Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Γιάννης Κοντός, "Τα απρόοπτα"




Ανασκαφές 1972


Οι λέξεις κύλησαν από το στόμα.
Σβήσανε μες στο σκοτάδι.

Κοιτάζεις την άλλη μεριά του σήμερα
και

το άγαλμα του ποιητή σηκώνεται
ζεστό ακόμη, τινάζοντας το χώμα από πάνω του.

Τώρα κατεβαίνει τη Σταδίου
γελώντας δυνατά.

(Οι αρχαιολόγοι − οι τυμβωρύχοι
το ’βαλαν στα πόδια βρίζοντας.)





Η σκάλα


Όπως κατεβαίνεις σκάλα βαθιά
που τρίζει και το σκοτάδι
είναι υγρό και κολλάει πάνω σου.

Άξαφνα
παραπατάς.
Γκρεμίζεσαι.
Γύρω πορτοκάλια, ρολόγια και άλλα
είδη καθημερινής χρήσεως.

Ανάβουν φώτα και φωνές
από διάφορες μνήμες.

Μακριά ακούγεται σειρήνα.

Βέβαια δεν έρχεται κανείς.





Πάλι η βροχή


Εδώ μέσα δεν βρέχει.
Ο ουρανός είναι καλά καρφωμένος.

Πίσω από την παραπάνω τελεία
σας κοιτάζω που κλέβετε στο ζύγι.

Αυτός που περνά τώρα,
φοράει το κεφάλι του για καπέλο.

Ο καιρός το γυρνάει πάλι στη βροχή.
Ο ουρανός μπάζει νερά.

Έπρεπε να χρησιμοποιήσω ανεξίτηλη μελάνη.

Θα μείνει όμως ένα στεγνό τραγούδι
να σας τρομάζει.





Κίνδυνος στην πόλη


Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.

Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο
και ρίχνει στο ψαχνό.
Όλα τον δείχνουν − αλλά
κανείς δεν βλέπει.

Τρέχω − τρέχουμε.
Σκοντάφτω στον εαυτό μου.

Ο ποιητής παριστάνει
το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο.





Η ουσία των πραγμάτων


Μισοφωτισμένοι διάδρομοι.
Χτισμένες πόρτες.
Κυνηγάς έναν άνθρωπο για να μιλήσεις.
Τσαλαβουτάς στα νερά.
Σκοντάφτεις σε δεμένα χέρια.
Ανάβουν εκατομμύρια φώτα
πάνω απ’ το κεφάλι σου.
Σβήνουν.
Μετά σημαδεύουν τον πλαϊνό σου
και πέφτουν πάνω του σαν κοράκια.
Ένας τρίτος προσπαθεί να κλάψει.
………………………………………………………….
Βέβαια ωραία είναι η φιλοσοφία
και τα καλοβαλμένα πάρκα, ακόμη και οι αρχαιότητες
− δε λέω − αλλά εδώ η ζωή βρίσκεται στα τελευταία της.
Όπως χάνεται μια λίμνη όσο προχωρούν τα αποξηραντικά
έργα.

Και άρχισε να μας σκεπάζει ένα βουβό
λευκό χρώμα, σκληρό σαν πέτρα.





Από τη συλλογή «Τα απρόοπτα», (1975).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου