καντήλια (μύριζε η καπνιά τους ψαλμωδία). Ο ήρεμος καλόγερος τακτοποιούσε τις πτυχές του ράσου του, με τα μακριά λευκά του δάχτυλα. Έκλινε το κεφάλι του αριστερά κι ύψωσε θαλασσινό αέρα τη ματιά του. Τι ομορφιά, σκεφτόμουν, και πόσο πένθιμη.
Σβήστηκαν τότε οι δώδεκα προσευχές κι ένιωσα μες στο σκοτάδι πως ήθελα πολύ να πιστέψω.
Μα έξω απ’ το κελί – και στην ψυχή μου – έλαμπε ο ήλιος αδιάντροπος κι ο σκονισμένος δρόμος ανέβαινε στο βουναλάκι με τις οχιές και τα κυπαρίσσια.
Ο αέρας μύριζε ρίγανη και λεβάντα,
τα μελισσάκια προσπερνούσαν τις καυτές πέτρες της άσπρης παραλίας
κι ανέβαιναν,
ολοένα ανέβαιναν,
σαν τη λαχτάρα μου να ζήσω στις αγέννητες λέξεις
διαβάζοντας το δέρμα που γλυκαίνεται στο χρόνο,
πιο πέρα απ’ αμαρτία κι αγιοσύνη. Μεθόρια.



(Από την ενότητα Ορυκτά)





III

Χειμώνας
Μεσάνυχτα τρυφερά.
Το φεγγάρι κοιτούσε χαμηλά, λίγο πιο πάνω απ
’ τα φώτα της πόλης. Σιγοέσβησαν στον βραδινό νοτιά οι καληνύχτες και τα γέλια,
αλάφρωσαν τα φιλιά.
Χάθηκαν στο σκοτάδι τα βήματα των φίλων.
Η σάρκα τους άνθιζε πρόθυμη στο στόμα μου.
Ιδού η μετάληψη.



(Από την ενότητα Φιλοξενία)





I

Τραγανίζω την ψίχα από πράξεις κι ανεπαίσθητες χειρονομίες.
Τους άνοιξα το κέλυφος, όπως ανοίγεις το μισογινωμένο αμύγδαλο.
Τρέφομαι με ό,τι κι ο δροσερός αέρας στο νυχτωμένο πέλαγος.



V

Ζώστηκα κατάστηθα σελίδες
που οικοδομούσαν το σύμπαν κι εμένα.
Θριαμβευτικές εικόνες, πρωτοφανείς,
διόρθωναν την ιστορία της Ελλάδας,
καθαγίαζαν τον άνθρωπο

Και μ’ άφησαν με μια καινούργια θλίψη.

Διέσχισα το πένθος μου
με την κορδέλα που έδεσα στα παιδικά μου χρόνια.
Είχαν το πείσμα αιχμηρό κι επίμονα τα όνειρα.



(Από την ενότητα Η μικρή μου βδομάδα)





Απογευματινός καφές - Διοικητήριο


Δίπλα απ’ το φλιτζανάκι του καφέ στο μάρμαρο,
ξεμύτιζαν επίμονα
Πέμπτες υφαντές και Σάββατα λινά,
ξύλινες σκαλιστές αγάπες-τέμπλα
και θηλυκές αιωνόβιες πορσελάνες,
μπλε-γαλάζια φυλλαράκια
κι ένα κόκκινο
βαθύ όσο η επιθυμία μου.
Χέρια χιλιάδες μουρμούριζαν μες στα δικά μου δάχτυλα
κι εκμυστηρεύονταν πως δεν είμαι μονάχη,
αν και δεν είχες φτάσει ακόμα.
Όπως όπως μάζεψα
τους ζωηρούς ψιθύρους σε μια χαρτοπετσέτα.

Τι τα θες;
Ενδοτική ανέκαθεν στη ρέμβη…





Η φωτιά


Ώρες την κοιτούσα και την άκουγα
Με κείνα τα κοφτά της κάπα και τα πι
τα γάργαρά της ρο και τα χρυσά της σίγμα
τ’ αέρινά της φι που τα ’σερνε ένα λάμδα κι ένα ταυ
μες στο λαμπρό κι απόκρημνό της στόμα.
Κρατούσε μακριά τα άγρια ερωτήματα
μόνο τα μάτια τους γυάλιζαν στο σκοτάδι.



(Από την ενότητα Αδέσποτα)





Από τη συλλογή «Ορυκτό φως», Μελάνι 2011.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Μάνος Ελευθερίου, "Η πόρτα της Πηνελόπης"




Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ


Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από ’κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με τα πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.




ΜΕΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Χιόνι κρατούσα κι έλειωνε σαν τις ελπίδες των ανθρώπων.
Ζούσα τότε θυμάμαι σ’ άλλες εποχές.

Φύλαξες τα χρυσά φιλιά μες στ’ αργυρά κουτάκια.
Φύλλα ξερά της δάφνης και φύλλα Παραδείσου.
Μες στα βιβλία της αγάπης και μέσα στα λευκώματα
κι αυτό που δεν μπορεί να υποσχεθεί.

Είναι λοιπόν καημοί που τους περνάμε μόνοι μας.
Κι είναι καημοί που μοιραζόμαστε πολλοί.
Κι ο πόνος ο ελληνικός δεν έχει τέλος.





 ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


Σαν να ’ταν αύριο που θα γίνονταν όλα.

Και το αναμμένο φως στο κομοδίνο
να ξορκίζει και να αναβάλλει το θάνατο.

Κι έτσι σιγά σιγά που γέρνεις και γερνάς
στο θάνατο του ύπνου
μόλις εκείνες τις στιγμές καταλαβαίνεις
ότι γνωρίζεις όλες τις παλιές αλήθειες
αλλά ποτέ δε θα μπορέσεις να τις αποδείξεις.

Αχ πόσα μας επιφυλάσσει ακόμη
το παρελθόν.





Από τη συλλογή «Η πόρτα της Πηνελόπης», εκδ. Γαβριηλίδης 2003.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Σημείωμα Ιουλίου 2013



Οφειλή προς την πόλη

                                                                       του Σούλη Λιάκου

Εκπέμπω προς τον αιθέρα, την διαύγεια του κορμιού μου, και την καθαρότητα του νου μου. Ιπτάμενος πάνω από τις στέγες με σταυρωτά τα χέρια σε μια καρέκλα, εντάσσω την πόλη μέσα στην επικράτεια του φωτεινού σώματος μου. Αμέσως βλέπω τους ανθρώπους να δέχονται μια ριπή εσωτερικού σκιρτήματος για μια με δύο ώρες.
Αποδέχτηκα την κοινή δράση, θα πει, έχω ανάγκη να αναδημιουργήσω τον ιστό της πόλης. Επιφορτίζομαι την συμφωνία, σημαίνει να διαχέω στις διαδρομές της πόλης συνειδητή ύλη με την μελλούμενη δράση. Τίποτε δεν θα είναι ίδιο μετά την συμφωνία. Η υπόσχεση ζητά να σαρκωθεί. Η δράση για την υλοποίηση, με μεταμορφώνει, καθώς και τον περίγυρο μου. Η πόλη, ο χώρος, μεταμορφώνονται από την στιγμή της απόφασης και η εσωτερική βεβαιότητα, ή πιθανότητα, γίνονται η οδός της διαδρομής μου.
Η πόλη δημιουργείται και αποδομείται στον εσωτερικό εαυτό μου. Ό,τι βλέπω έξω δημιουργεί χρόνο, επανάληψη, παρελθόν και μέλλον. Ελάχιστο παρών. Ό,τι συναντώ, ό,τι συναλλάσσομαι, έχει την σφραγίδα του παρελθόντος. Οι κινήσεις μου σίγουρες, επαναλήψιμες, στερεότυπες. Το αυθόρμητο νεύμα μετατρέπεται σε αφόρητη επανάληψη. Η επιθυμία για επανάληψη του πρώτου σκιρτήματος, εκφυλίζεται σε πληκτική μίμηση. Τα κτήρια μιμούνται το ένα το άλλο, οι άνθρωποι το ίδιο. Το τελευταίο δεν γνωρίζει τους αισθητικούς λόγους της δημιουργίας του, έτσι απομένει μόνο η υλική του χρηστικότητα. Κανείς δεν ξέρει γιατί μιμήθηκε τον διπλανό του, ο διπλανός τον διπλανό του. Όλοι ψάχνουν το πρωτότυπο και επιλέγουν την μίμηση. Πίσω, δεκαετία 60, ακόμη πιο πίσω, του 50, ακόμη πιο πίσω, τουρκοκρατία. Μεταφερόμαστε σε μια περιοχή με θραύσματα δομικών υλικών. Μουσείο, επιγραφές και προτομές Βεροιοτάδων. Μια προσεκτική ματιά αναγνωρίζει μια αίσθηση στοχασμού. Στην περιοχή του στήθους, κάτι παραχωρεί την θέση σε μια χαλαρωτική διαστολή. Πρόκειται για μια επέκταση του εσωτερικού χώρου. Αναγνωρίζεται μυστικά αλλά σχετικά εύκολα. Αυτό σημαίνει πως επεκτείνεται και ο έξω χώρος. Είναι η στιγμή που το βλέμμα μου χαράσσει και χαράσσεται από το αεράκι της νύχτας, το αμυδρό φως το θρόισμα των φύλλων, ή από τον μακρινό ήχο της τηλεόρασης που έρχεται από ένα ανοιχτό παράθυρο μιας πολυκατοικίας. Είναι η στιγμή που το χαμόγελο της Μ, τα ήρεμα χείλη του Γ, αποκτούν έννομο δικαίωμα και πολιτογραφούνται σκιώδεις κάτοικοι της πόλης. Εγγράφονται στα ληξιαρχικά μητρώα της και η πόλη αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται ανάλογα. Θα έλεγα πως είναι πια υποχρεωμένη να τροποποιηθεί. Καταγράφει τα ημερήσια χαμόγελα τις ημερήσιες λύπες, τις οργές, τις απογοητεύσεις και τις χαρές. Καταγράφει τους στοχασμούς και τις στιγμιαίες δημιουργικές λάμψεις, καταγράφει και τον κατά κεφαλή αριθμό των χαμένων ωρών, των πολιτών της. Καθημερινά τιτλοποιεί τον μέσο όρο και ακολούθως ρευστοποιεί και καταθέτει το υπόλοιπο, στο ενεργειακό της κεφάλαιο.
Αναλαμβάνω τον ρόλο του μετρητή, και του καταγραφέα του πνευματικού της ισοζυγίου. Ρόλος βαρύς και ασήκωτος που τον μοιράζομαι υποχρεωτικά με άλλους.

Καταφεύγω στο βλέμμα της Μ, Κ, Ε του Β, Η, Γ, της Π, των φίλων μου, για να αντέξω το βάρος της χαοτικής φύσης, της αποστολής μου. Μια καινούργια συναισθηματική χαρτογράφηση είναι επιτακτική. Ο μέσα μου χώρος ζητάει επιτακτικά να δραματοποιηθεί. Περπατώ την σκηνή με τις αρχαίες κολώνες, ανοίγω το παράθυρο στο τυχαίο και το υπόγειο με την βαριά μυρωδιά μετατρέπεται σε δίοδο που βγάζει σε ένα μπαλκόνι με απίθανο συνωστισμό αστεριών που συνορεύουν και μπερδεύονται με τα φώτα των οικισμών. Ζητείται επειγόντως πρωινό καταμεσής της νύχτας…