Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Καίτη Παπαδάκη, "Τρία ποιήματα"




Ανακαίνιση


Καθώς έπλενα σήμερα ρούχα,
σκέφτηκα,
όταν φύγεις,
θ’ αλλάξω όλα τα πλακάκια
− ίσως βάλω κρεμ, γυαλιστερά.
Στο υποσχέθηκα, θα γίνω άλλη.
Θα λειάνω τις αδρές γραμμές μου.
Όμως εσύ,
σε υποσχέσεις δεν πιστεύεις…
(το βλέπω, γύρισες ήδη πλάτη).
Όταν θα φύγεις,
θ’ αγοράσω μια ρόμπα,
θα υποδέχομαι μ’ εκείνη τους τεχνίτες
− μπορεί να βάψω ροζ τους τοίχους −
και θα φοράω ρόλεϋ στα μαλλιά.
Όταν θα φύγεις,
μην αφήσεις γράμμα
πως τάχα ανεκπλήρωτες μένουνε οι αγάπες
και πως πιστεύω, θα τα καταφέρεις,
γιατί στην ανακαίνιση κάπου θα παραπέσει.
Θα το ανακαλύψουν κάποτε τα εγγόνια.
Θα το φυλάξουν σε συρτάρι κλειδωμένο
− κειμήλιο οικογενειακό!
Μα δεν μ’ αρέσουν εμένα
οι εγκλωβισμένες λέξεις.
Γι’ αυτό, όταν θα φύγεις,
μην βγεις από την πόρτα.
Μην μπεις στον πειρασμό
να μου πετάξεις
από τη χαραμάδα δύο λόγια.
Καλύτερα να βγεις από το μπάνιο:
Θα ξεκολλήσεις μερικά πλακάκια,
σιωπηλά στο χρόνο θα γλιστρήσεις,
απ’ το πέρασμα
που ο έρωτας το σκάει.
Όταν ξυπνήσω,
θα ’χει μείνει μόνο η τρύπα.
Θα την αγγίξω σα να σε χαϊδεύω στο κεφάλι.
Τηλέφωνο μετά θα πάρω τους τεχνίτες…
Όταν θα φύγεις,
πάρε όλα τα ρούχα.
Κυρίως το τζιν το μαύρο
που φορούσα.
Κλωστές θ’ αφήνει
στα γυαλιστερά πλακάκια.




Διάλειμμα


Εκείνο το πρωί, θυμάσαι;
Γέλια σούσουρο κυλούσαν βιαστικά.
Πουλί πολύχρωμο, γαντζωμένο στη μαύρη πέτρα
έπινε κι έπινε.
Χαρούμενοι ήμασταν
κάτω απ’ το φως
διχαλωτό άνοιγε ποτάμι.
Λαίμαργα ρουφούσε  φόβους,
σκόρπιζε στα βότσαλα,
στις πράσινες όχθες
σάλιο ανήλικου φιδιού.

Εκείνο το πρωί. Ατέλειωτη άνοιξη.
Οκλαδόν ψαρεύαμε θαύματα.
Ιχθύες ζευγάρωναν αναπηδώντας στα νερά.
Τόσο ερωτευμένοι,
που ο θάνατος  κοκκίνιζε,
κρυβόταν πίσω απ' τα πλατάνια.
Γελούσαμε
όσο τον χάναμε από τα μάτια
το αγκίστρι άρπαζε κι άρπαζε...
Φούσκωνε ο χείμαρρος,
χαμήλωνε ο ήλιος.
«Τις πετονιές, τις απόχες!» γελούσαμε.
Ωρίμαζε το δηλητήριο, ξερνούσε το ποτάμι
χρωματιστά πουλιά και φόβο.

Μα ακόμα κρατούσαν τα μάγια…

Ανεξήγητο, είπες.
Νομίζεις πως δεν υπάρχει θάνατος
− φωλιάζει στα δέντρα −
διάφανα νήματα ρίχνει
στα βράγχια της χαράς.




Αρχές Αυγούστου


                                    Ως πότε η έλξη του μεσημεριού και τα κρυφά μυστικά
                                              του νερού
                                    Θα φεύγουν από μέσα μας;

                                                Δ. Παπαδίτσας, Απ’ το βυθό


Το καλοκαίρι μεγάλωσε και δεν χωράει
σε μια κόλλα χαρτί
να το τυλίξεις
σαν πετσέτα στους ώμους.

Άλλο ήλιο δεν χωράει
αυτός ο βράχος,
που κύματα τον σκάλισαν
για να σου μοιάζει.

Δεν χωράει το φως η μέρα.
Πειρατών βήματα στην άμμο
θρυμματίζουν τις αντανακλάσεις
της μορφής σου.

Το στόμα, τα σκληρά σου γένια
δεν χωρέσανε ποτέ
στο χαρτί που ’χω στα χέρια
στριμμένο σαν χωνάκι
το γεμίζω
κατακερματισμένες λάμψεις
από Περσείδες
και άλλους διάττοντες.



Καίτη Παπαδάκη


Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Κατερίνα Καριζώνη, "Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470"





Οι σαράντα έφηβοι


Στην αρχή ήταν το χάος
κι ένα μεγάλο τραπέζι
στρωμένο μ’ ένα εκθαμβωτικό τραπεζομάντηλο
πάνω του υπήρχαν σαράντα κρυστάλλινα ποτήρια
σαράντα αγριόκυκνοι
κατέβαιναν από τον ουρανό
και γίνονταν ωραίοι έφηβοι
έπιναν σιωπηλοί νερό απ’ τα ποτήρια
και περνούσαν τα χρόνια.
Μια μέρα ένα ποτήρι έσπασε με θόρυβο
έτσι γεννήθηκε η μοναξιά του διψασμένου.

Το άλλο πρωί οι έφηβοι
έφυγαν με στρατιωτικά καμιόνια.




Γράμμα σ’ έναν πεθαμένο


Σου γράφω πως σταμάτησα την ποίηση
για να μπορώ να έρπω ευκολότερα
ανάμεσα στις φλούδες των ανθρώπων
που φαγώθηκαν απ’ τις φάλαινες του αιώνα μας.

Τώρα έχω φαρδιές καμπαρντίνες
κι ελάχιστα κόκαλα
για να χωρώ στις περιστάσεις
λίγα μελανά κουτιά
που περισσέψαν απ’ τις ιστορίες μας
και μια νεκρή υπηρέτρια
που υφαίνει τα απέραντα μαλλιά της.

Σου γράφω πως σταμάτησα την ποίηση
υπάρχουν άλλωστε τραύματα νωπότερα
ύπουλες μαχαιριές στα ρούχα
και βρώμικο χιόνι στα φτερά των πελαργών
γέρικοι λύκοι που φορούν τις νύχτες
τις προβιές των εραστών μας
και βελάζουν.




Νύχτα Χριστουγέννων


Ωραία που πετάνε οι νεκροί γύρω απ’ το δέντρο
άρχισε κιόλας ν’ αραχνιάζει η γιορτή
κι αυτές οι σεβάσμιες κυρίες στο τραπέζι μου
με τα βαριά βελούδα και τα πέπλα
είναι οι λύπες
ζυγίζουν αρώματα και δηλητήρια
σε λεπτές ζυγαριές
πίνουν λικέρ και τζιν
και παίζουν πόκερ.

Στα χέρια τους έχουν έντεκα οστεώδη δάκτυλα
απ’ έξω χιλιάδες αρουραίοι ξύνουν τους τοίχους.




Οι τρεις πλοίαρχοι


Σάββατο μεσημέρι
τρεις γέροι πλοίαρχοι περνούν από τη λαϊκή
χρυσά σιρίτια και σβησμένα αστέρια
πρόσωπα σμιλεμένα απ’ το νερό
φυσάει ο πουνέντες
και φουσκώνει τα μαλλιά τους
μαύρα κοχύλια γλιστρούν απ’ τα μανίκια τους
εκείνοι κρατούν ένα διχτάκι
και ψωνίζουν με λαχτάρα
πράγματα που δεν βρίσκουν στο βυθό
όπου περπατούν αδιάκοπα εδώ και αιώνες.
Βγάζουν κασέλες με πολύτιμα πετράδια
βγάζουν πουγκιά με χρυσάφι κι αγοράζουν
απ’ τους χαρούμενους λόφους των καρπών
από τα λάφυρα των συλημένων κήπων.

Ο ένας έχει λίγο χιόνι στο σακάκι
και τον λένε Σκοτ
τον άλλο τον φωνάζουν Μπαρμπαρόσα
ο τρίτος θαρρώ πως είναι ο Νίκος Καββαδίας.



Από τη συλλογή «Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470», εκδ. Ίνδικτος 2002




Το φουστάνι


Mη το φορέσεις τούτο το φουστάνι
Είναι στοιχειωμένο από έρωτες που έσβησαν
Και βίαιους χωρισμούς
Το κέντησε με αγκάθια η μοδίστρα του
αυτός που έβαψε το ακριβό μετάξι του
τρελάθηκε ένα βράδυ
κι αυτός που σου το χάρισε
χάθηκε σ’ έναν πόλεμο
ένας περίεργος άνεμος φυσάει
πότε πότε απ’ τις πτυχές
φαίνεται από μέσα ένα γκρεμισμένο σπίτι
και κάποιος με μια λάμπα που τρέχει αιμορραγώντας
κι άλλοτε πάλι τις νύχτες πετάει μαζί με τα πουλιά
θροΐζοντας ανατριχιαστικά στα δέντρα.

Μη το φορέσεις τούτο το φουστάνι
Είναι ποτισμένο με αρσενικό και με χαλκό
Αν βγεις στη βροχή θα σε σκοτώσει
Είναι δεμένο με μια παλιά αγάπη
Αν το φορέσεις θα ’ρθει να σε βρει
κάτω απ’ το δέρμα, μέσα απ’ τις ραφές.




Το ποίημα «Το φουστάνι», δημοσιεύεται για πρώτη φορά.


Μπορείτε επίσης να διαβάσετε
Κατερίνα Καριζώνη, «Ρεσάλτο»:
και
Κατερίνα Καριζώνη, «Το κόλπο του Μπαρμπαρόσα»:


Πρόσκληση

Την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016
και ώρα 6 μ.μ.
σας προσκαλούμε στην παρουσίαση
του νέου βιβλίου της Κατερίνας Καριζώνη
«Η πόλη των αθώων»,
στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας
(Έλλης 8)

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Ειρήνη Ιωαννίδου, "Σώμα Δρομολόγιο"




ΒΡΑΔΙΝΟ


Με κρύο νερό
ξεπλένω χλόη για βραδινό
Σ’ ένα μεγάλο μπολ
κόβω καρδιά, μαρούλι, δυόσμο
Στην άκρη του δωματίου
σε βλέπω να με τρως

Εγώ
μικρές μπουκιές
αμάσητα φιλιά
να κατεβαίνω στο λαιμό
Στις σκοτεινές γωνιές σου
Να κρύβομαι
Με καταπίνεις
Σε κατοικώ –

Ποιήματα ανθολογούνται τώρα
πάνω στο σώμα σου




ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΛΩΤΟΦΑΓΟΥΣ


Η μνήμη απωλέσθη
καρπός ώριμος και γευστικός
Έγκαιρα από κοπτήρες καταναλώθηκε
στα σπλάχνα πλέον
περιφέρεται

Η γνώση και αυτή θα υποκύψει
η γλώσσα θα πλαταγίζει άσκοπα
αναζητώντας την εκφορά

εκεί που τώρα άνθη φύονται




ΚΟΡΙΤΣΙ

                                   Στην Ειρήνη Καραγιαννίδου


Τη φωνάζουν κορίτσι
Θα της ράψω ένα κόκκινο φόρεμα
θα το βάλει με εκείνα τα δωδεκάποντα
Έχει μαύρα μαλλιά
σπάνιο αίμα
μακριά δάχτυλα
Έρχεται στον ύπνο τα βράδια
μου ξηλώνει τις λέξεις
Τις κεντώ ξανά σταυροβελονιά

Άσε με να σου χτενίσω τα μαλλιά
Θα πάρω μια σκάλα
Το βράδυ σε ταΐζω
μήλο γλυκό στο στόμα
Με κοιτάς σαν έργο τέχνης
κρεμασμένη στον τοίχο
Έχουμε το ίδιο όνομα:
Παραμύθι




ΑΚΡΥΛΙΚΟ


Ένα μήλο
κομμένο στη μέση
Δείπνο
με ακρυλικό
Λειώνει το πιάτο
δίπλα στα δάχτυλα

Ευτυχώς η θέα
-θυμάσαι τότε που σου έλεγα:
«θα μου λείψουν
τα φώτα απέναντι»
τη γλίτωσε
Τώρα, δε θα χρειαστώ
την αφίσα με το γαλάζιο του Ματίς

Τι και αν γκρέμισες τους τοίχους
Εγώ την υγρασία τις νύχτες
τη μυρίζω ακόμη:
στο σκοτάδι
στα κοιλώματα των εσωτερικών τοίχων,
στην υδρορροή που στάζει

Στο στόμα σου
Δεν θα μετρήσω
σε πόσες συλλαβές
θα με καταπιείς




ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ (ΜΠΛΕ)

                                   Στον Πάνο Σταθόγιαννη


Αν μπορείς να καταπιείς τόσο μπλε
που να κυματίζει η ανάσα μεσίστια
εν είδει προφητείας
Να βάφει μπλε το ήδη μπλε
τόσων χρόνων

Ωκεανός        Αιθέρας        Ουρανός

Τότε η χρωστική του λόγου σου
θα γεννήσει τον τόπο
τον ύστατο της θαλπωρής
εναέριο και επίγειο
ώστε
τα πέλματα μέσα του
να κυοφορούν άλματα θεσπέσια
και εγώ να χρειαστώ κι άλλο μπλε
για να βάψω τα τείχη μου




Από τη συλλογή «Σώμα Δρομολόγιο», εκδ. Σαιξπηρικόν 2016

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Όλα στο μαύρο"





*

Πόλεις, υποσχέσεις, λάθη,
αγκαλιές, φόβοι, και πάθη
που μας ζήσαν και μας παίδεψαν,
γυρνούν μπροστά στα μάτια μας,
κάρτες σε δάχτυλα κομψά
τσιγγάνας χαρτορίχτρας.

Τραβώ μια κάρτα:
δυο καρδιές κι ο θάνατος.




*

Μικρή πριγκίπισσα
μου φώτισες τα δάση της ψυχής
μα μόλις έφυγες, ξανά σκοτάδι
και υγρασία.
Βδέλλες μού τρώνε τα όνειρα.
Κι είναι το λιγοστό μου φως
από το άστρο
που δε θα ταξιδέψουμε ποτέ.




*

Σαν το γιασεμί και συ
τις νύχτες τραγουδάς τις ευωδιές σου,
λουλούδι μου,
τσουρέκι μου,
αμυγδαλάκι μου καραμελωμένο.

Νησί της σωτηρίας ή
ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις.

Ηττήθηκα απ’ το κρασί.
Σαν μυστικό αλώθηκα,
προδόθηκα σαν πατρίδα.




*

Κάθε απόγευμα κάθονται γύρω απ’ το τραπέζι
και σε προσμένουν κουρασμένοι
ο εργάτης που λαχταρά ένα πιάτο ζεστό φαΐ,
το αγόρι που πεθύμησε την πρώτη του αγάπη,
ο γέρος με τα τεράστια μάτια για μια γλυκιά κουβέντα
κι ο ποιητής μ’ ένα καινούργιο ποίημα για σένα.






*

Υποσχέσεις κι αγκαλιές φαντάσματα.

Τελικά δεν ήρθες ποτέ.
Δε με καταδέχεσαι πλέον
ούτε στον ύπνο −
στη νυχτερινή μου έρημο.
Ούτε σαν εφιάλτης, μόρα ή βαμπίρ.

Διψάω λες και έχω βγει από καμίνι
και νιώθω άυλος με μάτια δανεικά.




*

Τρεις φλέβες.
Και τις τρεις τις κράτησες για σένα.
Του Δούναβη, την έκανες στολίδι,
του κρασιού, την πίνεις σα νεράκι,
και του έρωτα, την έσκισες στα δύο.

Ένας κόκκινος λεκές στο πουκάμισο,
απλώνεται, απλώνεται, απλώνεται
και όλα ξεθωριάζουν και παγώνουν.
Μέσα μου χορεύει βαλς
ένας ματωμένος Δούναβης.




*

Μάταια όλα κι άδικα.
Σε λαχταρώ, σου φώναζα.
Μια έκρηξη δέκα μεγατόνων
στα σπλάχνα μου

και γέμισε η ψυχή μου
νεκρά ψάρια.




*

Χρόνια μετά, τα λόγια σου πλανιούνται στον αέρα.
Τα πιάνουνε οι μάγισσες με τ’ ακροδάχτυλά τους
και τρίμματα υποσχέσεων τα κάνουν,
χρυσόσκονη πάνω απ’ τα βρέφη.
Κουνούν τα ποδαράκια τους εκείνα και γελούνε.

Στο δάσος τα ελάφια
γυρνούν σαγηνευμένα το κεφάλι,
αποξεχνιούνται,
γαληνεύουν.

Κι ο λύκος στα δυο μέτρα.




Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου


Από την ανέκδοτη συλλογή «Όλα στο μαύρο», (πρώτη δημοσίευση).

Φωτογραφίες: Katerina Plotnikova
Πηγή:
https://artcepts.wordpress.com/category/photography/

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Γιώργος Ανδρέου, "Ο απερίσκεπτος πλοηγός"




ΑΝΟΙΞΗ ΔΕΙΛΗ

Δειλή
Μικρή μου
Άνοιξη
Παιδί των Λωτοφάγων

Εδώ είναι Βαλκάνια, η θάλασσα διαρκής
Οι λεύκες των ανέμων τους, της πέτρας του το στάχυ

Των ποιητών το πουργκατόριο ανελέητο

Μικρή
Δειλή μου
Άνοιξη




Η ΑΒΥΣΣΟΣ

Η άβυσσος
Πλημμυρισμένη μωβ τριαντάφυλλα

Η άβυσσος

Διαμπερής

Ανεπίδοτη

Ανέραστη

Η άβυσσος
Εγώ ή εσύ, εναλλάξ

Όταν ο πόντος των δακρύων
Ξιφουλκεί
Όταν μου λες «θα με πληγώσεις, ξέρεις πώς»
Θαυμάζω πόσο γρήγορα εσύ
Τα κόλπα έμαθες τα αρχαία
Τα παίγνια τα πανάρχαια της άβυσσος

Πριν από σένα η Σαλώμη, η Κορνταί, η Ιουλιέττα
Πριν από σένα τίποτα
Μόνη η άβυσσος
Άβυσσος ενική, πληθυντική

Άβυσσος αναπόφευκτη




ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

Ένα φως

Ψηλά

Βλέπω

Η μυρωδιά των μαλλιών της μητέρας μου

Επιστρέφω στο βλέμμα
Το ένδον βλέμμα
Ακόμη δεν έχω τολμήσει
Να βγάλω τα έξω μάτια μου
Όπως εκείνος ο Θηβαίος βασιλιάς




Ο  ΚΟΝΤΕ  ΣΟΛΩΜΟΣ  ΣΤΟ  ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

Δεν είναι αλήθεια
Πως αρκέστηκες
Στη φαντασιακή σου προβολή του ιδεώδους
Μη μπαίνοντας ποτέ στον πειρασμό
Να πας απέναντι
Ενώ του Μπάιρον το σκήνωμα
Σου έγνεφε
Ολημερίς
Ολονυχτίς

Η βάρκα
Κατευόδιο
Ανοίγεσαι

Ύψος απέναντί σου απροσμέτρητο
Ηχώ παλίντονος, εωθινή
Αηδόνα του Ερωτόκριτου

Σε καρτερούν
Των ερειπίων η σιωπή
Ένα μαντίλι φθισικού
Δυο-τρία γρόσια

Ο ήλιος τύραννος, ο ήλιος άβυσσος, ο ήλιος βράχος

Επέστρεψες περήφανος
Στου Πόρφυρα τη ράχη




Από τη συλλογή «Ο απερίσκεπτος πλοηγός», εκδ. Μικρή Άρκτος, 2016

Στις 20/10/2016, ο Γιώργος Ανδρεόυ και «Ο απερίσκεπτος πλοηγός», φιλοξενούμενοι του Γιάννη Ναζλίδη, μας χάρισαν μια εξαιρετική βραδιά στο Εκκοκκιστήριο Ιδεών στη Βέροια.
Εκτενές ρεπορτάζ από τη Δήμητρα Σμυρνή:

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Γλυκερία Μπασδέκη, "Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης"




MEINE LIEBE

θέλεις να πεις Αυστρία-
δεν μπορείς

γουλί στο κάρο,
το'σκασε η γλώσσα,
γλίστρησε

θέλεις να πεις Αυστρία-
δε σ' αφήνουν

σε δένουν στη σανίδα-
αυτό ήταν

χωρίς Αυστρία η Αυστριακή
χωρίς μανούλα

με γαλλικές βρισιές θα φύγεις,
με αλλοζανφάν

σε ξένη γλώσσα θα πεθάνεις
μάινε λίμπε




CONGO RED

τους ήρθε ξαφνικό
στα Χόντος Σέντερ,
τα'χασαν

κόκκινο του Κονγκό δεν είχαν ξανακούσει

μετά τους είπα ήμουνα μνηστή γιατρού
-δεν ήταν υποχρεωμένες να γνωρίζουν
τέτοιες αποχρώσεις




ΑΝ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΤΟΝ ΜΥΡΤΣΟ
ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


μη, μη,μη
μη,μη


μη

μυ


μυ,μυ
μυ,μυ,μυ

μυ Μύρτσο μυ
πρώτη μου αγάπη και παντοτινή





Από τη συλλογή ποιημάτων "Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης", Bibliotheque 2016

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Γιάννης Υφαντής, "Μανθρασπέντα"




ΕΦΤΑ ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


       1

Αλλοίμονο των εραστών οι ανάσες
έκαψαν του αγγέλου τα φτερά κ’ είναι η ψυχή μου
μέσα στο δίχτυ του Καιρού.



       2

Γόνιμη νύχτα η σιωπή·
με σπόρους από λόγια που θεριεύουν και
ανασαίνουν
τον ύπνο μας
με τη φυλλωσιά του πρώτου μας κόσμου.



       3

Τα χέρια σου στης βρύσης το νερό και η φωνή σου
αλκυόνα
στο φως.



       4

Φωτιά, φωτιά,
μια κορδελίτσα να σου δέσω πράσινη
αγάπη μου φωτιά
μια κορδελίτσα από τη φλούδα του ανέμου
που φύσηξε στον ύπνο των καπνών.



       5

Α των χλωρών καλαμποκιών
ο δροσερός τριγμός καθώς γουρμάζουν μες στη νύχτα
καθώς ο πράσινος χυμός μες στο κοτσάνι τους
σφύζει σαν άγουρο αίμα.



       6

Δύση της ειμαρμένης γαλαζόπλωρη·
κόκκινου ήλιου βύθιση στις ρίζες μου·
αστράφτα χαλκοπράσινη του άλλου παλατιού
κουτού και βουλιαγμένου ύπνου… που…
θα πει:



       7

Το αίμα πιέζει το κρύσταλλο·
Το αίμα θα σπάσει το κρύσταλλο·
Να κυματίσει η όψη μου στο φως





ΣΤΙΧΟΙ

       I

Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι
ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου
έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο
την ασημένια λάμψη απ’ τ’ άγγιγμά τους σε μια κρύα πηγή.



       II

Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών·
κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα
έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.



       III

Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού
υψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας
η μια στην άλλη λόγια δροσερά
σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους





Από τη συλλογή «Μανθρασπέντα», δ΄ εκδ. Δελφίνι 1995