Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Πάνος Κ. Θασίτης, "Πράγματα"




ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ


Ερχόμαστε από πολύ μακριά.
Φορούμε χιτώνια που άνθρωποι καλοί μας δώσανε στο δρόμο.
Δεν τραγουδάμε, δεν ονειρευόμαστε, δεν κοιτάζουμε πίσω·
περπατούμε.

Τα βράδια στην περίμετρο της πόλης
ένθ’ αμαυρούται και σιγά η ζωή,
πάνω στα χέρια μας περνούμε γυμνό
μιας φρίκης σταθερής το σώμα
που τ’ αντέχουμε μόνο εμείς.

Με αριθμούς διαλύουμε τη μαγεία της νιότης
του έρωτα τη μαγεία.
Μες στο σκληρό μυαλό μας σηκώνουμε
το είδωλο του κόσμου αληθινό.

                                                            *

Φως πραγμάτων περιρρέει τη ζωή μας που αποσύρθηκε
όταν η αρετή σκοτώθηκε κι απ’ το καλό κι απ’ το κακό.





ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο
τμήματα σπιτιών και δρόμων,
ακούω φωνές, αποσπάσματα ομιλιών,
στίγματα που αναζητά η αίσθησή μου, απαθή·
αθανασία ασήμαντη πραγμάτων χωρίς μνήμη
που δεν περνούν, καθώς εμείς οι άνθρωποι περνούμε.

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο...

Πόσο πουλάνε τα μαντίλια στο λιμάνι;
Μαντίλια γι’ αποχαιρετισμούς που φεύγουν
απ’ τα χέρια σαν πουλιά
σαν άνθρωποι που γίνανε πουλιά και μας γυρεύουν
άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια και μεις δεν τους αποζητούμε·
άνθρωποι μαντίλια άνθρωποι.





ΧΡΟΝΙΚΟ


Εδώ η ζωή σκότωσε τη ζωή.
Μέσα στους δρόμους μας δεν περπατούν γενναίοι.
Συντροφιές δολοφόνων περισφίγγουν τους αστερισμούς.

Απ’ τους εξώστες των εφημερίδων βγαίνουν κάτι τρομεροί κύριοι
γράφουν στον ουρανό μεγάλα μαύρα γράμματα
κι αποσύρονται.

Από χέρι σε χέρι ξένο, διασχίζουμε το μέλλον
περίπου ασφαλώς,
άνθρωποι ξοφλημένοι
αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας δίχως φρίκη πια
μέσα σ’ αυτά τα στεγανά ομοιώματα
που περιφράζουν τον ουρανό
μέσα σ’ αυτούς που ανταλλάξαν τη ζωή
με μια διαδοχή συμμετρικών τακτοποιήσεων.





ΦΩΝΕΣ ΦΤΑΝΟΥΝ


Φωνές φτάνουν ώς εμάς, από τους ίδιους τους εαυτούς μας.
Πονούν.
Κομματιασμένοι.
Γεμάτοι καρφιά.
Σε σκοτεινούς διαδρόμους μέσα.
Ποιος θα τους σώσει;

                                                     *

Εμείς αλλάξαμε σιγά-σιγά (υπάρχει βέβαια δικαιολογία)
πρώτα με χειρονομίες και ροπές ακαθόριστες
μέσα σε μαγαζιά και μέσα σ εκκλησίες
με γυμνές γυναίκες κι άγιους −συγχρόνως−
με προδοσίες και πράξεις υψηλές·
με μικροπράγματα στο τέλος
στα χέρια και στα πόδια και στο νου
αδρανούμε μες στη νύχτα του ζώου.





ΔΙΑΡΚΕΙΑ


Ο έρωτας θρηνεί μέσα στο άλλο φύλο.
− Ποιος θα μας χωρίσει;
− Μήτε ο θάνατος
(θα μας χωρίσει αυτός σκέφτομαι)
μήτε ο θάνατος
δεν κόβει στα δυο την αγάπη·
την κόβει στα τέσσερα.





Από τη συλλογή «Πράγματα» (1957).
Πηγή: «Πάνος Κ. Θασίτης, Τα ποιήματα», εκδ. Νεφέλη, 2011.

Στην εικόνα: Γιάννης Ζήκας, «Άγγελος - Πάμφτωχος», 1973, (μικτή τεχνική σε χαρτί).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου