Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, "Το δόντι της πέτρας"




ΦΥΣΟΥΣΕ


Μετράνε την πραμάτεια τους
Και στενεύουν την ψυχή τους
Καθώς τη βρίσκουνε λειψή.

Αντιπρόσωποι με φίρμες
Ρουφιάνοι κατάλληλοι για κάθε συναλλαγή
Παλιοί ιδεαλιστές μέχρι
              Που το κέρδος έλαμψε βαρύ στην παλάμη
Γραφειοκράτες πράκτορες πορνοτρόφοι
              Σκύβοντας βαθιά εργάζονται την άνοδό τους.

Τους ερεθίζει η δύναμη το κέρδος τούς οπλίζει.

Φύσηξε ένας άνεμος
Νοτιάς σάρωνε την πόλη
Στην παραλία περπατώντας
Καπνίζοντας τα τελευταία μου τσιγάρα
Παρακολουθώ
τα μεγάλα κύματα:
Μ’ ορμή περνάνε πάνω απ’ τον κυματοθραύστη.





ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Η μέρα αναίμακτη, σφαγμένο μοσχάρι
Κι ο ήλιος μαύρη πλεκτάνη στον ουρανό
Πάνω απ’ τις οικοδομές
Και τα κύματα της θάλασσας χρόνια πίσω στη μνήμη
Βογκούν ήχοι στεγνοί και συγκεκριμένοι
Στους τοίχους των ημερών μας
Και ραδιόφωνο στη διαπασών
Κάποιοι, σκέφτεσαι, κάτι πάνε να πνίξουν
Ξενευρώνει η θηριώδης αμάθεια της εξουσίας
Μόνη παρηγοριά το τραγούδι μωρομάνας
σίδερο βάλτε στην καρδιά και χάλκουμα στα στήθια
Και κρατούσε τον γιο της
Βολβό γεμάτο δίψα, πλούσιο απ’ τις μέρες του μέλλοντος
Σφυρίζει ο αγέρας στις μεταλλικές κεραίες
Εδώ
Μες στο μπετόν φυτρώνει
Η καινούρια ρίζα μας
Σκληρή και προορισμένη.





ΠΡΩΙΝΟ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ


Κι ήταν η μέρα χαμηλή
Η ομίχλη να κατεβαίνει από τους λόφους στη θάλασσα
Από τις δύο πόρτες της πόλης περνούσαν αγκομαχώντας
Αυτοκίνητα με κίτρινα φώτα
Η έκτη αρμάδα της συμμαχίας έξω απ’ το λιμάνι
Μούγκριζαν τα πλοία περιμένοντας
Στάθηκα στο δρόμο
Που δύο στροφές τον κατεβάζουν στη θάλασσα
Όλοι οι φίλοι φευγάτοι σκέφτηκα
Ενώ με πνίγανε καυσαέρια φορτηγού
Οχτώ η ώρα το πρωί
Άνθρωποι ξεχύνονταν από σκοτεινές πόρτες
Έντρομοι απ’ τα όνειρα της ημέρας.
Ποιον σκότωναν όλη νύχτα, ρωτούσε μια γυναίκα
Κάμνοντας το σταυρό της σφουγγίζοντας τις σκάλες,
Καμιόνια λαδοπράσινα κουβαλούσαν
Ανθρώπους στο λιμάνι
Κι ο ήλιος κρεμασμένος από την άλλη μεριά του τοίχου
Κι οι φίλοι πέρα από θάλασσα πέρα από βουνά
Μες στο χιονόνερο δέντρα γυμνά
Κατέβαινα μαζί με τους σπουργίτες το λιθόστρωτο.





Ο ΗΛΙΟΣ ΕΦΕΥΓΕ


Ο Ήλιος έφευγε σαν ψάρι
Κι η θάλασσα κομμάτια πάγος
Αμφιβολίες και ταλαντεύσεις
Πολυτέλειες άλλων καιρών
Έμπειροι τώρα θανάτων και μαχαιριών.

Θάλασσα
Θάλασσα που δεν είσαι ποτάμι να στρέψ’ οπίσω
Και σώματα συντριμμένα
Στις πέτρες τροχίζει το φεγγάρι
Σκοτεινό νερό
Κλαίει μάνα, μάνα ξεμυαλισμένη

              Πήρανε το φως και πάνε
              σε μαύρη γη κατακλειδωμένη.

Ιδρώνω κάτ’ απ’ το πετσί μου
Στον τετράγωνο κύκλο πέσαμε μυστικών σχεδίων
Λέξεις καταπίνοντας δαγκώνω το μυαλό μου
Ένοχος ενοχής πικρά διψασμένος
Στους δρόμους
Χωρίς συντρόφους.





Από τη συλλογή «Το δόντι της πέτρας» (1975).
Πηγή: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου