Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Στρατής Παρέλης, "Θεοδόλιχος"




Θα λείπω

Θα λείπω, θα μ’ ακολουθείς
με τον νου
Θα είμαι
σταγόνα καλοκαιρινής βροχής
Ασήμαντη
Θα με θρυμματίζει το φως
Θα με αναστατώνει
Θα λαμβάνω
τα μακρινά μηνύματά σου
Μαινάδα της γραφής, ιέρεια
Όταν θα κοιμούνται οι άλλοι
που δεν πιστεύουν
θρησκείες των λουλουδιών
Θα είμαι
αλμυρός και γλυκός,
θα είμαι
πικρός και μελένιος
Θα είμαι
φωνούλα που εκλείπει
μες το σκοτεινό μαύρο στερέωμα..



Νοσταλγός της χίμαιρας..

Ετούτα είναι τα ψίχουλα που ρίχνω στα πουλιά –
(εγώ τι χρειάζομαι ένα πλούσιο γεύμα;)
και μ’ έναν στίχο θρεπτικό μπορώ να βιοποριστώ –
νοσταλγός της χίμαιρας..
Όρθιος μες την σιωπή, καλά κρατημένος
από την κουπαστή των ονείρων
έχω χρεία
από ένα δριμύ τριαντάφυλλο που αφήνει
να το αγγίξουν οι μύστες του..



Πού πάω πια με τα στραβά ελληνικά μου

Κι έτσι όπως έγερναν τα πάντα γύρω μες τον ύπνο
Μια ανάσα από γεμάτο φεγγάρι τα ομόρφαινε.
Είχες λυμένα τα μαλλιά σου.
Γυάλιζαν.
Το φως τρυπούσε την σιωπή και την κατέβαζε
Χαμηλά,
ως την άκρη των βράχων
Όπου το σπίτι με την αγριάδα τους γειτόνευε.
Πράο φεγγάρι, ακόλαστο.
Μάγουλό μου γλυκό και λόγια που δεν είπες..
Εικόνα σε μια μνήμη μακρινή που μου αποδόθηκε
Κατόπιν εορτής κι εκεί που ο χρόνος μ’ είχε πάρει
Για τα καλά και τα καθούμενα.
Πού πάω πια με τα στραβά ελληνικά μου
Μαθητής των μαθητών κι ακόμη
Άμαθος σ’ όλα να είμαι;
Μα ας κοιτώ τα μάτια σου όταν ξυπνάνε –
Ας κοιτώ αυτό το πρόσωπο που υπόσχεται αθανασία –
Ας μείνω εδώ και ας εξουσιάζεις –
Ο έρωτας πάντα μια πλάνη μάχης που κερδίζεται είναι..




Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του ποιητή: ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, "Τοπίο βροχής"


(Vincent van Gogh, "Landscape in the rain", 1890)


Α΄

Βρίζεις βροχή ουρανέ ρικνό κριμάτισμα
Σαν κύμα που όλο επάνω μου τσακίστηκε
Για μία στιγμή σπασμένο από το βάρος του
Και φύτρωσε άξαφνα στα μάτια μου ένα φως
Μα φως ένα άγριο κλαδί λιγνό ποδάρι
Όπως καρφώθηκε στα μάτια μου με οπλή
Τινάζοντας τα χώματα παντού

Μετά άμα αίμα μύρισε οχετός
Βάρυναν τα φτερά και ηχεί τριγμός

Βρίζεις βροχή ουρανέ αραιό κυμάτισμα και
Δες πώς δένει αργά ένα κάγκελο γυαλί
Που υφαίνεται και υψώνεται διαρκώς ενώ η βροχή
Με χλόη ντυμένη πάλι πέφτει απ’ την αρχή
Με αγκάθια ραίνει όλες τις ώρες του ο καιρός
Στεφάνια πλέκοντας με χείλη μαραμένα

Μετά πεσμένο λάβαρο η βροχή
Μέταλλο από νερό κομματιασμένο είναι και δες

Κρυφά πως φτύνει νύχτα τον καθρέφτη της
Να μην τη δει όπως κείτεται γυμνή
Τετράφυλλη όλη και άκουσε η βροχή
Πώς κλαίει θηλάζοντας τη λάσπη μες στους λάκκους της
Λίγο πριν σηκωθεί
Μπορεί γι’ αυτό της φτιάχνει πέδιλα ο καιρός
Να μην τα λιώνει ο κεραυνός – να περπατήσει



Β΄

Πάλι βροχή φυτρώνει ανάποδα – να οι σπόροι της
Τι χρώμα αλλάζοντας τα χώματα στον ουρανό
Στάλες νομίσματα που αστράφτοντας γλιστρούν
Καθώς αστράφτουν πριν χαθούν μέσα σε ρυάκια
       αγριεμένα

Βροχή φυτρώνει το νερό της συλλογίζεται
Χωρίς να ηχεί με στάλες συλλαβίζεται
Στο βήμα του ήχου μιας σταγόνας μακρινής
Με τρέμισμα που εντός της καθρεφτίζεται
Όσο κρατάει το τίναγμα κατά τον ουρανό

Γιατί φυτρώνει ανάποδα η βροχή
Χυμένο μέταλλο λιωμένο από φωτιά μπορεί γι’ αυτό
Καμιά φορά να είν’ η φωτιά το δέρμα της γδαρμένο
       από νερό
Και το νερό διάφανο δέντρο αόρατα κλαδιά
Φίδι τυφλό με δέρμα υγρό τη φλόγα συλλαβίζει



Γ'

Δέντρο μου ατάραχο νερό
Και αδέξιο μοίρασμα του σκοταδιού
Πέτρα απελέκητη και ηλικία βουβή
Ποτάμι ακίνητο βουερό που όλο κυλάς
Χωρίς ν’ απλώνεσαι∙ μονάχα ως τα κλαδιά
Τυφλά πλοκάμια σου

Δέντρο μου ψάρι του ύπνου μελανό
Λιγνό σκοτάδι



Δ΄

Καμένο αλάτι τέφρα του νερού
Κίτρινο φύλλο δάκρυ του καιρού
Πέφτει ένας ήλιος τσιμουδιά
Φύλλωμα τρίζοντας ψηλά – αλλά

Χωρίς το λάμδα το νερό δεν δένει φύλλο

Με λάμδα ρίχνοντας χοχλάει το νερό
Στον δροσερό του μέσα αχνό και δες
Πώς τότε αμέσως δένουνε τα ρω
Πώς ανασαίνει πάλι το νερό
Φτύνει το αλάτι του όλο – αλλά

Δάκρυ ουρανού κυλάει παντού
Νερό με χωρίς φύλλο





Από τη συλλογή «Πατρίδα το αίμα», 1996,
που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση
«ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1972-2000)» εκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 2004.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Μια εκδρομή με τον Κάρολο Τσίζεκ"

    


Φλεβάρης, ημέρα Κυριακή. Είχε ήλιο, ο ουρανός γαλανός, χωρίς σύννεφα, μια πρώιμη λάμψη της Άνοιξης. Τηλέφωνο στον Κάρολο Τσίζεκ, στο σπίτι που διατηρούσε στην Περαία, στο παραθαλάσσιο χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη. Η χαρακτηριστική κυματιστή φωνή του. Χάρηκε που με άκουσε και κανονίσαμε ραντεβού για τις τρεις η ώρα το μεσημέρι. Θα του ξανατηλεφωνούσα από την Περαία και θα με κατατόπιζε σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν το σπίτι του. Ξεκίνησα με το αυτοκίνητο και σε μισή ώρα περίπου βρισκόμουν στην πλατεία της Περαίας. Αρκετή κίνηση από αυτοκίνητα. Ο καλοντυμένος νεαρόκοσμος της Θεσσαλονίκης έκανε βόλτα στον πεζόδρομο της παραλίας της Περαίας, οι καφετερίες γεμάτες. Με μια κυριακάτικη εφημερίδα κάθησα σ’ ένα καφέ, αναμένοντας την ώρα του ραντεβού. Μια σχετική ανησυχία μήπως έβαζα τον Τσίζεκ σε κόπο. Τη συμφωνημένη ώρα τηλεφώνησα, με κατατόπισε για την πολυκατοικία που ήταν λίγα χιλιόμετρα έξω από την κεντρική πλατεία κι είπε ότι θα με περίμενε μπροστά το δρόμο. Έτσι κι έγινε. Από το παράθυρο του βολάν, σε μια γωνία του δρόμου, η ορθή και ψηλή κορμοστασιά αυτού του χαρισματικού καλλιτέχνη με την τσέχικη καταγωγή. Ο τυπογράφος Νίκος Νικολαΐδης λέει ότι ο Τσίζεκ, αν και ξένος, γράφει σπουδαία ελληνικά και το διαπιστώνω κάθε φορά που διαβάζω γραπτά του. Λίγοι δικοί μας αυτόχθονες γράφουν τόσο στρωτά ελληνικά όσο ο Κάρολος Τσίζεκ.
Επιβιβάστηκε στο αμάξι κι αμέσως επωμίστηκε το ρόλο του συνοδηγού που καθορίζει τις λεπτομέρειες της διαδρομής. Βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο, με κατεύθυνση τη Μηχανιώνα. Ήθελε να με ξεναγήσει στο κομμάτι εκείνο της υπαίθρου ανάμεσα στη Μηχανιώνα και την παραλία της Επανωμής. Βρεθήκαμε στο λεγόμενο "κτήμα του Καραγκιόζη" κι έπειτα μπήκαμε στους στενούς χωματόδρομους που φτιάχτηκαν από τους ιδιοκτήτες των πολλών εξοχικών της περιοχής. Όλες ήταν καινούριες εικόνες για μένα. Τις περιοχές δεν τις ήξερα. Ο Τσίζεκ είχε ένα πάθος στον τρόπο που με καθοδηγούσε, έδινε την εντύπωση ανθρώπου που αντλεί δύναμη από την περιπλάνηση μέσα στη φύση.
Σ’ έναν χωματόδρομο σταματήσαμε το αυτοκίνητο και συνεχίσαμε με τα πόδια. Απόλυτη ερημιά, χωρίς καθόλου ανθρώπους, εξαιτίας του χειμώνα. Μου έδειχνε κάποια εξοχικά που τα θεωρούσε κοσμήματα αρχιτεκτονικής και άλλα τα οποία απλά ήταν υποφερτά. Το βλέμμα του κολλούσε σε λεπτομέρειες, οι οποίες συνήθως περνούν απαρατήρητες. Σχολίαζε το σχέδιο που υπήρχε σε μια καγκελόπορτα, την ξεχασμένη αφίσσα από το προηγούμενο καλοκαίρι σ’ ένα στύλο της ΔΕΗ, το ξύλινο παραθυρόφυλλο ενός εξοχικού. Και πιο πολύ επέμενε να μου δείξει ένα σπίτι που του αρέσει ιδιαίτερα για την πανοραμική του θέση: από τον αυλόγυρό του νιώθεις να έχεις στα πόδια σου από ψηλά όλη την ακτή, ο ήλιος βασιλεύει και δύει μέσα στο στόμα του σπιτιού, η θάλασσα σε αγκαλιάζει σα να βρίσκεσαι σε νησάκι του Αιγαίου. Κι έπειτα ο Κάρολος με κατηφόρισε στην αμμουδιά, περπατούσαμε δίπλα στο νερό, με προορισμό ένα μικρό βράχο στην άκρη της ακτής. Λίγο πριν το βράχο βρισκόταν με πόρτες ανοιχτές ένα τζιπάκι κι έβλεπα τον Κάρολο να μην ανησυχεί καθόλου, διέκρινα στο βλέμμα του τη σιγουριά. Με οδήγησε πάνω στο βράχο όπου εκεί πράγματι, όπως υποσχόταν, η θέα ήταν φανταστική. Είχες την αίσθηση ότι βάδιζες μέσα στη θάλασσα, στο μεταίχμιο ανάμεσα στις δύο ακτές, σαν τον Ποσειδώνα, μ’ ένα εμπορικό πλοίο στο βάθος να κατευθύνεται στο στόμιο του Θερμαϊκού κόλπου. Ανηφορίσαμε από άλλο δρόμο και περάσαμε από άλλα εξοχικά. Μου έκανε εντύπωση που δε φοβόταν καθόλου τα σκυλιά όταν γάβγιζαν αγριεμένα μέσα από τις εξώπορτες των εξοχικών, ξεσηκωμένα από το θόρυβο που προκαλούσε το διάβα μας. Ένα σκυλί είχε σκαρφαλώσει απειλητικά σε μια εξώπορτα κι ο Τσίζεκ το πλησίασε με το μειλίχιο βλέμμα του και με κινήσεις ευγενικές και τρυφερές γκριμάτσες το ηρέμησε.
– Κύριε Τσίζεκ, ένας λόγος που αποφεύγω τις μοναχικές περιπλανήσεις στη φύση είναι τα σκυλιά. Εσείς δεν τα φοβάστε καθόλου; Η απάντησή του ήταν πως δεν τα φοβάται, παρόλο που κάποιες φορές του είχαν επιτεθεί. Μια άλλη ερώτησή μου ήταν αν έκανε εκδρομές στη φύση όταν ήταν τελείως μόνος κι η απάντησή του ήταν καταφατική. Με παρέα βέβαια είναι καλύτερα, είπε, αλλά πολλές φορές πηγαίνω μόνος. Μου ανέφερε διάφορες εκδρομές του, για παράδειγμα που πήρε το λεωφορείο μέχρι τη Σκοτίνα κι έπειτα με τα πόδια συνέχισε για να φτάσει στην Άνω Σκοτίνα, ένα παλιό εγκατελειμμένο χωριό, μου μίλησε για τη Χαλκιδική, τον Όλυμπο...
Τη Χαλκιδική την αποφεύγει το καλοκαίρι γιατί τον κουράζει η πολυκοσμία, όπως αποφεύγει να κάθεται στην Περαία το καλοκαίρι για τον ίδιο λόγο. Είναι σημαντικό, λέει, να έχεις παραπάνω από μία κατοικίες, για να αλλάζεις ανάλογα με τις περιστάσεις (ο Τσίζεκ διατηρεί δύο νομίζω κατοικίες και στη Θεσσαλονίκη). Η περιοχή που πορευόμαστε είναι από τις αγαπημένες του, μου εκμυστηρεύεται ότι το τοπίο που τον μαγεύει πιο πολύ είναι στο Φίλυρο αλλά το αποφεύγει, γιατί του θυμίζει την πρόσφατα χαμένη γυναίκα του.
Τον ρώτησα επίσης γιατί οι περιπλανήσεις του στη φύση δεν αποτυπώνονται έντονα στο ζωγραφικό του έργο και μου απάντησε πως η επίδραση είναι έμμεση κι όχι άμεση, ότι η φύση τον εξαγνίζει για ν’ αντιμετωπίσει με καθαρό βλέμμα το έργο του. Κι έτσι είναι, γιατί στα σχέδιά του ο Τσίζεκ είναι περισσότερο ανθρωποκεντρικός και λιγότερο εστιασμένος στη φύση. Περπατήσαμε κι άλλο μέσα στην ερημιά, μέχρι που επιστρέψαμε στο αμάξι. Φτάσαμε στην παραλία της Επανωμής, κατευθυνθήκαμε στο ίδιο το χωριό κι ο δρόμος κατέληξε στη διασταύρωση για Θεσσαλονίκη. Ο Τσίζεκ μού ζήτησε ευγενικά να τον αφήσω σε κάποια στάση του λεωφορείου, για να επιστρέψει στην Περαία. Ήταν τρομερά ευγενικός. Φυσικά και δεν τον εγκατέλειψα. Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι του, τον ρώτησα αν στις περιπλανήσεις του στη φύση τον ακολουθούσαν στο παρελθόν κάποιοι λογοτέχνες. Η απάντησή του ήταν αρνητική. Τον έβλεπα να με αποχαιρετάει και να κατευθύνεται στο σπίτι του, ενώ ο ήλιος έδυε και το σκοτάδι πρόδιδε τη χειμωνιάτικη υφή του. Έβλεπα πίσω από τους τοίχους τη μοναξιά που φώλιαζε στη συνοικία της Περαίας, τώρα που τα περισσότερα παραθεριστικά διαμερίσματα ήταν άδεια. Ο Τσίζεκ έλεγε ότι πολύ κοντά στο σπίτι του υπάρχει και παντοπωλείο και ταχυδρομείο. Συχνά μου επαναλάμβανε και τα πυκνά δρομολόγια που έχουν τα λεωφορεία για Περαία και Μηχανιώνα, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για τον Τσίζεκ που δε διαθέτει αυτοκίνητο.
Το σκοτάδι είχε πέσει απότομα, όταν επέστρεψα στο σπίτι μου. Εκείνη τη νύχτα ένιωθα τις αποστάσεις να έχουν μικρύνει μέσα μου, ένιωθα τη δύναμη που κρύβουμε για να ξεφύγουμε από τα ασφαλή μας όρια και να συγχρωτιστούμε με αυτό που μας γέννησε, μας καθορίζει και μας μιλάει στο βάθος της ύπαρξής μας. Συχνά ξετυλίγω την έκδοση της Διαγωνίου για τον ζωγράφο Κάρολο Τσίζεκ και το βλέμμα μου αφήνεται στα σχέδια του Τσίζεκ, όπως "η γειτόνισσα" ή "τα γυμνά στη θάλασσα", "το παιδί", "ο ζωγράφος κι ο κόσμος του", "η στάμνα στο παράθυρο", "η αυτοπροσωπογραφία". Αισθάνομαι ιδιοσυγκρασιακά πολύ κοντά στον Κάρολο Τσίζεκ κι αυτό το κείμενο δεν είναι παρά ένα πρόσχημα για να καταθέσω αυτή τη συγγένεια και τη μεγάλη αγάπη που τρέφω για τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη Κάρολο Τσίζεκ.

(Ανέσυρα από το συρτάρι αυτό το παλιό κείμενο που είχα γράψει για τον Κάρολο Τσίζεκ, με αφορμή την αναχώρησή του από τα εγκόσμια, τα ξημερώματα, 14-12-2013. Αναφέρομαι σε μια εκδρομή ημερήσια που κάναμε μαζί, πρέπει να ήταν τον Φεβρουάριο του 1996. Στο κείμενο αναφέρομαι στην πρώτη του γυναίκα και σε καταστάσεις εκείνης της εποχής. Κύριε Κάρολε Τσίζεκ δε θα σε θυμάμαι, γιατί απλά θα σε έχω πάντα μέσα μου. Σε αγαπώ.)


Ιγνάτης Χουβαρδάς



(Κάρολος Τσίζεκ, «Γυναικεία μορφή», 1947,
18 Χ 12,5 εκ., μολύβι)


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Όπως το κεντητό έξωμο φουστάνι
σε προκαλεί να φανταστείς
με αυτά που δείχνει εκείνο που δεν φαίνεται,

έτσι και το καλό ποίημα σε κάνει
ανύποπτος να υποψιαστείς
με αυτά που λέει κι εκείνο που δεν λέγεται.

Στον έκπαγλο τον κόρφο που ονειρεύτηκες
το κεφάλι σα να έγειρες μεμιάς
κι όλες γύρω οι φωνές να μοιάζουν ψεύτικες,

καθώς ακούς τους χτύπους της καρδιάς.




ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ


Όταν το θέρετρο ερημώνει,
κάτισχνοι σκύλοι τριγυρνάνε
στα άδεια σοκάκια και αλυχτάνε,
σέρνονται ανήμποροι στο χιόνι

με το πετσί γεμάτο ζάρες
από την πείνα που τους λιώνει,
σαν ανεκπλήρωτες λαχτάρες
γέρων ανθρώπων, που ζουν μόνοι.



Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στην ποιητική συλλογή του Κ. Τσίζεκ, «Στίχοι έρωτα και αγάπης», Μπιλιέτο 2005.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Βασίλης Δασκαλάκης, "Πέντε μικροκείμενα"



1
ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΤΟΠΙΟ

Μέσα από το υπέροχο cabrio καθώς ο δρόμος αγκομαχούσε, μια διάχυση φωτός: είδα τη βαρβαρότητα, χιλιόμετρα μπηγμένοι στύλοι – απ’ τον τηλέγραφο ακόμα – κι αναρωτήθηκα μα πώς να ανθίσουν τόσα δέντρα με το κεφάλι μεσ’ το χώμα;


2
CAFE DE LA PAIX

Τόσα χρόνια πολέμου κι οι στρατιώτες αγκαλιά, θύτες και θύματα. Με μια μπαγκέτα στροβιλίζονται αιθέρια. Στα καθ’ ημάς, καπναποθήκες στου Περαία τ’ ανηφόρι κλαίει ο μπαγλαμάς κι ο πόνος ξεπουλάει την πραμάτειά του.


3
ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Άνω κάτω, παρακάτω δεν έχει. Το να σωθείς από βέβαιο πνιγμό πάει να πει πως δεν υπήρξες. Όσο υποχωρούν τα ικριώματα και οι τουλίπες θα μαραίνονται στις αχανείς θερμοκοιτίδες, ω! Βεατρίκη το αγγελικό χαμόγελό σου για μια φορά ακόμη θα με σώσει.


4
ΠΡΟΣΟΥΤΟ

Βαθύτατα κόκκινα χείλη εφίλησα, και γέμισα με αίμα, το αίμα εξεράθηκε και έβαψε την πλάση. Έτσι όσες επεξεργασίες κι αν υποστεί το γουρούνι, μια βεβαιότητα υπάρχει, θα παραμείνει γουρούνι.


5
ΑΝΑΝΗΨΗ

Ανάληψη, κατάπληξη, απόληξη αρτηρίας. Ένα σημείο παραλυσίας ένα πλοκάμι αναλγησίας, ένα παράπηγμα εκστρατείας. Μόνιμη διάθεση αδιαθεσίας σε ένα φθαρμένο καναπέ μιας ουτοπίας.




Το κείμενο «ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ» δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό bibliotheque



URIAH HEEP - The Wizard

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Έκτωρ Πανταζής, "Άνθρωποι της χειμωνιάς"




ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΧΕΙΜΩΝΙΑΣ

1.καταχρεώθηκαν
την ξερή όψη αχρείων καθεστώτων
χωροφυλάκου κοψιά
να κυβερνά σκέψη και φρόνημα. Τότε
η ελευθερία
είχε τη χειμερινή της στολή

2.Όλοι έπαιξαν στη μοίρα
μα ακόμα πλάθεται το πρόσωπό της
Πού θα κάτσει το ζάρι και θά ’ναι ευνοϊκό
κανείς δεν είναι σε θέση να πει.
Κι ακόμα η μπίλια γυρνά
δεν ειπώθηκε το rien ne va plus
Κύριοι τάξετε με την ψυχή σας-

3.Τα πότισε μέσα αιώνας ψυχή ιώδιο
έγιναν ιερός καρπός μυθογονία
έτσι που σκιρτά απαλά η μνήμη
τρέμουν χορδές της θύμησης

4.Γυρίζω όλα τα φύλλα σαν τα γαλάζια
κύματα κατά την ακτή
μουλιάζουν οι αμμουδιές σκουραίνουν
απότομα ένας γλάρος χτυπά στο κύμα
αστράφτει ασημένιο του ψαριού

ώ βίαια του μεσημεριού μερίδα του ήλιου



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «θράκα», τεύχος 1ο, φθινόπωρο 2013

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Χριστίνα Παπαποστόλου, "Φωτεινές απογραφές"




Φωτεινές Απογραφές

δεν μου αρέσουν οι φωτογραφίες.
κι αν φως από φως εκπορεύεται,
ας είναι να πονέσουν, σαν σιωπές
βραχνιασμένες.

φως με το κιλό, λοιπόν. να ζυγίζεις
την ανατολή σε ήλιο, στις σακούλες
οι αχτίδες μικροπωλητές καιρού
σε εποχές παζάρια. ο χασάπης ορίζοντας
ρωτά, “μου περισσεύει ένα τέταρτο
ήλιου, να το κόψω ή να το αφήσω”;

αν μπορούσε το φως να πάρει θέση,
θα ‘λεγε, “ποια θλίψη αγράμματη άραγε
να με κλίνει και πάντοτε μ’ αφήνει σε
πτώση γενική”.

σκοτεινό δάκρυ της υποτακτικής, στο
βλέμμα κυριάρχησες, σκιά περιττού
αριθμού –που σε χρειάστηκα– του
έρωτα άγουρο γινόμενο.
σιωπή εκκωφαντική.

ώστε χάλασαν και οι ακέραιοι.αφού
δεν μπόρεσαν ούτε αυτοί να δείξουν
χαρακτήρα την ώρα του λογαριασμού.
amores perros που θα ‘λεγε και ο
ισπανόφωνος Κικέρωνας.

πάει και τελείωσε! απόψε είναι Κυριακή!
έτσι το θέλησε μια παλιά του Ιούλη
συνομωσία με τον έρωτα. αυτή η μέρα
θα ‘ναι πάντα Κυριακή! αδέσποτο σκυλί
η υπόσχεση και ‘γω μικρό κορίτσι –δεν
ήξερα– του χάιδεψα τη μουσούδα.

ιδρωμένες παλάμες, σκόρπισαν το τέλειον
σε μικρές τελείες. μισός κύκλος γέμισε
μικρές τελείες,σωστά κουκούτσια. δε θα
μπορούσε αλλού να κρυφτεί η ολοκλήρωση.

το δικό μου θαυμαστικό ξάπλωσε ανάσκελα.
και ευθύς ο θαυμασμός έγινε αμετάκλητος.
τελεία και παύλα.



Από το περιοδικό «Η ΚΟΥΤΣΗ ΜΑΡίΑ», Νοέμβριος 2013, Τεύχος Νο 4
(Ευχαριστούμε τους καλούς μας φίλους στη Δράμα για την αποστολή του περιοδικού)
(Στη φωτογραφία: μια χαρακτηριστική φυσιογνωμία της πλατείας Δημαρχείου στη Βέροια. Αρχείο Δ. Γ. Παπαστεργίου)

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Το δέντρο και ο άνεμος"





ΛΕΥΚΟ ΜΑΚΟ


Ήταν κοντά μου. Δυο βήματα μόνο
απ’ την καρδιά μου η μακρινή γαλήνη.
Ανόητε θα πει το φως που χύνει
ανάριες στάλες γύρω. Και ματώνω.

Δυο φιλαράκια το άγνωστο, λιακάδα,
καφές, σκαλιά της Πλάκας, στενορρύμια.
Άργησες, γέρο μου, να δεις συντρίμμια
το Παρίσι· ας πάει μες στην ασπράδα

την αέρινη του μάρμαρου να γείρει.
Τόσο απλό να ζεις. Με το λευκό μακό
την άνοιξη να πίνεις. Αχ, το κακό
σ’ ένα γλαυκό βυθίζεις παραθύρι.

Κανείς να πει τη νιότη σου δεν ξέρει.
Μονάχο ήσουν κατασκότεινο αστέρι.





Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ


Το σπίτι του Παναγία των Βιβλίων.

Αυτός καμπούρης
έρημος
χάιδευε μιλούσε
στα βιβλία που τον τρέλαναν

Είναι κι αυτά ένα πάθος
όπως τ’ αφιόνι όπως ο έρωτας.

Τις νύχτες ξυπνούσε
και τα σκέπαζε δακρύζοντας
στη σκέψη
                   του θανάτου.
Ονειρευόταν μέρες καλύτερες
μιαν όμορφη απέραντη
βιβλιοθήκη μες στο φως.

Σαν βράδιαζε
                         τρύπωνε στα σκοτεινά
βιβλιοπωλεία
γυρεύοντας τη δόση του
καθώς παλιά —παιδί— στα υπόγεια
της Βάθης
                   τη Λιλίθ.

Γλυκές μεταφράσεις της αυγής
στα βλέφαρα που ανοίγαν
να διαβάσουν στίχους
                        παράδεισων χαμένων.
Κι ο Θάνατος
γελούσε
με όλα τούτα τα βιβλία γύρω του.





ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ


Σίγουρα θα χρειάζεται, αφού μου λείπει·
το θάρρος να ξεκάνω τη ζωή μου.
Όχι τίποτα κύματα ή σάλτα
πολυώροφα μα κάτι ανάλαφρο

σα σιροπάκι· ωστόσο
δραστικό σαν έχιδνα. Βουβό
το σπίτι. Νιώθεις πιο έντονα τη νύχτα.
Κι ανάβεις την TV. Έλα, λοιπόν, τρώγε.

Ν’ αναζητάς μιαν έκρηξη καθώς
ανοίγεις κάθε τόσο το ψυγείο; το θάνατο
που ξέπεσε στη βουλιμία; Πάρε
το υπνωτικό σου δάκρυ.

Αύριο θα πας θα ξαναζήσεις το ίδιο χέρι
να σκιρτά στη φρίκη και τ’ αγέρι.





Από τη συλλογή «Το δέντρο και ο άνεμος», Πλανόδιον 2004.


GRAHAM NASH - And So It Goes


Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Θάνος Γώγος, "Μεταιχμιακή χαρά"




II

Απόψε που κρίνεται η απολέπιση των αξιών μας
Τα πιο τρελά μας χρώματα
Είναι μόνο μάτια
Με ένα χέρι κλειστό

Στοχάσου:

Ένα παράθυρο από φύλλα
Όστρακο
Και κάτι ευθύ:

Υπάρχουν έξω καρδιές που σχηματίζουν πνευμόνια
Και σκαλίζουν το πρόσωπό σου στο πρόσωπό μου
Αιμοπετάλια στο χρώμα της κίνησης
Τραγουδούν το νήμα της οδοντοστοιχίας
Έχοντας απολέσει κάτι για τον καθένα.



XIV

Σαν παιδί
δοκίμαζε τον ουρανό
πετώντας τις προσευχές του
έξω απ’ τον κόσμο

Τώρα πια
χωρίς τετραγωνικές ρίζες
για το κεφάλι του
θέλει να ζήσει
σε κάθε σώμα.



