Γράφεται νύχτα. Με μισόκλειστα βλέφαρα, ημίφως.
Διανυκτερεύει σε θαλάμους, ξαποσταίνει σε πτέρυγες
επί πτίλων νυχτερινών.
Ανάμεσα στους στίχους δεν επαίρονται παγόνια
δε φτεροκοπάνε κύκνοι παρά
πάπιες κοψόφτερες, κλύσματα, οροί, λεβάιν.
Κρώζουν κακές πεθερές μαθητευόμενες
και νοσηλεύτριες
παραμονεύουν στη στροφή
προϊσταμένη, μάσκες, καθετήρες.
Θες μελοποιημένη ποίηση;
Θερμόμετρα, σύριγγες του Πανός με αντιβίωση
μονάδες ινσουλίνης. Γουργουρητά οξυγόνου.
Αέρα!
Ανοίγει στόμα σαρκοβόρο η νύχτα
θερίζει ο χάρος. Μαρμαρωμένα βήματα στον χρόνο.
Ολονυχτίς οι αποκλειστικές στάγδην ξεπετσιάζουν
τον δράκο της αγρύπνιας.
Εκεί γράφεται η ποίηση.
Ποια Σύλβια, ποια Έμιλυ
να συγκριθεί με
νοσοκόμα
λευκή οπτασία τη στιγμή που χύνει
την παυσίπονη στη φλέβα
βάρδια νυχτερινή στις δύο τα μεσάνυχτα;
Από την ενότητα
«Γηροκομείον η Τροία»
κούκλα μωρό
των μικρών παιδιών
του έρωτα
τη γδύνουν βαθιά ανάσα
της κάνουν μπάνιο
της βάζουν σουντοκρέμ
για λίγη ώρα στο δεξί πλευρό
μετά στ’ αριστερό
−γιατί; μη με ρωτάτε
μπορεί έτσι να είπαν στη σχολή−
πάνα και νάνι
τα μάτια ανοιχτά
η κούκλα δε μιλά δεν κλαίει δεν κοιμάται
κλείνει τα βλέφαρα μόνο όταν της μιλάς
κλείνει τα βλέφαρα γίνεται αόρατη
γίνεσαι αόρατη
νομίζει δεν τη βλέπεις
θα πάψεις πια να την ρωτάς
διάφανο δάκρυ
νομίζεις δεν σε βλέπει
δε λες την αγαπάς
τώρα στην ελεημοσύνη ξένων
γυναικών παραδομένη
Χωράει μία άνθρωπο.
Την απιθώνω μέσα μου
σε στάση εμβρυϊκή.
Κλείνω τις διόδους διαφυγής.
Υγρά σωματικά
σάλιο
δάκρυ
εκκρίματα. Να μείνουν μέσα.
Πολφός αίματος για επίχρισμα.
Δουλειά
ψώνια
περιφορά θλίψης.
δεν ξέρω πόσους μήνες
πόσα χρόνια
ούτε ποιο ζώο είμαι.
Κάθε βράδυ βάζω την άνθρωπο
στο κρεβάτι της.
Απέραντο κενό.
Ώρες ώρες
νιώθω χωρά όλον τον κόσμο.
Από την ενότητα
«Στάζει νύχτα»
να καβουρντίσω μια χούφτα σουσάμι
να ψιλοκόψω μαϊντανό στη μνήμη τους
μήπως μου δώσει σάπια δόντια η ροδιά
μήπως νερώσει η ζάχαρη
σε ποιήματα
λέξεις αλλάζω για να βρω ρυθμό
πριν γίνει δηλητήριο η μνήμη.
Βάζω μονάχα το μικρό τους όνομα
δε θέλω να προκαλώ τον φθόνο των άλλων νεκρών
ν’ αναρωτιούνται όλοι οι Γιώργηδες,
οι Γιάννηδες του Κάτω Κόσμου
οι Θοδωρήδες, οι Μαρίες όλες
για κάντε λίγο ησυχία
ν’ ακούσουμε το ποίμα ως το τέλος.
Από την ενότητα
«Ύπαιθρος Λήθη»
Η Φωτεινή Βασιλοπούλου γεννήθηκε το 1970
στη Χρυσοκελλαριά Μεσσηνίας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου,
από το οποίο κατέχει Μεταπτυχιακό τίτλο στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία. Ζει
στην Καλαμάτα και εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στην Πρωτοβάθμια
Εκπαίδευση.
Έργα της
Πεζογραφία
- Για
μια χούφτα ζωή: Δεκαεφτά Διηγήσεις, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015.
Ποίηση
- Πρωσικό
μπλε, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2016
- Λάμψη
Λεπιδοπτέρων: 68 Χαϊκού (από κοινού με τον Γιώργο Γάββαρη),
Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2018
- Αμείλικτο
νερό, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2019
- Φυτρώνει
άγρια ζάχαρη, Κουκκίδα, Αθήνα 2021
- Χειμερινό
Πτηνολόγιο, Κουκκίδα, Αθήνα 2024
- Περιποιήτρια
νύχτας, Κουκκίδα, Αθήνα 2026.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου