Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

Γιάννης Ρίτσος, "Το νεκρό σπίτι"




ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ

Φανταστική κι αυθεντική ιστορία
μιας πανάρχαιης ελληνικής οικογένειας


(Απ’ όλη τη φαμίλια απόμειναν μονάχα δυο αδελφές. Κ’ η μια τρελάθηκε. Φαντάστηκε πως το σπίτι τους είχε μεταφερθεί κάπου στην αρχαία Θήβα, ή, μάλλον, στο Άργος — σύγχυζε τη μυθολογία, την ιστορία και την ιδιαίτερη ζωή της, το παρελθόν και το παρόν, όχι το μέλλον. Αυτό μόνον. Αργότερα συνήλθε. Κ’ είναι αυτή που μου μίλησε το βράδυ που τους έφερα απ’ την ξενιτιά ένα μήνυμα του θείου τους — αδελφού του πατέρα τους. Η άλλη δεν παρουσιάστηκε καθόλου. Πότε-πότε μονάχα ακουγόταν σιγανό περπάτημα με παντόφλες στη διπλανή κάμαρα, όσο μιλούσε η μεγάλη):


Τώρα γυρίζουμε μονάχες οι δυο μικρές αδελφές μέσα σε τούτο το απέραντο σπίτι —
μικρές, που λέει ο λόγος, — από χρόνια γεράσαμε κ’ εμείς,
είμαστε οι μικρότερες της φαμίλιας κ’ οι μόνες, άλλωστε, που απομείναμε. Δεν ξέρουμε
πώς να βολέψουμε τούτο το σπίτι, πώς να βολευτούμε·
να το πουλήσουμε μας έρχεται άσκημο — μια ζωή περάσαμε δω μέσα —
είναι κι ο χώρος των νεκρών μας εδώ — δεν μπορείς να τους πουλήσεις —
κι άλλωστε ποιος τους παίρνει τους νεκρούς; Μα πάλι να τους κουβαλάμε
απ’ το ’να σπίτι στ’ άλλο, απ’ τη μια συνοικία στην άλλη, —
πολύ κουραστικό κ’ επικίνδυνο· — βολεύτηκαν εδώ
άλλος στον ίσκιο της κουρτίνας, άλλος κάτω απ’ το τραπέζι,
άλλος πίσω απ’ τη ντουλάπα ή πίσω απ’ τα τζάμια της βιβλιοθήκης,
άλλος μες στο γυαλί της λάμπας — τόσο σεμνός κι ολιγαρκής όπως πάντα του,
άλλος χαμογελώντας διακριτικά πίσω απ’ τους δυο λεπτούς, σταυρωτούς ίσκιους
που γράφουν στο μεσότοιχο οι καλτσοβελόνες της μικρής αδελφής μου.

(...)

Κάθε σκιά στο βάθος του καθρέφτη, κάθε τρίξιμο
απ’ τα μικρά δόντια του ξυλοφάγου ή του σκόρου,
συνεχίζεται απέραντα ώς τα λεπτότατα, ινοειδή αγγεία της σιωπής, ώς μέσα στις φλέβες
της πιο απίθανης παραίσθησης. Ακούγεται ευδιάκριτα
ο χτύπος απ’ τον αργαλειό της πιο μικρής αράχνης, κάτω στα υπόγεια, ανάμεσα στα κιούπια,
ή το πριόνι της σκουριάς στο χέρι των μαχαιροπίρουνων
κι άξαφνα ο μέγας γδούπος στον κάτω προθάλαμο
όταν ένα κομμάτι από λιωμένη τσόχα ξεκολλάει και πέφτει
σα να γκρεμίζεται ένα αρχαίο, αγαπημένο κτίριο.

(...)

Κι αυτά τα δυο δωμάτια που κρατήσαμε
τα πιο ψυχρά, τα πιο συχνά, τα πιο ψηλά, είναι ίσως
για να κοιτάζουμε τα πράγματα από πάνω
κι από κάπως μακριά, για να ’χουμε την αίσθηση
πως εποπτεύουμε και δεσπόζουμε τη μοίρα μας· προπάντων
την ώρα που βραδιάζει κι όλα σκύβουν χαμηλά στο ζεστό χώμα,
εδώ το ψύχος είναι οξύ σαν ένα ξίφος
να κόψεις την επιθυμία μιας νέας σύμβασης ή την ελπίδα
για μια απραγματοποίητη συνάντηση· κ’ είναι σχεδόν μια υγεία
μέσα σε τούτο το ακατάδεχτο, καθάριο κρύο.
Κι αυτά τα δυο δωμάτια κρέμονται μες στην απέραντη νύχτα
σα δυο σβηστά φανάρια της πιο έρημης παραλίας,
μονάχα η αστραπή για μια στιγμή τ’ ανάβει και τα σβήνει,
τα διαπερνάει και τα καρφώνει διάφανα μες στο κενό, κενά κ’ εκείνα.

(...)

Κι όχι πως συνηθίσαμε και πάλι ολότελα —μα τί να κάνεις;— Όλα μας παράτησαν —
τους παρατήσαμε κ’ εμείς — έτσι αποκαταστάθηκε
μια ισορροπία δίκαιη σχεδόν, χωρίς αμοιβαία μνησικακία,
χωρίς τύψη και χωρίς θλίψη, μάλιστα, — πώς αλλιώς να γινόταν;

Μείναμε τώρα εδώ, σαν όταν κόβεις μες στο σούρουπο λουλούδια απ’ τον κήπο,
πολλά λουλούδια για τα βάζα της τραπεζαρίας και για τα υπνοδωμάτια των πεθαμένων
και μένουν στα χέρια σου κίτρινοι λεκέδες απ’ τη γύρη
και σκόνη του δρόμου που μπαίνει απ’ το κιγκλίδωμα και πασπαλίζει τους μίσχους
και κάτι ελάχιστα ζωύφια, φτερωτά ή όχι,
και κάτι λίγες χλιαρές δροσοστάλες,
μαζί μ’ αυτές τις αναπότρεπτες, λεπτότατες αράχνες
που διαμένουν πάντα στα λουλούδια, κι όπως σβήνει ρόδινο το δείλι στα τζάμια
έχεις την αίσθηση του κοφτερού μαχαιριού που στομώνει
απ’ το αίμα και το γάλα των λουλουδιών —μια σύνθετη, παράξενη αίσθηση
τρόμου και φόνου— μια τυφλή, ευγενική, μυρωμένη κι απέραντη ωραιότητα,
μια ολόγυμνη απουσία. Έτσι είναι. Όλα μάς παράτησαν.

(...)

Α, τίποτα δεν είδα ούτε θυμάμαι· μόνο εκείνη η εξαίσια αίσθηση,
τόσο λεπταίσθητη, που μας χορήγησε ο θάνατος, να βλέπουμε το θάνατο
ώς το διάφανο βάθος του. Κ’ η μουσική εξακολουθούσε
όπως καμιά φορά το χάραμα που ξυπνάμε νωρίς χωρίς λόγο
κ’ η ατμόσφαιρα έξω είναι υπερβολικά πυκνή απ’ τα κελαηδήματα
χιλιάδων αόρατων πουλιών —τόσο πυκνή κι ατμώδης
που δε χωράει στον κόσμο τίποτ’ άλλο —πίκρα, ελπίδα, τύψη, μνήμη—
κι ο χρόνος είναι αδιάφορος και ξένος
σαν κάποιος άγνωστος που πέρασε ήσυχα στο δρόμο απέναντι
χωρίς καθόλου ν’ αναμετρήσει ή να κοιτάξει το σπίτι μας,
κρατώντας κάτω απ’ τη μασχάλη του μια στοίβα αδιαφανή κι άπλυτα ακόμη τζάμια
δίχως να ξέρεις τι τα θέλει, πού τα πάει,
τι νόημα έχουν και για ποια παράθυρα προορίζονται
και μάλιστα ούτε καν το αναρωτιέσαι κι ούτε κ’ εσύ τον βλέπεις που χάνεται
διακριτικός κι αμίλητος στην τελευταία στροφή του δρόμου.

(...)

Ο μικρός αδελφός μας ζωγραφίζει πάντα
μες στο εργαστήρι με τους αργαλειούς, λεπτότατες υδατογραφίες
μ’ ένα γούστο διακοσμητικό της Κνωσού — ποτέ δε μας έδειξε τις ζωγραφιές του —
ή σχεδιάζει στο εργαστήρι της αγγειοπλαστικής, σε μικρά και μεγάλα λαγήνια
με μαύρες ή κεραμιδιές γραμμές προσποιητής αυστηρότητας
πολεμιστές εφήβους ή χορευτές κρυμμένους ολότελα
πίσω από τεράστιες ασπίδες — τόσο που αν δεν προσέξεις
θαρρείς πως είναι μόνο κύκλοι - κύκλοι, μια μαύρη αλυσίδα. Ο μεγάλος αδελφός μας
υπέβαλε πια την παραίτησή του στο βασιλικό ναυτικό· τώρα
πάντα του σοβαρός διαβάζει στη διπλανή κάμαρα. Μέσα στην ησυχία του χρόνου
ακούγεται η σελίδα που γυρίζει σα ν’ ανοίγει μια μυστική πόρτα
σ’ ένα άσπρο, διάφανο τοπίο. Κι αλήθεια

κείνη την ώρα ανοίγει μια πόρτα. Έρχεται ο πατέρας.
Στρώνουν το τραπέζι. Μας φωνάζουν.
Κατεβαίνουμε όλοι την εσωτερική σκάλα.
Καθόμαστε στο τραπέζι και τρώμε, ακούγοντας έξω στην αυλή
τα μικρά γαβγίσματα των σκυλιών και τη φωνή του επιστάτη.

Τόσον απλή λοιπόν είναι η ζωή. Τόσο όμορφη.
Η μητέρα σκύβει στο πιάτο της και κλαίει.
Ο πατέρας ακουμπάει το χέρι της στον ώμο της.
«Είναι απ’ την ευτυχία», δικαιολογείται εκείνη.
Κι εμείς κοιτάμε απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
την απέραντη διάφανη νύχτα με το λεπτό φεγγάρι
σαν ένα δάχτυλο λησμονημένο ανάμεσα
στις γαλάζιες σελίδες ενός ήσυχου, κλεισμένου βιβλίου.

(...)

Αν φύγετε, πείτε, παρακαλώ, στο θείο μας να μην ανησυχεί για μας. Καλά τα περνάμε.
Κι ο θάνατος είναι μαλακός σαν ένα στρώμα που το συνηθίσαμε
από μαλλί, μπαμπάκι, πούπουλο ή άχυρο· — το στρώμα
έχει πάρει το σχήμα του κορμιού μας, βολικό, — ένας ολότελα δικός μας θάνατος —
αυτός τουλάχιστο δε μας απατά κι ούτε μας αποφεύγει — είναι βέβαιος,
βέβαιοι κι εμείς για κείνον — η αυστηρή κ’ εξαίσια βεβαιότητα.

Αν πάλι δε φύγετε απ’ το Άργος, θα μας έκανε μεγάλη ευχαρίστηση
να σας δούμε ξανά στο σπιτικό μας. Για χατήρι σας μάλιστα θα ξεκαρφώσω μια πόρτα
να σας δείξω το οπλοστάσιο του πατέρα,
να σας δείξω κ’ εκείνην την ασπίδα που πάνω στο μαύρο της μέταλλο
μένουν ακόμη τυπωμένες οι ανταύγειες από χιλιάδες στάσεις σκοτωμένων,
να σας δείξω τις δαχτυλιές του αίματος και τη βρύση του αίματος
και την υπόγεια σήραγγα απ’ όπου δραπέτευσαν μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες
οι δώδεκα γενειοφόροι πολέμαρχοι με τον χλωμό αρχηγό τους,
που, αν και νεκρός, τους οδήγησε αλάθευτα στην έξοδο.
Απ’ τ’ άλλο μέρος έμεινε ανοιχτό το στόμιο
βουβό, βαθύ και σκοτεινό σαν άγνωστο λάθος.

(...)

Και, ναι, σας βεβαιώνω, αν και νεκρός τους οδήγησε αλάθευτα στην έξοδο, —
όσο κι αν ξέρουμε πως κ’ η έξοδος, τις πιο πολλές φορές,
είναι ένας άλλος, αναγκαίος, πονηρός κι αναπότρεπτος θάνατος.

Πέστε λοιπόν στο θείο να μην ανησυχεί για μας
πέρα, στη θαυμαστά πειθαρχημένη Σπάρτη του.
Καλά τα περνάμε κ’ εμείς εδώ στο Άργος.
Μονάχα που δεν έχει άλλο πιο πέρα — να το ξέρει. Αυτό να το ξέρει.

(«Ναι, ναι», έκανα μηχανικά και σηκώθηκα. Δεν κατάλαβα τίποτα. Ένα αίσθημα μαγικού τρόμου με είχε κυριεύσει, σα να βρέθηκα μεμιάς μπροστά σ’ όλη την παρακμή και τη γοητεία ενός πανάρχαιου πολιτισμού. Ήταν νύχτα πια. Με ξέβγαλε ώς τη σκάλα και μου ’φεξε να κατέβω με μια παλιά λάμπα πετρελαίου. Τι εννοούσε; Κι αυτός ο νεκρός που τους οδήγησε στην έξοδο; Μήπως… Όχι, βέβαια, ο Χριστός. Και το σπίτι — όχι του Αγαμέμνονα. Κι ο μικρός αδελφός με τις καλλιτεχνικές τάσεις; Ποιος; Μα δεν υπήρχε δεύτερος αδελφός. Τότε; Τι χρειάζονταν τούτο το σπίτι; Κ’ εγώ τι προσπαθούσα να ξεδιαλύνω απ’ τα λόγια μιας τρελλής; Είχα βγει έξω. Περπατούσα γρήγορα, κι ακούγοντας το βήμα μου σταμάτησα. Κάτι στυφό κι ανικανοποίητο μου ’μενε στο στόμα, διαλυμένο στο σάλιο μου απ’ όλη αυτή τη μελανή αοριστία, σα να ’χα δαγκώσει ένα κυπαρισσόμηλο. Κι όμως, ταυτόχρονα, ένιωθα κάτι στερεό, πλούσιο, καθαρό, που μου ’δινε μιαν ιδιαίτερη ευφορία και μ’ έκανε να σκέφτομαι με μαθηματικήν ακρίβεια πόσο εύκολα θα ξεπερνούσα τις αυριανές δυσκολίες της δουλειάς μου που ώς τώρα μου φαίνονταν ανυπέρβλητες. Ανάμεσα στα κυπαρίσσια είχε βγει ένα πελώριο φεγγάρι. Πίσω απ’ την πλάτη μου ένιωθα το σκοτεινόν όγκο εκείνου του σπιτιού σαν έναν επιβλητικό, αρχαίο τάφο. Κι αν όχι τίποτ’ άλλο, είχα μάθει τουλάχιστο τι πρέπει ν’ αποφύγω και ν’ αποφύγουμε).


ΑΘΗΝΑ, Σεπτέμβρης 1959




Αποσπάσματα από την ποιητική σύνθεση «Το νεκρό σπίτι», (1962).
Πηγή: «Γιάννης Ρίτσος - Τέταρτη διάσταση», Κέδρος, 28η έκδοση, 1990.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου