Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Γεωργία Τρούλη, "Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον"




                    ΤΕΡΑΤΟΣ - ΓΕΝΕΣΗ 2


Στην αρχή και στο τέλος του έρωτα
Ερωτεύεσαι με τον ίδιο τρόπο
Με ίδια αυταρέσκεια
Στην αρχή για το άγνωστο
Στο τέλος για το οικείο που απομακρύνει
Στη διάρκεια για το παραλήρημα
Με τον ίδιο ορμητικό στοχασμό αρχίζεις
Την ίδια γοητεία για τη γοητεία
Την ίδια γοητεία για το ξεφλούδισμά της
Έτσι με πληρότητα για το συγγενές και το ανόμοιο
Φεύγεις
Με ένα κενό να χάσκει σαν γέλωτας σατυρικός
Που δείχνει τα δόντια
Μετρημένα φιλιά του χρόνου
Που υπήρξαμε και δεν υπήρξε
Ένοχοι της ηδονής της αυταπάτης
Για διάρκεια




(ΜΙΑ ΣΑΡΚΑ ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ
                    ΩΣ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ)


                  Πόσες φορές ακόμη
                  Μουσική λιωμένη
                  Από χιόνι παγωμένο
                  Στο στόμα θα γευόσουν;


                  Έχω γεμίσει ύπνο




(ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΙΚΡΟ ΨΕΜΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ
                     ΣΤΙΣ ΑΚΡΕΣ ΤΟΥ
  ΔΥΟ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ)


        Δημιουργεί χώρο το ελάχιστο
        Αλλά σε αυτήν την έκταση
        Όλο συνοψίζω φυγή
        Και αυτή όλο επικολλάται
        Στο δέρμα


        [Δημιουργούνται σημεία και στίξη.]




                  (ΚΟΥΑΡΚ ΚΟΥΑΡΚ)


Η κάθε ματαιοδοξία μέσα στην τραγικότητά της
Είναι πολύ αισιόδοξη
Και νιώθεις πως το μόνο
Που έχει συνέχεια
Είναι η φράουλα από το κοντόλαιμο κοτσάνι
Η σαύρα από την ουρά της
Ο κομήτης από το δευτερόλεπτο
Η εικόνα από τον τοίχο
Το βαμβάκι από τα σύννεφα
Η κατσαρίδα από την μεταμόρφωση
Η φυγή από την πραγματικότητα
Η μαϊμού από το έλλογο
Το άλογο από το χαλινάρι
Η κενότητα από το φως
Η πατούσα από το Βάρος
Το χαρτί από το Δέντρο
Το μελάνι από την Μοναξιά
Το πιρούνι από την Δημιουργία
Η χαρά από το Τραγικό
Μόνο
Και Αδιάσειστο
Είμαστε όλοι ένα Ον/είδος Μούχλας
Και
Ούτω καθεξής
Η φυγή
Επαναλαμβάνεται
Κουάρκ Κουάρκ
Φωνάζουν οι βάτραχοι
Στην Άκρη του
Πάντοτε




         Η ΚΑΜΠΥΛΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ


Η απολυτότητα του απόλυτου χάσκει σαν πληγή
Πάνω σε φυλλώματα αλυκών
Αν η σιωπή μου ήταν η απάντηση σου στα ερωτήματα
Θα έγνεφα
Ακόμη και το πιρούνι και όλα δημιουργήθηκαν
Από μια βαθιά θλίψη
Ακόμη και η χαρά γι’ αυτό εφευρέθηκε
Σαν χελώνες του Αμαζονίου θα βαδίζαμε
Κάτω από έναν ήλιο τελείως κρυμμένο
Από τις κορυφές που φτιάχνει το πράσινο
Τόσο αδιαπέραστο να μοιάζει το φως, που να αναπα-
      ράγεται σαν δυνατότητα
Βλέπεις τα χρώματα
Πάνω σε μια πεταλούδα
Στο γυαλισμένο μάτι του κροκόδειλου
Στο ανάγλυφο δέρμα μιας πέτρας

Μια συνεχή μετατόπιση του ποτέ είναι ο έρωτας

Η σταγόνα μυρίζει αρωματισμένη σιωπή και ονείρωξη

Ήθελε όλη την τραγικότητα για το εαυτό του
Να την καταπιεί
Να ροκανίσει αργά αργά και ανυπόφορα όλο
Το μέσα της δέρμα

Μια μικρή εμβάθυνση τέλους είναι ο έρωτας

Οι μετατοπίσεις αλλάζουν γραμμή
Να ξεφλουδίζονται όλα τα στρώματά της
Όλες οι έμμηνες ρήσεις τότε που −ακόμη αχοιβάδα−
Δεν είχε δείξει κανένα προμήνυμα και προοικονομία
Για το μέγεθος που θα έπαιρνε μέσα στον κόσμο
Τις διαστάσεις γίγαντα μέσα στο πιο μικρό κύτταρο
Που το ξεφλουδίζει και το βάζει σε διάταξη άλλη
Και από την ανάποδη
Τώρα που καταλαβαίνει το γήρας να έρχεται
Σκονισμένο πάνω σε άρμα με τέσσερα άλογα
Και τέσσερις πιθανές διαδρομές για πρόωρο θάνατο
Εκεί την αγάπησε ο κόσμος την Ροδινία
Εκείνη του δόθηκε
Και εκεί την αγάπησε γιατί δεν θέλησε να του δοθεί
      ξανά
Αλλά εκείνη τραγική και πεισματάρα
Σαν έρπητας ζωστήρας του δόθηκε ξανά ένα πρωινό
Που είχε χρώμα ξινόγαλου
Και σαπισμένου κυδωνιού
Πάνω στο χώμα ενός αλαζονικού αμαζόνιου δάσους
Ταλαντεύτηκε σαν ασημένια αλυσίδα κούνιας
Που γυαλίζει στον ήλιο
Και από το όχι εγώ προήλθε το εγώ της





Από τη συλλογή «Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον», εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2015