ΠΛΕΥΡΑ
Α΄
γόνατα μου.
Και τη βρήκα πικρή. Και την έβρισα.
Μια εποχή στην κόλαση
Χάθηκα απ’ τον καιρό που σ’ έχασα. Πού να φανταστώ ότι έπρεπε πρώτα να χαθώ για να με βρω. Έχουν δίκιο αυτοί πού υποστηρίζουν ότι ο καλύτερος τρόπος για να πας μπροστά είναι να πας πρώτα πίσω για να πάρεις φόρα.
Αυτό δεν ήταν φόρα όμως, κατηφόρα ήταν.
Θυμάμαι στην αρχή, πριν σε γνωρίσω, στεκόμουνα, πατούσα γερά. Όταν σε γνώρισα, πέταγα. Οι πτώσεις άρχισαν μετά. Βουτιές στο κενό.
Ήτανε βλέπεις θέμα αναπνοών η σχέση μας. Αέρα. Πήγαν να σκάσουν τα πνευμόνια μας από την ασφυξία. Άσε πια εκείνο το τραγούδι της Μάνου που μου ’λεγες συνέχεια, χαμήλωσε, από ψηλά δε ζωγραφίζονται τα όνειρα, πρωί βράδυ. Χαμήλωσα κι εγώ, αλλά φαίνεται χαμήλωσα περισσότερο απ’ όσο άντεχα, αφού δεν έβλεπα ουρανό ούτε με κιάλι.
Ρούφηξες την ψυχή μου και δεν έπρεπε. Ξέρεις, η ψυχή δεν κρύβεται, δεν παίρνει κόλπα, δεν είναι λαιμός να τον σκεπάζεις, με ρούφαγες τις νύχτες και με ρωτάγαν όλοι το πρωί γιατί φοράω μαντήλια.
Από τότε ψάχνω να σκεπάσω τα σημάδια που μου άφησες, αλλά πες μου, κρύβεται η ψυχή με μαντήλια, όχι πες μου κρύβεται; δεν κρύβεται.
Ήσουν των διαχωριστικών γραμμών, των αντιθέσεων. Εγώ των συνθέσεων. Πώς να ταιριάξεις έπειτα το άσπρο με το μαύρο, είναι και ζήτημα αισθητικής.
Και με την Τέχνη δεν τα πήγαινες καλά εσύ. την ζήλευες. Ίσως γιατί την είχες στερηθεί. Ίσως γιατί σε ξεπερνούσε. Ίσως γιατί την αγαπούσες πολύ.
Σκέπασες με σύννεφα τη ζωή μου, αλλοίωσες τα πλάνα μου, γίνανε όλα γκρο, μεγέθυνες τα όνειρα, τα ’κανες κόκκινες καυτερές πιπεριές, how long, how long will I slide, separate my side, Ι don’ t believe it’s bad…, τι άλλο ζητάς, ε;
Ζητάς υπερπαραγωγές, και μένα οι ταινίες μου ασπρόμαυρες, μικρού μήκους σαν τα πεζά μου, χάνουν τον προσανατολισμό τους και βγαίνουν έξω απ’ το πανί, στο περιθώριο, σαν και τα χρόνια που ζήσαμε, λειψά και άνυδρα, παραδίνονται στην ιστορία.
Θέλω να σε εκπνεύσω, να βγεις από μέσα μου, να σε πετάξω. Και δεν μπορώ. Δεν γίνεται.
Ευτυχώς που αντέχω. Ευτυχώς που αντιστέκομαι.
Φαντάσου δηλαδή να έκανα κι εκείνο το μυθιστόρημα, πλάκα θα ’χε, δε θα μπορούσα να χωρίσω τα κεφάλαια, θα ’μπαινε το ένα μέσα στ’ άλλο και θα γινόταν πανικός, θα τρέχανε τα νοήματα όλα παραπόταμοι στην κεντρική σου αρτηρία, θα ξεχειλίζανε οι σελίδες ιστορίες, τέτοιο μπέρδεμα, κι άντε μετά να τις μαζέψεις για να τις καλουπώσεις.
Οι δικές μου ιστορίες κουβάρι, δεν μαζεύονται.
Γεμίζουν πλατείες, ειρηνικές διαδηλώσεις της Αριστεράς.
Διαμαρτύρονται.
Λένε για σένα στη διαπασών.
Σαν χαρντ ροκ συγκρότημα.
Για σένα και το μελάνωμα.
Αυτό που απόμεινε της θλίψης.
Της τελευταίας, καινούργιας ζάλης.
Εκείνης της εποχής, since I’ve been loving you.
Άλλωστε, τι σχέση έχω εγώ με ιστορίες, εποχές και τέτοια, τι θέλεις να σου πω τώρα; ότι μ’ αρέσουνε; αφού δεν μ’ αρέσουνε, δε με τραβάνε οι σελίδες τους, μόνο εσύ με τραβάς, μόνο εσύ με καταλαβαίνεις, κι ας χωρίσαμε, ας ξέχασες τη γιορτή μου, ας μη σε βρίσκω στο τηλέφωνο, ας μην περνάς πια απ’ τα στέκια, ας μη σ’ αρέσει ο Robert Plant, ας ακούς κρυφά Στέρεο Νόβα, ας προτιμάς άλλα νησιά απ’ τη Νάξο, ας κάνεις πως δε σε νοιάζει, ας λείπεις, μόνο εσύ μυρίζεις νυχτολούλουδο, μόνο εσύ μου θυμίζεις τους δρόμους του Μοσχάτου, μόνο εσύ μου παραγγέλνεις όνειρα, μόνο εσύ δε βάφεις τα χείλη σου με κραγιόν, μόνο εσύ με χορταίνεις, cause nothin’ compares, nothin’ compares 2 u, οι άλλες όλες είναι διαφορετικές, πώς να σ’ το πω, φίνες αλλά μιας χρήσης, όπως κι οι ώρες που είχες δει να ζουν σε μέρες ξένες, μοιάζουν μ’ αυτές που αγάπησες, πουτάνες κι ερωμένες, είναι γαλάζιες ερωμένες, όλες βήτα, μυρίζουν αλλιώς, σκεπάζουν τα πρόσωπά τους με μακιγιάζ, τις φωνάζουν με άλλα ονόματα και τις νύχτες γυρίζουν πλευρό.
Το σαξόφωνο του «I Love You more than You’ll ever Know» των Blood Sweat and Tears μού σκίζει τα σωθικά, ουρλιάζει μέσα στ’ αυτιά μου πρόστυχες μελωδίες.
Το ρευστό και καταλυτικό του ριφ ξετυλίγεται δαιμονικά, διπλώνεται στα δύο, πονάει, θυμάται, σταματά, λυτρώνεται, ξαναρχίζει, μετατρέπεται σε πάσχουσα προσωπικότητα, σπαρταράει, τρέμει από πυρετό, παραπατάει, νιώθει, μεθά, χωρίζεται, μέχρι να γίνει τελικά κάτι σαν οδυρμός ή ουρλιαχτό ζώου και να σηκωθεί σχεδόν απολογούμενο, οργισμένο, ζητώντας να βρει άλλους ήχους, απαιτώντας να δει περισσότερες από τρεις διαστάσεις.
Κι όταν μπαίνουν και τ’ άλλα πνευστά βασανιστικά αργά, σαν πατημασιές σε νωπό χώμα, οι ισορροπίες κλωτσάνε.
Είναι η μοιραία κατάληξη.
Το μπλουζ κυλάει εφιαλτικά για οκτώ σχεδόν λεπτά, σέρνεται, γίνεται επιθανάτιος ρόγχος, μπερδεύεται με σένα, βυθίζεται στο αίμα μου, μαζί του βυθίζομαι κι εγώ.
Χορταίνω τα χρώματα. Βουλιάζω.
Στις άκρες των δρόμων. Στις τελευταίες λύσεις. Σε μαύρα χρώματα.
Σε θυμωμένες ματιές. Σε γεμάτα τασάκια. Σε τσιγάρα Chesterfield.
Γιατί εμείς δε ζήσαμε. Δε φτάσαμε.
Εφτά χρόνια και δε φτάσανε. Να φτάσουμε.
Ήταν πειραγμένη η τράπουλα από πριν, κι εγώ πολύ μικρός για να την ξεμπερδέψω. Στημένος αγώνας πυγμαχίας είχε γίνει η ζωή μας και πέφταν τα στοιχήματα βροχή.
Σ’ το ’λεγα πάντως από νωρίς. Σ’ το φώναζα με τραγούδια:
Βαδίζαμε πάνω σε τεντωμένο σκοινί σαν ακροβάτες φτηνού τσίρκου.
Πώς δε σκοτωθήκαμε;
Ή μήπως σκοτωθήκαμε;
Θυμάσαι;
Θυμάσαι τότε που πέρασα ανάμεσα από δύο τρακτέρ;
Είχε χαθεί ο έλεγχος. Απ’ την αρχή.
Είχαν νικήσει τα ένστιχτα. Οι μαγικές εικόνες. Τα άλικα όνειρα.
Τώρα, νυχτώνει νωρίς.
Κι όταν βλέπω κουνέλια στο δρόμο, σε θυμάμαι.
Αλλά δεν τα πατάω.
Δε θέλω να λερώσω τα λάστιχα.
you are gonna rise up singing,
spread up your wings
and take, take to the sky…
«Summertime»
απελπισμένες, σελίδες χαρτιού, προσπαθούν να ξεφύγουν στον χρόνο, λέει,
πως σε κυνηγούσα αλαφιασμένος τις νύχτες, μέσα από χρωματιστές φυσαλίδες καπνού και βαριές μελωδίες του Waits, σαστισμένος στον 42ο Παράλληλο, φορώντας λαμέ μπαλωμένα κουστούμια, τρέχοντας κατά μήκος τής μοναξιάς σου, και λέει,
πως μπαινόβγαινα σε κακόφημα κτίρια του Austin και του Haight-Ashbury, μεθυσμένος από ναρκωτικά δωδεκάμετρα μπλουζ και νότες παθιασμένες λά μινόρε,
με φριχτούς πόνους παντού, να σε βλέπω να σκάβεις σκυφτή, τις υπόγειες, βαθυκόκκινες αρτηρίες σου, και λέει ακόμα,
γκραβούρες σουρεαλιστικές πως ταξίδευαν στο μυαλό σου μαγικά, στις τεθλασμένες γραμμές της ζωής σου, σε ήχο πλάγιο δεύτερο,
να παραμιλάς μόνη σε δωμάτια υγρών ξενοδοχείων, παρέα με σκιώδεις μεσίστιες γκρούπις και άνεργους τζάνκις μουσικούς εκκρίνοντας θανατερές μελωδίες, και λέει, λέει,
πως αχτένιστη πλάγιαζες σε πλακάκια ξυλιασμένων δωματίων, δίπλα σε φυματικούς μετανάστες και άρρωστους μπιτ ποιητές, τρυπημένη από γαμψά, κάτασπρα βελόνια, ξερνώντας αίμα στα σκαλιά του Εmpire State Building,
και πως βυθισμένη σε απλανή, σκοτωμένα χαμόγελα, μασούσες ταμπάκο, αγναντεύοντας προς την Times Square, ερωτευμένη σαν τρελή πεταλούδα θλιμμένα ερείπια,
να πραγματοποιείς μακροβούτια από ουρανοξύστες ψηλά, διαβάζοντας Ginsberg,
κι ύστερα, δεν καταλαβαίνω,
γιατί ο μισός κόσμος κλαίει κι ο άλλος μισός, κλαίει κι αυτός,
τα μάτια σου μια αναρχική τρύπα οδύνης, λιωμένη πάνω απ’ τα ζυγωματικά,
κι εγώ χωμένος στο ημερολόγιο, σε παρακολουθώ να χάνεσαι σε διαδρομές χάρτινες, να πιάνεις τις νότες απ’ τα μαλλιά, να τις γλείφεις λατρεύοντας την υψηλή τους χροιά, να τις λιώνεις στο στόμα σου καραμέλα και να τις φτύνεις φαρμάκι στο πάτωμα,
στο στερέωμα ξεδιάντροπα ξαπλωμένη, να εγκυμονείς μαργαριταρένιους καημούς για καταδικασμένες φωνές και τρελές ροκ συγχορδίες,
κι ύστερα πάλι στη σκηνή, να εκδίδεσαι πόρνη φτηνή, να ορμάς στον πυρετό, να φεγγοβολάς ήχους,
και διαρκώς να σπρώχνεις και να τραγουδάς,
και να σπρώχνεις και να τραγουδάς, common, take another little piece of my heart,
θαμμένη ζωντανή κάτω απ’ τα μπλουζ,
κι εγώ να προσπαθώ άναυδος εκεί, να σε πλησιάσω, να ανέβω στο πάλκο για να σ’ αγγίξω, να σε σκοτώσω, για να σου χαρίσω ζωή αιώνια, να επωφεληθώ του μύθου σου, προσφέροντας σου ρόλο στην τελευταία ταινία του Godard,
να σε κάνω Κάρμεν,
το λάθος που θα ’θελε να ’ταν η Κάρμεν,
το λάθος που μπορούσε να είναι, το λάθος της γυναίκας, γιατί κάθε γυναίκα είναι το λάθος της γυναίκας, κάθε γυναίκα είναι η νύχτα που θέλει να ’ναι κάθε γυναίκα, κάθε γυναίκα είναι το αποτύπωμα της γυναίκας, το λάθος της γυναικείας νύχτας,
κι όλα τα αίσχη και τα κάλλη και οι αγάπες μαζί,
με τους μαύρους κύκλους του πόνου σημαία, και με τα αστέρια όλα αναμμένα να πέφτουν μέσα της,
γιατί κάθε γυναίκα είναι ένα αστέρι που δονεί και ηδονεί,
η φωτεινή πλευρά μιας ζωής που ανάβει ψηλά και σβήνει το χρόνο, επιβεβαιώνοντας ακριβώς ότι τίποτα απ’ αυτά δεν είναι ζωή, τίποτα απ’ αυτά δεν είναι γυναίκα,
άλλωστε όλοι ξέρουμε τι είναι ζωή, όλοι γνωρίζουμε τι είναι γυναίκα,
κι όμως θέλουμε να ζούμε αυτό πού δεν είναι ζωή, υποκρινόμαστε ότι ζούμε,
θέλουμε να ζούμε αυτό που δεν είναι γυναίκα, αυτό που δεν είναι ζωή, γιατί ποτέ δε θέλαμε να δούμε ότι η ζωή είναι γυναίκα,
κι είναι ακόμα μια νύχτα, ένα λάθος, ένα αστέρι που ανάβει ψηλά και σβήνει το χρόνο, μια ζωή που ονομάζεται γυναίκα,
να θυμηθώ εδώ να σου δώσω τις λέξεις μου, να τις κρεμάσεις φυλαχτό,
να αδράξω την αιωνιότητα πού τρέχει στα μπούτια σου, σπέρμα για να σου δωρίσω μια καινούργια ψευδαίσθηση,
την ώρα που η ζωή θα είναι προς ζωή θανάτου,
την ώρα που θα βγάζεις λέπια, σπίθες και γούβες σ’ όλο σου το κορμί,
και μαζί σου μ’ αφήνουν ξαφνικά,
τα μπλουζ,
οι δρόμοι,
η νύχτα,
ο καπνός,
και δύο άδεια Jack Daniels,
τα τραγούδια σου και οι κραυγές αγωνίας του «Ball and Chain»,
οι σπασμένες βιτρίνες μιας παραβιασμένης ψυχής,
η στερνή σου κόλαση,
τα σφιγμένα σου δάχτυλα
και το άδειο κορμί σου,
το γυμνό, ψηφιδωτό, κεντημένο με στρας κορμί σου, φορτωμένο λουλούδια, που πρώτος εγώ αντίκρισα, ριγμένο άψυχο κουφάρι, ανάμεσα κρεβάτι και κομοδίνο,
με το κοκαλάκι της μύτης σπασμένο, και τις φλέβες σου μαζεμένα καλώδια σιωπηλά να ακουμπάν προς την πλευρά τού οινοπνεύματος,
έσκυψα πάνω σου και σε φίλησα στο στόμα, πνιγμένη στο αίμα, κοιτούσες ψηλά,
τα μαλλιά σου τεράστια βεντάλια απλωμένη στον τοίχο διακόσμηση, να φωλιάζει το πένθος μου, ανάμεσα σε πηγμένο αίμα και σκόρπια ρέστα από πεντοδόλαρο,
θέλοντας να σ’ αποχαιρετήσω,
παραδομένος στις πικρές μελωδίες του «Me and Bobby McGee» και τα ψυχωτικά μπλουζ περάσματα του «Summertime».
Εγώ σε σκότωσα;
Οδύνη.
Και να σκεφτείς ότι για έναν αναγραμματισμό χάσαμε την ηδονή.
(χθες ονειρεύτηκα
πως ήσουν η Janis.)
Δεν θα ’χω πια καψίματα στα δάχτυλα
απ’ τα στριφτά τσιγάρα. Και θα φορώ ένα
άσπρο κουστούμι που θα με κάνει να
μοιάζω με άγγελο. Μα θα ’μαι στ’ αλήθεια
τόσο όμορφος που ίσως πια να μη σου ταιριάζω.
Τα μαύρα τετράδια
Οι συγγραφείς δε θα ήταν μουσικοί της ροκ, κάτι ελεεινοί μακρυμάλληδες με σκισμένα τζιν και χαϊμαλιά, αλλά καθώς πρέπει διανοούμενοι που θα έκαναν διαρκείς παρεμβάσεις στα κοινά και όχι τουρνέ με επεισοδιακά λεωφορεία γεμάτα γκράφιττις για να διαφημίσουν το τελευταίο τους άλμπουμ. Ο Waters γερνώντας δε θα έμοιαζε με τον Richard Geer.
Όλα τα νησιά θα λεγόντουσαν Νάξος. Οι μήνες, Ιούνιος. Οι γυναίκες −άκου να δεις– θα έμοιαζαν με βιότοπους, εύθραυστες, προστατευμένες μες στην ανωνυμία τους, σχεδόν αδέξιες, κλειστές, σαν να περίμεναν θαρρείς στο επόμενο δευτερόλεπτο, την επίθεση του εχθρού. Κι εγώ πάλι αμήχανος δε θα μπορούσα να ακούσω τις αρμονικές απ’ την περίφημη μπάντα του Παράδεισου που θα ’παιζε ριμέικ το «Everybody Knows This ιs Nowhere» του Νeil Young.
Βλέπεις, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όσο μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε. Βουτάμε απλά μέσα στις εποχές κι αν μένουμε ανέγγιχτοι, είναι που καταφέρνουμε ακόμα να κλείνουμε τα μάτια και να ονειρευόμαστε.
Μη ρωτάς κάθε πότε.
Μεγάλη πουτάνα μάτια μου η ωρίμανση. Πρέπει να την πληρώσεις χοντρά για να αποδώσει. Ιδίως οι αλλαγές που σέρνει πίσω της και καμιά φορά μας φοβίζουν, όχι άδικα βέβαια.
Νιώθεις λίγο σαν να μπαίνεις σε τούνελ που πρέπει να το διασχίσεις, χωρίς να ξέρεις τι σε περιμένει απ’ την άλλη πλευρά, χωρίς να μπορείς να υπολογίσεις με ακρίβεια τι απ’ τον εαυτό σου θα αφήσεις στο σκοτάδι για πάντα, μέχρι να βγεις στο φως. Φτάνοντας προς την έξοδο οι αντιστάσεις όλο και μειώνονται. Τα διόδια ακριβαίνουν.
Είναι η φθορά του χρόνου που μεσολάβησε; Οι εντάσεις πού κυοφορήθηκαν στη διάρκεια της διαδρομής;
Ό,τι και να ’ναι αυτά δεν είναι για υστερόγραφα βιβλίων, ούτε και προσθέτουν τίποτα περισσότερο σε όσα ήδη γνωρίζουμε για το μέλλον, που φυσικά προϋποθέτει τον έρωτα, χρειάζεται όμως τη μουσική για να αντέξει τη διαδικασία τής ωρίμανσης. Η απουσία της μουσικής είναι που κάνει τις πόλεις αόρατες και τα βιβλία να σιωπούν. Η απουσία του έρωτα είναι αυτή που βαρύνεται κυρίως για τους βιότοπους. Κι οι συγγραφείς για τα γκρίζα ξεπλύματα.
Όλες οι ιστορίες είναι πόζες – Χρήστος Βακαλόπουλος, Έλληνας, μαύρα γυαλιά, αυτή τη στιγμή λείπει. Κολυμπάει προς τη γραμμή του ορίζοντα, στα ανοιχτά κάποιου αόρατου ελληνικού νησιού, ελαφρά ντυμένος, μελαχρινός, 45 χρονών, τώρα θα’ χει πιάσει ψιλή κουβέντα με τούς αγγέλους, ζητώντας απ’ τον άγνωστο κόσμο να του φανερωθεί, παλεύοντας με το αδυσώπητο παρόν στα ερείπια του κινηματογράφου Κυψελάκι. Θέλει ν’ ακούσει αυτή την παλιά, λίγη μουσική, κι ας ακούγεται πια τόση μουσική, αυτή η πολλή μουσική που κάποτε ήταν μουσική και τώρα έχει πάρει τη θέση της, την έχει αντικαταστήσει, έγινε διαφημιστικό που υποδύεται το ρόλο της, χωρίς να ξέρει γιατί, σ’ έναν κόσμο που προσπαθεί διαρκώς να εξηγήσει, προσπαθεί να εξηγήσει κάτι που δεν εξηγείται και μόλις αρχίσει να εξηγεί, από την άλλη στιγμή αρχίζει να ισχύει το αντίθετο, αλλάζει, χωρίς να ξέρει γιατί.
Το μυθιστόρημα πάντως, είναι βελτίωση της ζωής. Σύνθεση εντυπώσεων και χαρακτήρες σε παρένθεση. Άνω και κάτω τελείες. Θαυμαστικά. Και ψίχα, πολλή ψίχα, αντί για ψυχή.
Γι’ αυτό αυτό το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα, και είναι μόνο εσύ, λέξεις γι’ αυτό το εσύ, εικόνες πού είναι εσύ, μουσικά αφιερώματα σε ένα εσύ που δεν τα κατάφερε, κουράστηκε και ταξίδεψε τελικά εκτός θέματος.
Γι’ αυτό αυτό το βιβλίο είναι μόνο ασκήσεις αναπνοής χωρίς εσένα, χάρτινα παιδικά καραβάκια, χαμένα ηλιοβασιλέματα, άδεια μπουκάλια Μπυράλ, παράνομες συχνότητες, ασπρόμαυρα όνειρα, μαθήματα επιβίωσης, βουβές ταινίες χωρίς σενάριο, αδύναμα σχέδια, ροκ μανιφέστα, υγρός ίλιγγος, ενηλικίωση, και δεν είναι μυθιστόρημα.
Γιατί τα μυθιστορήματα μάτια μου έχουν αρχή, μέση και τέλος, όπως τα παραμύθια της γιαγιάς κι αν μπερδευτείς και ξεκινήσεις ανάποδα, οι προτάσεις αρχίζουν να σε αποφεύγουν, οι λέξεις γίνονται ξαφνικά κτητικές, απαιτούν από σένα όλο το νόημα, απορροφούν όλο το χρώμα, θέλουν να σε αποκτήσουν κι εσύ παραδίνεσαι, σηκώνοντας τα χέρια. Άλλωστε, δικό μας είναι μόνο ό,τι αγαπάμε βαθιά, αυτό το ξέρουν όλοι, μόνο εσύ φαίνεται να το έχεις ξεχάσει προσωρινά, να κάνεις πως δεν το θυμάσαι.
Παρ’ όλα αυτά, δεν προχωράει τίποτα, όλα μένουν ακίνητα, τα μάτια σου χωρίζουν ακόμα τις νοητές γραμμές μιας χώρας που συμεχίζει να ονειρεύεται, οι άνθρωποι συνεχίζουν ως φωτογραφίες, κι εμείς, πιο παγωμένοι από ποτέ, απολιθωμένοι μα επιζώντες –ώριμοι ή έρημοι δεν έχει σημασία– απογοητευμένοι που δε γίναμε τραγούδια, περιφέρουμε τις απουσίες μας σαν λαμπάδες και τα προσπερνάμε, παραμένοντας καρφωμένοι στη θέση μας.
Έτσι κι αλλιώς μια μέρα η Γη θα γίνει πίνακας συλλεκτικός που θα στολίζει τις γκαλερί του χρόνου, περνώντας απ’ την αθανασία στην αιωνιότητα.
Έτσι κι αλλιώς μια μέρα όλα θα χαθούν στο φως.
Ή σ’ ένα τραγούδι των Stones…
Η ελπίδα γίνεται θυμός. Οι μέρες, σίδερα. Ο έρωτας, δικαιολογία διαρκής. Πρόφαση η μουσική, θεμέλιο που πάνω της οικοδομείται η φθορά. Η παρακμή του χρόνου. Ιδανικό η απώλεια, ψηλό. Το ταξίδι ήταν ελκυστικό, αλλά σύντομο. Χωρίς προορισμό.
Ένα δύο, τέλος.
Από
την έκδοση
Έχουν εκδοθεί 25 βιβλία του (τα περισσότερα ποιητικά) εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Γερμανικά, στα Ισπανικά και στα Σέρβικα.
- Ο κόσμος μετά. Σταύρος Σταυρόπουλος and friends
- Wikipedia

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου