Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Έκτωρ Κακναβάτος, "Οδός Λαιστρυγόνων"





ΔΕΚΑΕΦΤΑ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΕΣ


Τι έχει να κάνει πόσοι είναι οι Λαιστρυγόνες
δεκατρείς τρακόσοι, τι έχει να κάνει;
μην είναι σίγουρο που έχω αύριο δυο χέρια ένα κούτελο;
στις φλέβες μου ο ίδιος άνεμος να σμπρώχνει λέξεις
καταπάνω στις οξιές και τα κατάρτια;
Μένω εδώ λοιπόν ξερός.
Γέμισε ο τόπος Θερμοπύλες Θεσπιείς, απέναντι
με τα ταμπούρλα τους οι Μήδοι,
άχρονα θεωρήματα κυκλώσανε τους λόχους μας,
ποταμός αόμματος έριξε το σπίτι
περνάει, παίρνει
εμένα το κλισιοσκόπιο γωνιά Υμηττού Φορμίωνος
κι εσένα κοφτερή προκήρυξη που σήκωσες οδοφράγματα·
πιασμένοι οι δυο μας χέρι χέρι
τρελοί με τα φωνήεντα των Ελλήνων
δεν περνούνε οι φασίστες…

τώρα νέα μου τρέλα γιος των όρνιων
κυνηγώ αποσιωπητικά, δίνω τα μάτια μου σε αστρίτες,
το στήθος μου εθνόσημο του φεγγαριού,
τελευταίο μου φυσίγγι η πλεξούδα απ’ τα μαλλιά σου.
Ήσουνα τότε στα δεκαεφτά,
δεκαεφτά κουρσάροι λαιστρυγόνες,
μα εγώ ακόμα σύννεφο.





ΑΥΤΟ ΝΑ ΠΕΙΣ


Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι
για μερικούς φωνακλάδες
και γι’ άλλους πολυεδρικοί
σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας
και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους
απ’ τα δέντρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια
κρούσματα κ’ επεισόδια με τα φωνήεντα.

Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ
σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,
μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,
εσύ, εγώ
μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.
Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,
σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,
μη ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους
κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο
πίσω από ’να δίτροχο
εγώ, που μου πήρανε τη Βρισηίδα.
Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ’παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κ’ ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου·
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.





ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΟΥΣ


Ιησού, ταξίδι μου σε κουπέ της τρίτης.
Ταγαράκι τρίχινο κλουβί με καναρίνι
κάμπια στη φούχτα σου το ροκανίδι από κεδρόξυλο
ζάχαρη στα τσίνορα η Γαλιλαία, κάντιο·
σαν φτάσαμε στο Λιανοκλάδι
και συ με τους χαζούς στο θάμασμα
αρκούδα γύφτος ντέφι, εγώ αλλού
περιστέρι ατέλειωτο να ψάχνω στο πλευρό μου
την πληγή σου.

Χριστέ μου οι δυο μας το ίδιο πετσί
χράμι κουβέρτα αντίσκηνο,
χώσ’ το καλά στο νου σου,
τις νύχτες σταυροπόδι καπνίζομε στριφτό
γυμνάζομε γυναίκες στα μιντέρια
ακούμε γύφτισσες να μελετούν τη μοίρα μας
δρόμοι της φούχτας πέρα ώς τα δάχτυλα
γραμμές τ’ ανέμου αγρύπνια,
με κλεφτοφάναρο ο εκκωφαντικός χαφιές
έψαχνε τ’ όνειρό σου Μονεμβασιά απόμακρη
αγδίκιωτο φραγκόσυκο γυμνό ίδιο λιοπύρι,
στην Αίγινα δεν πήγες,
το μπόι σου ίσαμ’ ένα δέντρο ούτε που το μέτρησες
τους ευσεβείς δεν τους χαστούκισες
ήταν δικοί σου·
όλη τη νύχτα ψάχνω το πλευρό μου
τι να ’γινε η πληγή σου εκείνη της δικαιοσύνης.





ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ


Μένω εδώ βυθός της ασβεστόπετρας η ελατόριζα
και περιμένω, λυσσάει η θάλασσα ελικοφόρα
στο πλάι η γενιά μου θέρος χιλιότρυπο
ο ήλιος μπαίνει από τις τρύπες βγαίνει σπρώχνοντας
τις μέλισσες, οι κάννες όλο και σκουριάζουν
μένω εδώ και περιμένοντας,
αυτή ’ναι η λεπτομέρειά μου.


Από την ενότητα
Οδός Λαιστρυγόνων





ΤΑΞΙΔΙ


Συνέχεια φεγγάρια τρώει το μαζούτ
φεύγουνε κάτω μας αράδα μίλια
στη μάσκα ο νόστος θρύψαλα
και τα οράματα στα ρέλια,
σταβέντο απόψε σφάζαν το νοτιά
δυο άστρα κόκκινα.

Στα μπράτσα μηχανόλαδα και στα μεριά
τατού στα στήθια ο δράκος
με την αμουργιανή γοργόνα αγκαλιαστός
και το μηλίγγι μου φτερούγα
δεν είναι θάλασσα αυτή δεν είναι,
χύμηξαν τού πνιγμού στο πέλαγο
το στίγμα κ’ η παράλλαξη
μεσάνυχτα καίγεται στη λαμαρίνα ο ήλιος
έθρυψε η αμαρτία τα δάχτυλα
φανάρι το φανάρι πάει το έλκος

κ’ εσύ μιλάς της σιωπής
τη γλώσσα την αλλόκοτη την πικραμένη
μονάδα φάουσα του άπειρου η ομίχλη
σε τύλιξε ώς τις κλειδώσεις.
Η μοναξιά λειχήνα κ’ η απόσταση σαν είδες
του ωκεανού το κόκαλο έρημο
να πλέει κι αυτό ανοιχτά
στις νέες εβρίδες


 


ΠΥΞΙΔΑ


Εριστικός σχεδόν ημέρα εχτρεύομαι τη λέξη βέβαια,
συνήθισα τη μοναξιά και το σκυλί της.
Είμαι λοιπόν με τ’ αγριολίθαρα και τον ασβέστη
που κουφάθηκε με το λιόκαμα.





ΣΟΝΑΤΙΝΑ Μ’ ΕΝΑ ΠΛΗΚΤΡΟ


Ασήμι γυάλινο, η ψύχρα
χαράματα minores.
Στυφή συκιά η αίσθηση να υπάρχεις
το ατελείωτο που κίνησε πηλίκον
κι ο που ευδόκησε τόση διαίρεση άφαντος
μες στην ενάργεια των θαυμασίων.


Από την ενότητα
Ισότοπον







Από τη συλλογή «Οδός Λαιστρυγόνων» (1978).
Πηγή: «Έκτωρ Κακναβάτος, Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, 2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου