Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

Σωτήρης Σαράκης, "Στο σιδεράδικο της Λήμνου"



Ο ΚΛΟΟΥΝ


Ο κόσμος μ’ έχει εδώ για να γελάει, ο κόσμος
πώς ν’ αντέξει αν δε γελάει, ο κόσμος
έχει μεγάλες δυσκολίες, εγώ
το ξέρω αυτό καλά, ο κόσμος
πάσχει εκ γενετής και δεν υπάρχει
γιατρειά, κοιτάξτε
το θλιμμένο γέλιο μου, κοιτάξτε
το ασταθές μου βάδισμα, το αβέβαιο,
ακούστε, προπαντός ακούστε
τον κόσμο που γελάει, τον κόσμο
που ’ρχεται κάθε βράδυ εδώ, που μένει
εδώ, δε φεύγει, πώς να φύγει, πού
να πάει

             εδώ
είναι ο κόσμος και δεν έρχεται, δεν φεύγει, εδώ
από καταβολής και μέχρι τέλους
είναι ο κόσμος και γελάει
απεγνωσμένα.





ΗΣΟΥΝ ΕΚΕΙ


Ήθελα τόσα να σου πω
μα ήτανε στ’ όνειρο κι οι λέξεις
πήγαιναν αλλού κι εγώ
δεν ήξερα ποιος ήσουν, μάνα
ή πατέρας, αδερφός, εκείνος
ο λυτρωτικός εξομολόγος,
των δέκα χρόνων μου η καλή
δασκάλα, κάποιος άλλος, ήθελα
τόσα να σου πω γιατί περάσαν
χρόνια και χρόνια κι η ζωή
τελειώνει κι όσα μένουν
κατακάθι όλο βαραίνουν,
τα ριζικά που ορίσανε
το ριζικό μας, φτάνουν
μαζί μας ως την άκρη, ασήκωτα
μας πνίγουν, κι ήσουν
εκεί, δεν είχα τρόπο
να σου πω κι όλο μιλούσα, τίποτα
δεν έλεγα γιατί
ήμασταν στ’ όνειρο κι οι δυο
τόσο κοντά χαμένοι

έτσι συμβαίνει στ’ όνειρο, έτσι όταν
έχουν περάσει χρόνια
και χρόνια, βρίσκεσαι
στην άκρη και κανείς
δεν είναι πια κανείς που ήσουν
παιδί κι ήταν μεγάλος, πώς,
ποιος μέσα στ όνειρο ν ακούσει,
να γνωρίσει γλώσσα παιδική
φτασμένη ως τα ψελλίσματα του τέλους;





ΤΟ ΔΑΚΡΥ


Είδα καλά το δάκρυ, κύλησε
στο πρόσωπό της, μάνα,
της λέω, γιατί κλαις;
− ιδού τώρα τα δύσκολα, πώς
εξηγούνε στον εξάχρονο ότι
δεν κλαίνε μονάχα στις συμφορές! − ε, νά,
μου αποκρίνεται, είδα τ’ αδέρφια σου
να, εκεί, και πράγματι
απέναντι, μακριά, μόλις που ξεχώριζαν
ο Γιώργος με τον Δημητράκη
(στα είκοσι τέσσερα, στα δεκαοχτώ
τους χρόνια παλικάρια) ανηφορίζαν
προς τον Άη Βλάση, όμως αυτό
δεν ήταν, ασφαλώς, απάντηση κι εκείνη
συνέχισε, ε να, τα είδα κι άρχισα
να σκέφτομαι, πώς ήρθα, πότε, εδώ
πώς μεγαλώσαν τα παιδιά μου, αδύνατο
να καταλάβω το παραμικρό, έμεινα
με την απορία

                           κι έπρεπε
να περάσουν χρόνια
και χρόνια, τα δικά μου
χρόνια, για ν’ αντιληφθώ
ποια η σχέση ανάμεσα σε δυο
παιδιά που μεγαλώσαν και στο δάκρυ
της μητέρας τους, να νιώσω
από ποια βάθη ξεκινάει το δάκρυ
της μάνας που βλέπει ξαφνικά
τα δυο παιδιά της να ’χουν μεγαλώσει.





ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Το ποίημα βγαίνει απ’ το μέλλον.
Το ποίημα βγαίνει απ’ το μέλλον, όταν
το δέντρο αυτό, υπέροχο
εν μέσω των ομοίων του θα ’ναι
λουστραρισμένο έπιπλο, «σκρίνιο»
ή άλλως σύνθετο σε σαλόνι
αστών και όταν
το άλλο δέντρο, εκείνο
το φρέσκο, το λιγνό που ώρα την ώρα
υψώνεται κι απλώνει τα κλαδιά του θα ’ναι
σκόνη και στάχτη ως τα πέρατα
του κόσμου, σκόνη
και στάχτη νιόφυτο δεντράκι που ’καψε
ο κεραυνός, το ποίημα
βγαίνει απ’ το βάθος, βγαίνει
απ’ την κρυψώνα του όταν
θα ’χουν αυτά συντελεστεί, έρχεται απρόβλεπτο
έρχεται σου χτυπάει την πόρτα κι αν

αν βρίσκεσαι κι εσύ στο μέλλον, τότε
πιάνεις μολύβι και χαρτί, πιάνεις
το ποίημα.





ΑΥΤΟΣ Ο ΓΕΡΟΣ


Αυτός ο γέρος
έγραψε ποιήματα.
Αυτός ο γέρος πάλεψε πολύ
να εκφράσει στη ζωή του το ανέκφραστο.
Γνώριζε
πως δεν θα το πετύχαινε, ακόμα κι όταν
κάποιες ελάχιστες στιγμές κατάφερε
ν’ αγγίξει, φευγαλέα να ψαύσει
το ανέκφραστο, ήξερε καλά
πως πίσω θα γυρνούσε μ’ άδεια χέρια
όμως αυτός
επέμενε και τώρα

τώρα που αγγίζει πια το τέλος, φεύγει
με ήσυχη συνείδηση
και προπαντός
κρατώντας κάτι σίγουρο
στα χέρια του, τη μόνη
βεβαιότητα, γνωρίζει
πως υπάρχει το ανέκφραστο.





Από τη συλλογή «Στο σιδεράδικό της Λήμνου», εκδ. Κουκκίδα, 2017.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019

Ζωή Σαμαρά, "Το πέρασμα της Ευρυδίκης"




Ηλακάτη


Κλώθει το μετάξι της ημέρας
ξετυλίγει την κλωστή της νύχτας
κόβει το νήμα της αυγής


(Νέα Εστία, 1-7-1995
Το πέρασμα της Ευρυδίκης
Αυτοανθολόγηση Ε.Λ.Θ.)





Το ξύπνημα της Γαλάτειας


Ταξίδευε με δέος στην ανήλια χώρα
πίσω της η περίλαμπρη Γη ακολουθούσε
πέπλο και σάβανο
ραμμένα από τον ίδιο τεχνίτη

Μην κοιτάς
άκου
ο λόγος είναι πιο ισχυρός από την κίνηση των χεριών του
το σώμα επιθυμεί
ο λόγος ποιεί
κι η εικόνα γεννιέται
βαθιά
μέσα στα μάτια της λέξης
Το φως-Πυγμαλίων λατρεύει τα χρώματα της
              πεταλούδας
κι εκείνη του ανταποδίδει τη φλόγα του σε μεγεθυντικό
              καθρέφτη

Ξέφυγε μια στάλα ζωή από το δισκοπότηρο του ιερέα της
              Εκάτης
με μιας ξεχείλισαν οι γαλαξίες
χαμογέλασε η αγαλμάτινη θεά
Ανάσταση νεκρών προφήτεψε τότε ο σοφός ιερέας
τελετουργική μετάβαση στη χώρα των ζωντανών
Ποιοι ζωντανοί; Ποια χώρα;

Αφήστε τα πόδια μου ν’ αγγίξουν τη γη


(Νέα Εστία, 1-5-1996
Το πέρασμα της Ευρυδίκης)





Ανδρόγυνον


Ορφέας και Ευρυδίκη

είσαι μαζί
το όμμα που βλέπει
και το σώμα που χάνεται
Μόνος
δεν θα κατέβαινες ποτέ
στα τρίσβαθα του Άδη
Μόνη
δεν θα γινόσουνα ποτέ
ανείπωτο τραγούδι
Διαλύεσαι στον άνεμο όπως ο ήχος του φεγγαριού
συνθέτεις μελωδία πρωτάκουστη

Τι κι αν με το πέρασμά της γεννιέσαι
Τι κι αν με τη ματιά του χάνεσαι

Είσαι η πρώτη διαλογή των άστρων


(Το πέρασμα της Ευρυδίκης)





Αμίλητο νερό


Ο ήλιος ήταν πιο δυνατός απ’ την αγάπη μου
Η πέτρα έσκαζε χωρίς μια λέξη θεϊκή
το χώμα άνοιγε στα δυο χωρίς μιλιά
και το νερό κυλούσε μέσα σε βουβά ρυάκια

Η αγάπη μου ήταν πιο δυνατή από τον Ήλιο
Πλησίαζε ο Ίκαρος περίεργα τη Γη
έσβηνε ο Φαέθων τη φλόγα του στον ποταμό Ηριδανό
κι εγώ γελούσα μες στις φωτιές του Αϊ-Γιάννη


(Το πέρασμα της Ευρυδίκης)





Το τραγούδι της Νύχτας


Η Σελήνη έκρυψε το πρόσωπό της
Σκέπασε τον Ενδυμίωνα με μια λευκή δαντέλα
Την είχε υφάνει με όλη την υπομονή που δίνει η Νύχτα

Κι όμως δεν ήτανε αυτό το ποίημα που θέλησε να
              γράψει
Πάνω στο χαρτί έμοιαζε σώμα και ύλη
Είχε χάσει τη γοητεία τού φευγαλέου
Να το έσβηνε με μια κίνηση
με μια αχτίδα από το δάνειο φως της

Κι ο Ενδυμίων χαμογελούσε
είχε ξεφύγει από το βλέμμα της
όμμα ανέσπερο
Τρόμαξε την Ευρυδίκη
καθώς εκείνη περνούσε δήθεν αδιάφορη
από τη Νύχτα στο φως της Ημέρας

Κι ο Ενδυμίων τώρα τραγουδούσε
«Η Σελήνη χάνεται κάθε πρωί
το ποίημα μένει πάντα νέο»


(Το πέρασμα της Ευρυδίκης)





Από τη συλλογή «Το πέρασμα της Ευρυδίκης», (1997).
Πηγή: «Ζωή Σαμαρά, Εν ξένη γη (Επιλεγμένα ποιήματα)» εκδ. Ρώμη, 2019.

Στην πάνω εικόνα: Anselm Feuerbach, «Orpheus und Eurydike», 1869.
(Österreichische Galerie Belvedere).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.



Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Αντώνης Μπουντούρης, "Εκμαγεία ανέμων"




ΕΚΜΑΓΕΙΑ ΑΝΕΜΩΝ


1

Αφού καψαλίσω τις άκρες τους
Ανάβω τους ανέμους
Τρελός χορός.


2

Φυσάει δεν αστειεύεται
για να σπρωχτεί το πέλαγο
σ’ ανήκουστη σφαγή.
Πάνω απ’ τις Μυκήνες τα Ψαρά
το Μοναστήρι τη Σμύρνη
και το Δίστομο.
Θα κομπιάζει η φωνή μας μια ζωή.


3

Αχτένιστη περνά από πάνω μας η Ιστορία
και φυσά.
Τεντώνω την ηχώ
Συνάζω σιωπές.
Κι όλο φυσά.


4

Τρεκλίζει απόψε ο βοριάς
Σκορπά το ξεραμένο αίμα
από τότε.
Ατλάζι που λερώθηκε
και δε θυμάμαι πότε.


5

Ψιχαλίζει στα γυμνά μας πόδια
κι ακούω πως
ο καιρός θα χαλάσει κι άλλο.





ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ


Ι

Καλύτερα θύματα της φαντασίας μας
Παρά χαφιέδες που συνάζουν βιός.


ΙΙ

Κρίνα χωρίς άμμο
Μαρμαρόπλακες ανωνύμων

Παρόλα αυτά
ενωμένοι κατάστηθα
σε ένα χρέος.

Όλοι δεσμοφύλακες ανέμων.





ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ


Έβαλε σ’ ένα καυκί τα ψέματα που του ’παν
και τρώει μικρές κουταλιές την κόλαση του.

Κι αυτό το ποδοβολητό του φόβου
μέχρι να ξημερώσει το ’χε εξημερώσει.





ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ


Όπου κι αν κατοίκησε
διαρκώς χειμώνιασε ο τόπος
κι έφευγε με την πεποίθηση
πως πάντα φταίχτης είν’ ο καιρός

*

Άνεμοι σαλιώνουν την ψυχή του
για να κολλήσει πάνω της
έρωτας λεπτός σε χρώμα ανεμώνης





Από τη συλλογή «Εκμαγεία ανέμων», εκδ. Κουκκίδα, 2019.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Οδός Πανός, τεύχος 185




Οδός Πανός
Ιανουάριος-Μάρτιος 2020
Αρ. τεύχους 185

ΠEPIEXOMENA

Σελίδες για τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ
    3   Τάσος Γιουζέπας: Ο θάνατος, το νόημα της ζωής και ο έρωτας
                 στο έργο του Έρνεστ Χέμινγουεϊ
  32   Δημήτρης Ι. Καραμβάλης: Το εύθραυστο παγοθραυστικό μιας πέννας
  37   Νέα έκθεση για τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ

* * *
  38    Βασίλης Κοντόπουλος: Εδώ Βερολίνο
  44    Μάρκος Φ. Δραγούμης: Σημειώσεις ενός μελομανούς (συνεχίζεται)
  46    Γιάννης Αντωνόπουλος: Μια συνομιλία με την Μάρω Βαμβουνάκη
  56    Θανάσης Θ. Νιάρχος: Μια συνομιλία με τον ποιητή Τάσο Κόρφη
                 για την πεζογραφία του Ντίνου Χριστιανόπουλου
  59    Τζίνα Καρβουνάκη: Ο Νάνος Βαλαωρίτης – στους Ιταλούς αναγνώστες
  66    Κωνσταντίνος Μπούρας: Παρενέργειες ενός σεισμού …ευγενικού
  88    Αλέξανδρος Π. Στεργιόπουλος: Συνέντευξη με τον Ανδρέα Καρακότα
  73    Ιωάννα Αθανασιάδου: Πόλεις απρόσωπες
  74    Κώστας Θ. Ριζάκης: αίματι, αίματι η φωνή
  76    Αλέξανδρος Παν. Στεργιόπουλος: Μιχάλης Γελασάκης.
                 Νίκος Καββαδίας, ο αρμενιστής ποιητής
  77    Λευτέρης Βασιλόπουλος: H σφαγή
  77    Αγγέλα Λησμά: Από το Πήλιο
  78    Θανάσης Θ. Νιάρχος: Σελίδες ημερολογίου
  80    Άντζελα Γεωργοτά: Ερωτικός ρούφουλας
  81    Ραφαήλ Αγρόδημος: Εικοσάχρονος
  82    Βασιλική Μιχαλογιάννη: Η μορφή της Κλυταιμνήστρας στην αττική τραγωδία
                 και στη νεότερη δραματουργία
  84    Digital παγκάκια
  87    Γιώργος Λ. Οικονόμου: 8 ποιήματα
  88    Φώτης Θαλασσινός: Η γενιά του αγίου αίματος
104    Βιβλία. Γράφουν οι: Διώνη Δημητριάδου, Στέλλα Πριόβολου,
                 Δήμος Χλωπτσιούδης, Γιώργος Μπλάνας, Δώρα Κασκάλη, Καίτη Στεφανάκη,
                 Κωνσταντίνος Μπούρας, Αλέξανδρος Παν. Στεργιόπουλος
125    Τα βιβλία μας, του 2019
145    Θέατρο. Γράφουν οι: Κωνσταντίνος Μπούρας, Αθανάσιος Βαβλίδας
160    Αθανάσιος Βαβλίδας: Μουσικές Ανταπο-κρίσεις
166    Γιώργος Ζώταλης: Ποντικοφάρμακα
167    Η ομάδα του Αδέσποτου Πλανήτη
169    Δευτέρα
170    Χαρίλαος Τρουβάς: «Οδός Χρονά»
175    Πάρις Κιμιωνής, Γιούλα Γιαννάκη: «Οδός Χρονά»

Το τεύχος συνοδεύεται από cd
με μελοποιημένη ποίηση του Γιώργου Χρονά από τον Χαρίλαο Τρουβά.


Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Ντέμης Κωνσταντινίδης, "Στίχοι για υγρούς θανάτους"




Πριν σβήσουνε


Προσκυνητής
σ’ άνισο αγώνα
θανάτου και ζωής
με παγωμένο ιδρώτα
κλέβεις στιγμές να παραβγείς
κάποτε ωραίος νικητής...
σαν πρώτα.

Όσο γι’ αυτό
έχεις καιρό να δοξαστείς
για τέτοια μην ανησυχείς
και ρώτα
αν πρόφτασε ποτέ κανείς
τους κόπους του να δει ευτυχής
πριν σβήσουνε τα φώτα.





Από κούραση


Τα μάτια σου λάμπουν
από κούραση:
μένω στο χαμογέλιο, μα
πού να δω
την καταπόνηση,
πλανάρω στην επιφάνεια, μα
πού να υποπτευθώ
τον βυθό.





Οι στέρεες εντυπώσεις


Υποσημειώσεις
σε λευκές σελίδες...
Τίποτα μην κρατήσεις,
κάποιαν αίσθηση ίσως.

Κάποιο περίγραμμα
ασαφές, ιστό αράχνης
για το σήμερα.
Για τα εφήμερα.

Ούτως ή άλλως
ποτέ για σένα,
για τους άλλους μόνο
οι στέρεες εντυπώσεις.





Οι κλειδαριές


Σαν τι ν’ αναπολεί
κάποιος που ερωτεύτηκε,
είναι σα να ονειρεύτηκε
μες σε θολό γυαλί.

Βρεγμένο σκηνικό
και σκουριασμένο κάγκελο,
περίμενε έναν άγγελο
σε γη και ουρανό.

Βλέπει τις κλειδαριές
μνημεία δίχως κίνηση,
μια κάποτε συγκίνηση
για άγουρες καρδιές.





Ο Τριαντάφυλλος


Τι με έσπρωξε προς την ποίηση;
Η πρώτη μου ίσως σχολική ανάμνηση.
Η εντονότερη οπωσδήποτε.
Πρώτη μέρα της Πρώτης Δημοτικού.
Καλοσιδερωμένο πριν τον αγιασμό
τον βλέπω από τα κάγκελα.
Τον κυνηγούν τον κλωτσούν και τον φτύνουν.
Ο Τριαντάφυλλος ο σπαστικός
ο προβληματικός. Μόνος κι αβοήθητος.
Μάταια να προσπαθεί να προστατευθεί
να τους αποφύγει.
Πικρά από τότε δεν παύω να επαληθεύω
τι σόι ανθρωπάκια αποτελούν
το παραγέμισμα αυτού του κόσμου.






Από τη συλλογή «Στίχοι για υγρούς θανάτους», Νοέμβριος 2019.
Τη συλλογή μπορείτε να διαβάσετε στον σύνδεσμο:
https://www.openbook.gr/stichoi-gia-ygroys-thanatoys/
Άδεια διανομής: Creative Commons BY-NC
(Αναφορά δημιουργού - Μη εμπορική χρήση).


O Ντέμης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε Αρχαιολογία και Μουσειολογία στο Α.Π.Θ. Έχει εργαστεί ως αρχαιολόγος πεδίου, ως επιμελητής εκθέσεων και παιδαγωγός. Δημοσιεύει στο skorpieslekseis.blogspot.gr, ενώ έχει συνεργαστεί με τα διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά Βακχικόν και Χίμαιρα, καθώς και με σημαντικά ιστολόγια και ιστοσελίδες λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές.

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

Fernando Pessoa, "Κάτι σαν καταχνιά..." (μετάφραση - επίμετρο: Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη)




Κάτι σαν καταχνιά...
Like A Mist
(Tenho em mim como uma bruma)


Κάτι σαν καταχνιά μπήκε μέσα μου
ένα ομιχλώδες κενό
μια νοσταλγία για το απόκρημνο τίποτα
η επιθυμία να το απολαύσω, να το ρουφήξω

Με έχει καταπιεί
ετούτη η τρομακτική ομίχλη
— βλέπω το ύστατο αστέρι να λάμπει
στη γόπα που αναπαύεται στο τασάκι μου

Φύσηξα τον καπνό της ζωής μακριά. Πόσο αβέβαια
όσα είδα ή διάβασα!
Κι ο κόσμος όλος, ένα πελώριο ανοιχτό βιβλίο
με περιπαίζει σε μια γλώσσα που δε γνωρίζω.


[16-7-1934]



Μετάφραση: Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη




Επίμετρο:
Ο Πορτογάλος ποιητής που δεν ήξερε τι θα φέρει το αύριο, που πολεμούσε με λύσσα και τους ογδόντα ένα εαυτούς του, γεννήθηκε τον Ιούνη του 1888. Κάθε ένα ξεχωριστά από τα ετερώνυμά του είχε το δικό του χαρακτήρα και λογοτεχνικό στιλ, μια ανεξάντλητη μανιέρα ταλέντου και έμπνευσης: Να αισθάνομαι τα πάντα μ’ όλους τους τρόπους, να ’χω όλες τις απόψεις, να ’μαι ειλικρινής αντιφάσκοντας κάθε λεπτό.
Το αύριο έφερε μια ανησυχία στις φλέβες της παγκόσμιας ποίησης και μια καθολική αναγνώριση του μοναχικού, ονειροπόλου δημιουργού που του άρεσε να ταξιδεύει χαϊδεύοντας τη σιωπή, να αλλάζει χώρες και μάσκες, να είναι πάντα "άλλος".




Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019

Χρύσα Βλάχου, "ΣχεδιΆσματα"




Χρόνος


Αυτό που τρώει το χρόνο
είναι ζωύφιο με δέρμα και οπλές

Ακουμπά το σαγόνι του στην άκρη του γκρεμού
και τα σύννεφα αλλάζουν πορεία

Αυτό που μακραίνει τη νύχτα
είναι η ταχύτητα της ουλής

Ένα ελάφι που δακρύζει στα χέρια σου

Ένα προαιώνιο συμβάν
που εξαντλείται στην κλωστή του.






Κυματοειδείς αποχρώσεις


Ο καιρός ομιχλώδης
με βαθιά τρικυμία
σε μπλε του κοβάλτιου
με κυματοειδείς αποχρώσεις
του ανώφελου
ξεριζώνει δέντρα στην ακτή
με ορίζοντα αντοχής λίγους μήνες

Ύστερα αποδοχή
ενάστρων ουρανών

Εξ αδιαιρέτου
η στιγμή αποχαυνώσεως

Εκεί κοχλάζουν άνεμοι και σειρήνες
τους τρέφεις
δε σε πονούν
ούτε καν σε τρελαίνουν
όταν γοερά τους πετάξεις
στην άβυσσο
αυτομάτως

Σε διαρκούν.





Επιθυμία


Κάθε βράδυ έβγαζε ευγενικά το καπέλο του

Δεν ήθελε να χαιρετήσει
ούτε να ταπεινωθεί

Μόνο ήθελε
να πληθύνουν οι ταχυδακτυλουργοί

στο πολλαπλό του κάτοπτρο.





Ποιητική


Ένα όστρακο στη μέση της σελίδας, ωκεανό χαρίζει

Είναι αδύνατον να προσέξεις την έκτασή του
καθώς κάποιο ένταλμα σύλληψης σου ρίχνει τα φτερά

Το ένταλμα
δεν
είναι
παραπτώματος
σημάδι

Είναι
τρόπος
να
κρύψεις
μεγέθη
μεγαλύτερα
της απειλής
όπως

Την άγρια ταχύτητα του ποιήματος που δρόμο δεν έχει.






Η απόσταση


Οι λέξεις
σφίγγονται
πάνω σου
όπως το
αγιόκλημα
την Άνοιξη

Κίτρινοι φεγγίτες
σε σώμα θανατοποινίτη.





Από τη συλλογή «ΣχεδιΆσματα», εκδ. Θερμαϊκός, 2019.