ΠΟΛΥ ΝΤΕΚΟΡ ΧΕΔΕΡΣ

II
(δίχως αισθαντικότητα καμιά)

Ανάμεσα στα μικροσκοπικά της δάκτυλα
Που αλείφουν την πόλη τ’ απογεύματα
Και όχι πολύ μακριά από αυτό που αποκαλούν μυαλγία
Στις εφτά και δεκαέξι ακριβώς
Μια τρύπα στο χρονικό των ταχυδευτερολέπτων
Ανοίγει

Και όπως
ΑΝΟΙΓΕΙ
Ανοίγουν και δυο βεντάλιες
Γοητευτικές
με τις οξείες τους
και τα ποιήματά της
νιφάδες
Να εκτρέπουν αυτή τη γυμνή φιλαρέσκεια
που επιδέξια τόσο έχει δημιουργήσει.



DRINK ’N DRIVE

Ήχοι χρωματίζουν τον κόσμο και χρώματα τους ανθρώπους. Είναι αλήθεια! – Η μοτοσυκλέτα μαρσάρει και αφήνει το βαθύ μπλε όπως ακριβώς το αεροπλάνο τα καύσιμά του. Στις βραδινές μας αγαπητές βόλτες τρεις γραμμές πιο σκοτεινές απ’ τη νύκτα, πιο ορθωμένες απ’ τις λογικές μας, σχηματίζουν κάτι σαν δίεση με τα ηλεκτροφόρα καλώδια που αφήνουμε πίσω να συνοδεύουν τις ευθείες λευκές ή διακεκομμένες παύσεις.



Από τη συλλογή «ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗ ΧΑΡΑ», εκδ. Φαρφουλάς 2013

IGGY POP - TV Screen

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Χαρά Ναούμ, "Δύο ποιήματα"




ΔΙΚΤΑΙΟ ΑΝΤΡΟ

Τα σκορπισμένα ειδώλια κρυφακούν
Μέσα στα στήθη τους οι θεότητες σκάβουν
να σωθούν να φύγουν
Το σπήλαιο δονείται
Πέφτουμε
Πέφτουμε στη λίμνη
Κάποιος φωνάζει προσοχή
Κάποιος παρακούει προσευχή
και κάποιος ακουμπάει το δεξί του χέρι
στον αριστερό ώμο και αναπέμπει δέηση στους σταλακτίτες
τις αιχμηρές θεές μη μας ξεσκίσουν
Αν ραγίσει ένα ειδώλιο
τα υπόλοιπα σωπαίνουν και πονούν
τα χαραγμένα μέλη τους σβήνονται
και μένει μόνο ένας παλλόμενος λεκές
ορείχαλκος– στο δάπεδο
Η ελιά που μας ευλόγησε ανά τους αιώνες
με τα εξαίσια δάχτυλα και τους ζωτικούς καρπούς
μάγισσα τώρα Τα τερτίπια της βλασταίνουν
λυσσώντας για αίμα
Και ο ταύρος –αυτό το ανυπότακτο παιδί–
χάνει την ιερότητά του αποκτηνώνεται
δεν θα μας υπερασπιστεί στη δίκη
Η Ρέα κρυμμένη στην καρδιά μας
απ’ την αδηφαγία του εραστή της
καταζητούμενη και επίτοκη
Κι ένα σπασμένο αγγείο με τη συλλαβική του προσευχή
κατάσαρκα
να μας κερνά κρασί και ξενιτιά

Μέσα εδώ που έχουμε θαφτεί
τα έχουμε ανάγκη τα κτερίσματα



ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ ΠΟΥ ΒΡΥΧΑΤΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

Τα σταφύλια ματώνουν τον Αύγουστο
Τα ποδοπατούν για ώρες
κι ύστερα πίνουν τον ζωμό απ’ τις εκδορές
Σφαγμένα ζώα
ηδύποτα
Τα σταφύλια άμα προσεκτικά τα ακροαστείς
πονούν
Και αυτό το κόκκινο
που στάζει σε γενναίες ποσότητες από τα σωθικά τους
μπαίνει μες σε φιάλες
που αδειάζουμε τα βράδια
–συνένοχοι σιωπής στο αρχαίο έγκλημα–
μες σε μια έκσταση σπονδών
σε ανυπεράσπιστο θεό των ερειπίων
Και εισβάλλει ένας κλαυθμός στις αρτηρίες



Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΡΕΑΡ
και από το ιστολόγιο της ποιήτριας: ocean des lettres