Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Σημείωμα Δεκεμβρίου 2013



ΒΡΑΔΥΝΗ ΒΟΛΤΑ

του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου

Συνήθως όταν περπατώ στην πόλη ο νους μου ταξιδεύει σε φίλους, σε περιστατικά της δουλειάς, σε αστεία συμβάντα και άλλα. Είναι φορές που στην ανάμνηση κάποιων ευτράπελων συλλαμβάνω τον εαυτό μου να χαμογελά και ευθύς τον επαναφέρω στην τάξη για να μην γίνω εγώ το ευτράπελο των συμπολιτών μου.
Εχθές όμως, καθ’ όλη τη διαδρομή, η προσοχή μου ήταν στραμμένη στην ίδια την πόλη: στους κατοίκους, στα μαγαζιά, στους δρόμους, ακόμα και στα αδέσποτα. Οι αισθήσεις μου κατέγραφαν ασταμάτητα τα πάντα γύρω μου.
Η αγορά μόλις είχε κλείσει και αυτό που εκλάμβανα ήταν μια ομαδική τάση των μαγαζατόρων να κλείσουν άρον άρον τα καταστήματά τους και όπου φύγει φύγει. Μα βέβαια, σκέφτηκα, άμα δεν κάνεις τζίρο, το «ταμείο» γίνεται στο πι και φι, κι άμα δεν έχεις πελάτες της τελευταίας ώρας να …παρατείνουν λίγο το ωράριο, τι να το κρατάς ανοιχτό το ρημάδι; να πληρώνεις έξτρα έξοδα στους φορτικούς και απαιτητικούς …συνεταίρους: Εφορία και ΔΕΗ;
Γίνανε βέβαια κάποιες προσπάθειες να δοθεί ένα χριστουγεννιάτικο χρώμα στην αγορά αλλά ποιον να κοροϊδεύουμε τώρα; Τα ανενεργά καταστήματα είναι τόσα πολλά που δηλώνουν βροντερή ψήφο διαμαρτυρίας και αποχής από τις γιορτές.

Κρύο, υγρασία, ερημιά κι ένας σκουντούφλης φωτισμός να κρέμεται από τις κολώνες των δρόμων σαν μπαλωμένη  μαριονέτα. Το μόνο που ευημερεί στην πόλη, εκτός από τα ενεχυροδανειστήρια, είναι τα έργα αναπλάσεως των αναπλάσεων των τελευταίων 30-40 ετών.
Θυμήθηκα τότε την ταινία «Ένας ήρως με παντόφλες», με πρωταγωνιστή τον αξέχαστο Βασίλη Λογοθετίδη, και ειδικά το τέλος, που ενώ η πλατεία με το άγαλμα του στρατηγού που υποδύονταν ήταν κατάφωτη, ο ίδιος δεν είχε ρεύμα στο σπίτι του λόγω ένδειας. Θέλω να πω: να μην σου φτάνουν για τα στοιχειώδη και να χορταίνουν τα μάτια σου ανάπλαση.
Για κοίτα που μας γυρίζουνε ξανά στο ’50, σκέφτηκα βαδίζοντας στα καινούργια πεζοδρόμια. Γερμανική αισθητική σίγουρα, συλλογίστηκα καθώς τα νέα, μαύρα πλακάκια διακόπτονταν από την κίτρινη ρίγα, το μονοπάτι για τους τυφλούς συνανθρώπους μας. (Σ.Σ. Κατά σύμπτωση ο Λογοθετίδης πρωταγωνιστούσε και στο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται»). Οι δρόμοι στενοί και τα κράσπεδα μαρμάρινα να μοιάζουν με κοπτήρες. Κοπτήρες που βυθίζονται στη ευγένειά μας, στην αγάπη μας, στην αλληλεγγύη μας και στα λάστιχα των τροχοφόρων.
«Καταστρέψατε την πόλη καταστρέψατε» άκουσα να μονολογεί μια ηλικιωμένη καθώς προσπαθούσε να περάσει απέναντι. «Με τόσο μάρμαρο ο Περικλής θα μας έχτιζε…» της έστειλα μια νοερή καληνύχτα.
Και γύρω, παντού γύρω, οι τοίχοι της πόλης, να μοιάζουν με ένα ατελείωτο θέατρο σκιών όπου πρωταγωνιστούν η αβεβαιότητα και η απόγνωση.

Ένας σκύλος είχε ανέβει σε κάδο απορριμμάτων για το δείπνο του ενώ μια γάτα περίμενε λίγο πιο πέρα στωικά τη σειρά της. Στον διπλανό κάδο ερευνούσε ένας ρακοσυλλέκτης. Από ένα καφενείο έβγαινε τρεκλίζοντας η απόπειρα ενός μεθυσμένου να τραγουδήσει:

Άναψέ το και σβησέ το
άναψέ το μπάρμπα Πέτρο
το κερί το σπαρματσέτο

Γω τ’ ανάβω εκείνο σβήνει
γω τ’ ανάβω εκείνο σβήνει
το κερί το κακομοίρη

Γιώργος Μουφλουζέλης - Που 'σουν μάγκα το Χειμώνα