Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, "Το χρυσό δόλωμα"




Σκιές

Στο σκοτεινό, άδειο κοιτώνα χορεύουν οι σκιές,
γυμνόστηθες, με κινήσεις αργές
φανερώνοντας νοήματα, αινίγματα και υποστάσεις
που το λαμπρό φως και η χρυσαυγή αδυνατούν
την αλήθεια τους να συλλάβουν
Δείχνουν ψυχές αλάτρευτες που αρέσκονται
στα μισοσκόταδα να κολυμπούν,
ψυχές που ακροβατούν μεθυσμένες στο βελούδινο κενό,
ψυχές που μονάζουν στο βάθος ενός προσώπου
Λαθραία κάποτε σαλεύουν οι χορεύτριες σκιές
και παράξενα όντα προσκαλούν
στους γυμνούς τοίχους
απελπισμένες καθώς αποζητούν μια εξιλαστήρια μορφή,
τη σάρκα και το αίμα,
ενός δράκου, ενός φαντάσματος, μιας γοργόνας
Και ύστερα καθώς ο άνεμος δυναμώνει,
σα μανιασμένες πασχίζουν στο γύψινο θίασο
να γατζωθούν, να ξαποστάσουν,
υστερικά χειρονομώντας σαν μάνες που θρηνούν,
σαν αερικά που χάνονται με το πρώτο φως της ημέρας
Τότε μόνο, όταν οι σκιές δε θέλουν να είναι σκιές,
αχνοδείχνουν μυστικά της μοίρας μας το Σχέδιο,
θλιβερό και ασυνάρτητο,
να μοιάζει με την αιωνιότητα των στιγμών,
με των εραστών το πένθιμο αγκάλιασμα

Και έτσι καθώς στεκόμαστε έξω από τη ζωή,
μακριά από την άμετρη λάμψη,
παρακολουθούμε άναυδοι τις χορεύτριες σκιές
να παίρνουν τη μορφή της ψυχής μας,
να θέλει να μιλήσει και να μένει σιωπηλή,
να μην έχει στήριγμα να υπάρξει




Θεός και διάβολος σε μια παρτίδα σκάκι

Δίσταζαν και οι δύο να ξεκινήσουν
Ακουγόταν μια μελωδία
μαζί με θόρυβο
από το βάθος της σάλας
Είχαν φτιάξει έναν διάκοσμο υποβλητικό,
με μισό ουρανό ημέρα και νύχτα το άλλο μισό
Ύστερα ακούγονταν εύθυμα βιολιά
αλλά εκείνοι έμεναν σοβαροί,
αμίλητοι, στοχαστικοί
ενώπιον του Χρόνου
Συλλογίζονταν την πρώτη κίνηση,
την ώρα που γεννιόταν ένα αγόρι

Με τη σκέψη άρχισαν συγκλονισμένοι να κινούν
τους λευκούς ίππους και τους μαύρους,
τους πύργους τους λευκούς και τους μαύρους,
το λευκό βασιλιά και τη μαύρη βασίλισσα,
τα πιόνια τα σαστισμένα,
υπάκουα, ρωμαλέα,
ήταν οι δύο ψυχές μου
σε θέση μάχης




Από τη συλλογή «Το Χρυσό Δόλωμα», εκδ. Χρήστος Ε. Δαρδανός, 2006
Στην εικόνα: «Παίζοντας με τις σκιές», φωτογραφία του Alexey Bednij

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, "Στο σπίτι του κρεμασμένου"





ο Φραντς Κάφκα. στα Γιάννενα. στο Μέσα Συναγώγι. φορά λεπτό
σακάκι. γύρω στα δέκα. −τα μάτια του δυο λίμνες. κρατά σουγιά.
σκαλίζει το μπροστινό στασίδι. έχει κάνει γούβα. −τρεις οι λίμνες.
έρχεται ο ραβίνος. ξυλοκέρατο. τον αρπάζει απ’ τ’ αυτί. −πέντε οι
λίμνες. ο Φραντς μπήγει το σουγιά στο γόνατο του ραβίνου. τον
στρίβει. −έξι οι λίμνες. ο ραβίνος στο πάτωμα. ο Φραντς σηκώνεται.
βγάζει μια μικρή αλεπού. απ το σακάκι. −οκτώ οι λίμνες. την ξεσαρ-
κώνει. φορά το δέρμα της. φεύγει στα τέσσερα. για Πράγα. όχι στη
Βιέννη.              είναι η σειρά του Πατέρα. −δέκα οι λίμνες





ήταν κάποιος Ντον. Ντον ΝτεΛίλλο, συζητούσε με μια Ανν. Ανν Σέξτον.
δωμάτιο 256, 21ος όροφος, ανατολικά. τα βράδια παίζανε χαρτιά.
όποιος κέρδιζε, κατάπινε καραμέλες μπρούμυτα. τα γέλια τους
έφταναν ως το πρωί. τότε ο Ντον με μπλε μαρκαδόρο ξεκινούσε
και σημείωνε απ’ τον αριστερό ώμο ως τη δεξιά φτέρνα. τα μεση-
μέρια κάθονταν μπροστά στο παράθυρο −μέχρι που τους κατάπιε
το δυσοίωνο τοπίο





το 2000 κατεβαίνει στην Αθήνα ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
στα χέρια του κρατά τις ακτινογραφίες του Νίκου-Αλέξη
Ασλάνογλου. τον αναζητά στη Νέα Σμύρνη. του λένε πως
έφυγε. πάει στη Νέα Ερυθραία. του λένε μετακόμισε. τον
ψάχνει στους Αγ. Αναργύρους. του λένε πέθανε. τον βρίσκει
στο νεκροταφείο του Αμαρουσίου.

–Νίκο, συγγνώμη για την καθυστέρηση, εδώ τις έχω.
–Μανόλη, εσύ δεν πέθανες;
–όχι, το 2005 θα πεθάνω.
–δεν πειράζει, φέρε τις τότε, μαζί με μια καρτ-ποστάλ
από το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Δράμας.
–γιατί;
–ξαναδιάβασε τον «Δύσκολο θάνατο» και θα καταλάβεις.





ο Χόρχε Λούις Μπόρχες στο Τόκιο. ο Τζουνίτσιρο Τανιζάκι
στο Μπουένος Άιρες. και οι δυο εγκωμιάζουν διαφορετικές
σκιές του ίδιου ποταμού. υποψιασμένοι θα περάσουν απέ-
ναντι −εκεί που το φως αδιαφορεί





          δωμάτιο 1925 − Γιεσένιν

ξύλινο ρολόι
φεγγάρι
μεσάνυχτα
σωλήνας κεντρικής θέρμανσης

−στο σπίτι του κρεμασμένου ποιητή
το ποίημα θα σημάνει το σχοινί






Από τη συλλογή «Στο σπίτι του κρεμασμένου», εκδ. Θράκα 2015

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Αντώνης Μπουντούρης, "Τέσσερα ποιήματα"




ΕΓΚΟΣΜΙΑ


Μια σιωπή εσωτερική, βαρύτερη από χώμα.
Θαυμαστικό περίλαμπρο που
στολίζει τα εγκόσμια.

Μια σιωπή σα στόματα
που μοιάζουνε με βλέμμα.

Αυτά που αρέσουν στους μυημένους σιωπηλούς
Που ξέρουν και ακούν προσεκτικά τις στάλες
του ιδρώτα
τον γδούπο από τις νότες των προγόνων.

Αυτός ο καμβάς ακόμη κι αν έχει τελειωμό
ελπίζω στη Σιωπή να μη χαθεί.




ΑΜΥΝΑ


Διπλώνει αργά το δέρμα της, το κάνει σα χωνί
Γουλιές θα ρίξει μέσα του
τους χτύπους της καρδιάς της.
Για να ντυθεί απ’ την αρχή
Ο Ερωτάς της.




ΑΝΤΗΧΗΣΕΙΣ


Συνείδηση μεσίστια που έγινε συνήθεια.
Ηδονές που σάπισαν θλιμμένα
Ματόκλαδα σα μυρμηγκιές
ερμητικά κλεισμένα.

Δε βοηθούν κι οι εποχές...
Χειροκροτήματα που δεν αντηχούν
γεννοβολούν κρεμάλες.

Ούτε τα στήθη βοηθούν.
Που στένεψαν πολύ
Και δε σηκώνουν βόλι.




ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ ΓΡΑΜΜΑ


Η θύελλα που έρχεται λέγεται ανημπόρια
και συλλαβίζεται αργά χωρίς παραφωνίες.

Η θύελλα που έρχεται θα πολιτογραφηθεί
σα νέα ποίηση που
έμπνευση θ’ αντλεί
απ’ τους σφαγμένους βολβούς
των οφθαλμών μας

Χωρίς ν’ αναγνωρίζει υποσχέσεις και
συχώρια.

Σκαμμένα σπλάχνα μάτια μου
όλα τα βλέμματά σου...

Ο χρόνος μας τινάζεται σαν ύστερη κραυγή
Και μας εγκαταλείπει.



Αντώνης Μπουντούρης



Στην εικόνα: φωτογραφία του Nicolaus Wegner

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Γεωργία Τρούλη, "Πριν εισέλθετε, βεβαιωθείτε"




Η ΡΩΓΜΗ / ΤΟ ΟΛΟΓΡΑΜΜΑ

                                                  (Όσο υπάρχει εξαντλείται η πρόθεση)


Την ρωγμή
Βαθιά την ρωγμή
Όπως όταν σκίζεις ύφασμα πολυθρόνας
Για να αλλάξεις τον τρόπο που κάθεσαι
Σε όλο το βάθος που μπόλιασε το κάθισμα
Την συζήτηση τον έρωτα την συνεύρεση
Την εναλλαγή την ρωγμή
Σαν ρυτίδα που ποτέ δεν περίμενες – Να
Εμφανιστεί σε αυτό ακριβώς το σημείο
Με τόση ελάχιστη απόσταση από το λείο κομμάτι
Του πραγματικού
Τότε που έδινες κέρμα κέρμα την συσφικτική θέαση
Και τον καθρέφτη τον αλοιφή γεμάτο σκόνη
Γιατί ως γνωστόν
Η θολότητα διευκολύνει
Την εξομοίωση
Την εξομάλυνση
Την ανακρίβεια
Την διάθλαση – είδωλο

Σε νεότερη ανάκλαση
Η ρωγμή
Σαν κρέας κρεμασμένο σε Bacon
Θηλιές ασημένιες δεξιά αριστερά
Ακόμη να σπαρταρά –άλλοτε τρίπτυχο–
Ακόμη να ζητάει συγχώρεση
Εξήγηση υπεκφυγή
Και με αιχμηρό αναπόσπαστο του σημερινού
Έρχεται ακριβώς να σπάσει στην μέση
Με τον ήχο μουσαμά εύθραυστο και νωπό
Που αφήνεται σε συνεχή λύση της συνεχείας
Του δέρματος
Και μόνο ένας κατατάσσει το κενό που συμβαίνει
Σε ονόματα διαφορετικά από τον εκτελεστή
Ένα θύμα τη φορά η οπή που δημιουργεί
Η σχάση
Κενό Ι κενό ΙΙ κενό διάστικτο
Η ρωγμή
Έρχεται σε σκουριασμένη φορεσιά
Γύρω γύρω βρύα και λειχήνες
Σε μια ράγα διάνοιξης πάνω στο ανοξείδωτο
Που λέγεται μπαλκόνι
Και προστατεύει από το πολύ ύψος
Από την πολλή αιώρηση
Λάθος το βάρος των πουλιών
Το είπαμε
Λογοκλεμμένα τιτιβίσματα

Η ρωγμή
Σοβαρή μεγαλοπρεπής
Και ωραία κοιμωμένη
Σε σελίδες βιβλίων
Ακόμη κι ανάμεσα σε γράμματα
Που δεν ολοκλήρωσε η σινική
Η ελλειπτικότητα και η gestalt ολοκλήρωση
Η ρωγμή
Κάθε τόσο πιο σίγουρη γίνεται εκείνη
Για την φωνή που φωνάζω
Πιο βραχνή ανοίγω το στόμα
Περισσότερη ρυτίδα στα μάγουλα
Καθώς κάθομαι στον ξεκοιλιασμένο καναπέ
Διαβάζω ένα βιβλίο για τον Bacon και
Βλέπω απέναντι έναν πίνακα
Οσφυονωτισίας διάσχισης
Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε αυτή η σάρκα
Μέσα μου και από πάνω τόσο ψυχή
Να προστατεύει σαν φιλμ διάφανο
Την πτώση των κυττάρων που λέγονται
Που λέγονται ρωγμή Ι ρωγμή ΙΙ ρωγμή ΙΙΙ
Πολυθέμελη συθέμελη αμνιοπαρακεντημένη
Παροχετευμένη διαμπερής
Ακατάληπτη
Και
Το κενό
Πάντα να συμπληρώνει διάκενα




Από τη συλλογή «Πριν εισέλθετε, βεβαιωθείτε», εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2013

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Λευτέρης Πούλιος "Πικρία"





ΠΙΚΡΙΑ


Αχ!, τόσα ακόμα μπόραγα να πω.
Τις νύχτες μου που γύρναγα αλητεία
τις πύλες έσπαγα Αλέξανδρος να μπω
σα μου τις βρόνταγε στα μούτρα η πολιτεία.


Είχα να πω, στην άκρη αυτή του ωραίου κόσμου
που βρέθηκα για μια φορά για πάντα:
Σφυροκοπάει ο κεραυνός εντός μου
κι ουρλιάζουνε οι κέρβεροι στην μπάντα.


Πια τώρα τίποτα δεν λένε οι ανθρώποι
κι οι αγαπημένοι δρόμοι βουτηγμένοι στο σκοτάδι.
Σάμπως να με ξεπροβοδάν μοιάζουν οι τόποι
για το στερνό ταξίδι μου στον Άδη.


Ωραία λοιπόν κι όλα καλά, μονάχα,
οι στίχοι μου περήφανοι αλαργεύουν
γλάροι στα ποντοπόρα φορτηγά, σαν τάχα
μες στη βροχή και στα νερά να με ξοδεύουν.




Το ποίημα "Πικρία" είναι από την συλλογή "ΜΩΣΑΪΚΟ", εκδ. Κέδρος 2001, και η φωτογραφία από πίνακα του Δημήτρη Γέρου που φιλοτέχνησε και το εξώφυλλο της συλλογής.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Νίκος Καρούζος, "Πενθήματα"




ΑΝΤΙΘΕΤΟΣ ΥΠΝΟΣ


Χυμένη η καρδιά μου στο θαυμαστό ηλιοβασίλεμα.
Πόσες φορές συλλογιστήκαμε τη νηνεμία
του πάθους και του πόνου μέσα μας;
Ω σοβαρά και ιδεώδη χρώματα!
Πέρα στη δύση έχουν λιώσει τα βουνά
μόλις που διαγράφονται στον καμβά του αέρα
και μονάχα οι αιθέριες γραμμές τους βαυκαλίζονται
στο βεβαιότερο έρωτα της παρουσίας.
Ο πόνος απ’ τη μεριά του είναι ήσυχος
κι ατάραχο το πάθος
οι φιόγκοι της φωτιάς στα ξύλα του χειμώνα.




ΣΤΟΥΣ ΑΓΡΟΥΣ


Όταν έρχονται κείνες οι πρωινές ώρες
οπού νομίζεις κ’ έχουν απέραντη φρεσκάδα
στο θερινό παιχνίδι του θηλυκότερου
ήλιου και της νικήτριας σκιάς
όλα μαζί τα πράγματα σου λένε: Χανόμαστε!
Ώρες, αλήθεια, για να νιώσεις μονάχος σου
το μεγαλείο της μύγας που ξαναρχίζει
τους πειναλέους κύκλους
αμέτρητους
ολότελα σα να λείπει ο κόπος
ή να νιώσεις τις φωνές των ανθρώπων από γύρω
σαν αβέβαιες ειδήσεις
ακαθόριστες
από κάποια βρύση λαλητική τρεχούμενες.
Πρωί-πρωί τα ξεφτίσματα του κόσμου.
Στέκω σε φοβερά δευτερόλεπτα.
Κι όταν ανθίσει ο αμνός ολούθε στο κορμί του
μαχαίρι φανερώνομαι.




ΟΤΙ ΑΝΕΒΗ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑ ΤΩΝ ΘΥΡΙΔΩΝ
                             (Ιερεμίας θ΄, 21)


Καίει τ’ αλώνι ως το πέρα μεσημέρι
κι ο ήλιος είναι σπαθί ζεματισμένο.
Καίνε οι καβαλίνες απ’ τα ζώα στα χωράφια
και πιο πολύ στην άκρα σιωπή της
καίει η μέλισσα βαθιά στο άνθος.

Πατούμε στο χώμα σημαίνει
πατούμε πάνω στους νεκρούς
στην όχθη μας τη σταύρωση.

Ξάφνου η αστραπή τινάχτηκε κραδαίνοντας
το μπλάβο σταφύλι τ’ ουρανού.

Δε λυγίζει τίποτα.
Κι ας είπα το στήθος ηλιογέννητο.
Δε λυγίζουν τα δέντρα κι ο αέρας αλύγιστος
ούτε βρύση να γίνω ούτε φλάουτο
το νερό δε λυγίζει και ο ήχος.
Κάθε μέρα ευθεία
κάθε νύχτα τεντωμένη
ο καημός ένα τόξο πανάρχαιο
κι ο θεός ακαμψία.

Με το μαύρο η πλατειά σου ανθοφορία
κόσμε που ντύθηκες αϊτός
τα φυλλώματα και τ’ άστρα.
Με το μαύρο η αίγα και το πρόβατο
η ρίζα με το μαύρο
καθώς ανοίγω τους καρπούς και χύνεται μελάνι.
Μ’ ένα πόδι τα οράματα.
Μέρα και νύχτα ο αέρας είν’ αθέατος.

Περιμένω τ’ αστέρια σε γαλάζια λεπτότητα.
Πώς θα ’θελα ν’ αχτιδοβολήσουν τ’ άντερά μου!
Η ερημιά που ξέρουμε δεν είναι του θανάτου.

Χαράματα και χάθηκαν τ’ αστέρια.
Στο δέντρο χύθηκαν αιφνίδια πουλιά
τη σιωπή του για να λαμποκόψουν.

Ενάρετος που είναι ο πορτοκαλιώνας.
Τα δέντρα χαίρονται μέσα τους απ’ τη ζωή της τσιμουδιάς.
Ελευθερία· στερέωμα της σιωπής.
Ομοιόμορφο νεκροταφείο των προβλημάτων.
Αναρρίχηση στο Αθώο Γεγονός.

Φωνή χαράς ανάερη ωσάν μεταξοχάρτι.
Κάποιος θα μηρυκάζει αόρατη χλόη
στ’ αγγελοχώραφα.
Γιατί τους φοβηθήκαμε τους μύθους;

Η νόηση μοιάζει με παγοθραυστικό.
Το αίσθημα με πολλές σημαίες.
Η θέληση – πάλι – φαίνεται
σαν κάποια εποχή του Είναι.
Μα η καρδιά δεν έχει τ’ όμοιο της.

Την ώρα που χρυσίζει η μελαγχολία
και μπαίνει ο θεός
στον κήπο του τον άνθρωπο
αλίμονο αν εξοκείλω στα μάτια μου.




ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα…
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.




Από τη συλλογή «Πενθήματα», (1969), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Νίκος Καρούζος - Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», εκδ. Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Σημείωμα Ιουνίου 2016




Νίκη Ρεβέκκα Παπαγεωργίου


Σύμφωνα

Βαθιά μέσα στη γη, κατοικούσε ένας δυστυχισμένος λαός, που η γλώσσα του είχε μονάχα τα σύμφωνα. Ζούσαν όλοι σε υπόγειες σήραγγες, σε φριχτή αγωνία μέσα σε όλα εκείνα τα μπ και γκ, κι η άνοδός τους ψηλά προς το φως ήταν αλίμονο εξαρτημένη απ’ την ανακάλυψη των φωνηέντων. Μα φωνήεντα πού να βρεθούν, στο πηχτό εκείνο σκοτάδι, κάτω από τόνους χωμάτων, εκεί που αν υπήρχε θεός, σάρκα ανθρώπινη δε θα επιτρεπόταν να υπάρχει, εκεί όπου καμία φωνή δε θα έρθει να ψιθυρίσει ένα ε, κι οι χιλιάδες τα χρόνια που έρχονται δε θα φτάσουν ποτέ ν’ ακουστεί επιτέλους μια λέξη.




Από το βιβλίο «Του λιναριού τα πάθη − Ο μέγας μυρμηκοφάγος», εκδ. Άγρα 1993

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Χαϊκού στο Καλλιτεχνικό Σχολείο Θεσσαλονίκης



Υπάρχει ένας ουρανός να μας ακούσει;

Tα παιδιά βλέπουν τον ουρανό με τα μάτια τους, μιλούν μαζί του και δειπνούν, όπως γράφει ο Γιώργος Σαραντάρης κι ύστερα θυμούνται τον ήλιο που γελούσε και δάκρυζε. Κι ύστερα γράφουν. Υπάρχει ένας ουρανός να τ’ ακούσει;
Τα χαϊκού που ακολουθούν είναι πειραματισμοί στην ποιητική γραφή μαθητών και μαθητριών που πραγματοποιήθηκαν στο Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής του Καλλιτεχνικού Γυμνασίου με Λυκειακές Τάξεις Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2015-2016 με την εμψύχωση της συγγραφέα και φιλολόγου Αλεξάνδρας Μυλωνά.
(α΄ γυμνασίου: "Πόλη - Φύση", β΄γυμνασίου: "Πόλεμος  -Ειρήνη", γ΄γυμνασίου: "Τέλος - Αρχή")



Α΄ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΠΟΛΗ - ΦΥΣΗ


Πόλη

(Ανώνυμος καλλιτέχνης του δρόμου)


Δεν αντέχω την πόλη
τ’ αμάξια τη βουή
φοβάμαι.

                      Γιώτα Κατσιούλα


Παντού στο δρόμο έργα.
Πότε θα τελειώσει
το μετρό;

                      Νικόλας Λουλούδης


Η πόλη φυλακή
κι εγώ απ’ το μπετόν
αποκλεισμένη.

                      Στάθια Μυρίδου


Μαγαζιά χτίζονται ξανά
κέντρα εμπορικά
πολυκοσμία.

                      Ευμορφίλη Πουρσανίδου


Άνθρωποι που περπατούν,
γιατί άραγε μιλούν;
Για μένα;

                      Μαρία Τσιάνταλη


Αυτοκίνητα πολλά
μαύρα, γκρι, σκοτεινά
πολιτεία.

                      Μαυρέτα Τσιρλιγκάνη


Φεύγω απ’ την πόλη
τη μισώ. Μπούχτισα,
πάω στο χωριό.

                      Πολύδωρος Λαπιδάκης


Το παράθυρο ανοίγει
άπλετο άσπρο φως
Θερμαϊκός

                      Στέλλα Νικολαΐδου


Ένας πύργος Λευκός
μια θάλασσα πράσινη
Σαλονίκη

                      Κατερίνα Χατζηνάκου


Αυτοκίνητα, καυσαέρια
πολυκατοικίες
όλα γκρι.

                      Νικολέτα Ρεπανά


Bία στην πόλη
αίμα στους δρόμους
κάθε μέρα πεθαίνω.

                      Αλέξανδρος Κατιρτζής


Πώς μετράει ο χρόνος
μέσα στην πόλη;
Αναρωτιέμαι.

                      Κωνσταντίνα Σφακιανάκη



Φύση

(Κλοντ Μονέ, "Νούφαρα")


Πάει η φύση βρόμισε −
έχει κι αυτή ψυχή,
το ξέρεις.

                      Έλλη Γιαννικοπούλου


Αργά κι ωραία περνά
κάτω απ’ τη συκιά
η ώρα.

                      Κωνσταντίνα Σφακιανάκη


Ο καιρός αλλάζει
η φύση σπαράζει
ακόμα σε αγαπώ!

                      Μανταλένα Μπαλή


Η φύση γελά
σαν σε κοιτώ στα μάτια,
αγαπημένη!

                      Περσεφόνη Βασιλειάδου


Τα δέντρα ξανανθίζουν
μα εγώ έχω ήδη
μαραθεί.

                      Στάθια Μυρίδου


Η φύση είν’ όμορφη
δεν θα ’ναι όμως για πολύ −
άνθρωπος.

                      Ευμορφίλη Πουρσανίδου


Στο λιβάδι πεταλούδες
γύρω τριγύρω
παράδεισος

                      Μαυρέτα Τσιρλιγκάνη


Δάσος πυκνό τρομακτικό
Πού είναι ο λύκος
ο κακός;

                      Πολύδωρος Λαπιδάκης


Σήκωσα μια πέτρα
βρήκα μια θάλασσα
από αγάπη!

                      Στέλλα Νικολαΐδου


Χρώματα σχήματα κι εγώ
πράσινο κενό
Πού είμαι;

                      Ηλέκτρα Κερσανίδου


Αφρός στη θάλασσα
χιλιάδες κόκκοι άμμου
οι αναμνήσεις.

                     Νικολέτα Ρεπανά



Β΄ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΠΟΛΕΜΟΣ - ΕΙΡΗΝΗ


Πόλεμος

(Πάμπλο Πικάσο, "Γκερνίκα")


Φοβάμαι, μα ξέρω
πως ο εφιάλτης μου
τελειώνει.

                      Τάσος Μελετλίδης


Μισάνοιχτη πόρτα
μια βαλίτσα φεύγει
αέρας ορμά

                      Χρυσούλα Κουτσόγλου


Μια βόμβα ήταν
αίμα παντού
το ρούχο μου κόκκινο

                      Αριάδνη Μάζη


Με όπλα πληγώνουν
κατάστηθα την ειρήνη,
με σκοτώνουν.

Την ειρήνη γιορτάζουμε,
μα ο πόλεμος
καραδοκεί.

                      Νίκος Βαμβατήρας


Δεν είναι ηλιοβασίλεμα,
είναι βόμβες
 στη Συρία.

Κανείς δεν έσωσε
την ειρήνη −παιχνίδι
πουλημένο.

                      Μιχαήλ Κορίτσας


Ο χρόνος δεν υπάρχει
κι όμως τελειώνει
τώρα. Σε χάνω.

                      Σοφία Γιουβαρλάκη


Το παιδί κοιμάται
το πολυβόλο θερίζει
ΞΥΠΝΑ με!

                      Στέφανος Καλτζίδης


Τ’ οξυγόνο τελειώνει
Πρέπει να προλάβω
ΝΑ ΖΗΣΩ ΝΑ ΖΗ-

                      Χριστίνα Πόρναλη


Θόρυβος, φωνές
για να τρομάξουν κι άλλο
οι τρομαγμένοι!

Τι απέμεινε
από το χαρούμενο μας
λευκό χωριό;

                      Παναγιώτης Μαυρουδής


Βόμβες παντού
όλοι νεκροί.
Εγώ που είμαι;

                      Νίκος Φαλέγγος


Ζήλια φθόνος κακία
εχθροί πόλεμος
καταστρέφομαι

                      Ηλιάννα Σαλαβγιά



Ειρήνη

(Πάμπλο Πικάσο, "Το παιδί με το περιστέρι")



Όμορφο βλέμμα
δροσίζει το χώμα
ο πανσές ανθίζει

                      Χρυσούλα Κουτσόγλου


Λευκό πουλί πετά
κλαδί ελιάς που λάμπει
ειρήνη

Λευκό πουλί πετά
χαρούμενα παιδιά
στη λιακάδα

                      Ζήσης Βλασακίδης


Λευκό περιστέρι,
κλαδάκι ελιάς,
γαλάζιος ουρανός.

                      Αριάδνη Μάζη


Αν στην καρδιά μας
υπάρχει γαλήνη ναι,
έχουμ’ ειρήνη.

                      Σοφία Γιουβαρλάκη


Ειρήνη, περιστέρι
στον ορίζοντα.
Ποιος το φροντίζει;

                      Στέφανος Καλτζίδης

Ειρήνη δίκαιο
Αγάπη φιλία.
Μια ουτοπία;

                      Νίκος Φαλέγγος



Γ΄ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΤΕΛΟΣ - ΑΡΧΗ


Τέλος

(Σαλβαδόρ Νταλί, "Το πρόσωπο του πολέμου")


Η ζωή τελειώνει,
τώρα τι; Ξεκινάει
ο θάνατος.

                      Παναγιώτης Μεσινιώτης


Τους βλέπεις μακριά σου
πεθαίνουν μπροστά σου
ανοιχτές πληγές

                      Αναστασία Σαββίδου


Ο ουρανός βαρύς
το φως αδύναμο, χλωμό −
αρχή του τέλους.

                      Ιωάννα Ραμπότα


Τηλεφωνώ
να δω αν είσαι καλά.
Εσύ δεν απαντάς

Βροχερή μέρα.
Απ’ τ’ ακροδάχτυλα το φως γλιστρά
Κλαίω πάλι.

                      Στέλλα Κασιμίδου


Φως όλο φως παντού φως
ήλιος λαμπερός. Μετά
σκοτάδι

                      Ζωή Μπάτζιου


Ναι, για μας ήρθε το τέλος.
Δεν θα σε ξαναψάξω.
όχι.

                      Χαρά Καραγιαννίδου


Άρχισε έλαμψε
σταμάτησε έδυσε
τελείωσε

                      Περικλής Σπαθάρας



Αρχή

(Βίνσεντ Βαν Γκονγ, "Ανθισμένη αμυγδαλιά")


Η αρχή της ζωής σου
το θαύμα της δικής μου,
παιδί μου.


Θέλησα να φύγω,
εγκλωβίστηκα. Κι όμως
έπρεπε να ζήσω.

                      Αναστασία Σαββίδου


Να σωπαίνεις.
Αν θέλεις ν’ αγγίξεις τον ήλιο,
σώπα. Σσσς…

                      Ιωάννα Ραμπότα


Κάτω από έναν βράχο
τα δυο σου μάτια,
μια θάλασσα.

                      Άννα Κισσά


Χθες σήμερα αύριο
πριν τώρα μετά πιο μετά
σε θέλω.

                      Ζωή Μπάτζιου


Ένα δάκρυ −
δεν είναι τίποτα σπουδαίο
που έφυγες

                      Χαρά Καραγιαννίδου


Με φοβούνται
τα μάτια μου κλειστά
μα περπατάω

                      Ιωάννα Γκράτζιου