Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Νίκος Λάζαρης, "Το δάσος των εκρήξεων"




ΑΠΛΕΤΟ ΦΩΣ


Με δέος θα περάσουμε
κάποτε κοντά
από την ιδιαίτερη οσμή
της τρυφερής σάρκας
παγιδευμένης στο στενό
στόμιο του κρατήρα.

Λάμνοντας οι κωπηλάτες
θα σκίζουν το νεφέλωμα
στη γαλάζια φτέρνα του πρωινού
που σαν αναποδογυρισμένη καμπάνα
κρέμεται από ψηλά
την ώρα που ο άνεμος
ξεμαλλιάζει τα κύματα
και τα παιδιά παίζουν
με παιχνίδια πλαστικά
έχοντας τα χέρια τους
σταυρωμένα χιαστί
και τα εντόσθιά τους φωτισμένα
από ένα άπλετο
τηλεοπτικό φως.





ΞΕΝΑΓΗΣΗ


Με την άνεσή σας λοιπόν
μπορείτε να θαυμάσετε το θαύμα
της τέλειας αντιστοιχίας των πραγμάτων
όπου όλα ελέγχονται με ακρίβεια
στο πεδίο της διαδοχής
τη γεύση αφαιρώντας από τον καρπό
το νόημα ουσιαστικά αλλοιώνοντας
κρατώντας το χέρι μας μην υψωθεί
πλάι στο άρρωστο κορμί
που λιώνει κάθε μέρα
σαν αφίσα σ’ έναν
αόρατο τοίχο.





ΕΔΩ


Ένα πανέρι με αστέρια
παρατημένο στη μέση
του έρημου κάμπου
μια βροχή από άρματα
γλιστρώντας στον ώμο
μιας θύελλας σπασμένης
μια δύση από ματωμένα
σύννεφα· η μελαγχολία
των έγκλειστων ψυχών.

Εδώ κείτεται η ζωή τους
(θρυμματισμένη όπως
μια πέτρα βαριά
στο νταμάρι).





ΕΤΣΙ


Από τόπο σε τόπο να πλανηθώ
το στόμα μου αναμμένο καθώς πυρά
χωνεύοντας τους κρότους
και τις κραυγές
κλωσσώντας τη σιωπή
στα μοναχικά παγκάκια
τη φρίκη μαντεύοντας
πίσω από κλειστά παραθυρόφυλλα
και νάυλον καρδιές.

Έτσι να κριθώ:
σαν ένα ράγισμα ξαφνικό
στον καθρέφτη σας
όπως μια ύλη εύφλεκτη
στο γυάλινο μάτι
του απογεύματος.





Από τη συλλογή «Το δάσος των εκρήξεων» (1978).
Πηγή: «Νίκος Λάζαρης, Η ένταση είναι διαρκής [Ποιήματα 1975-2002]»,
Τυπωθήτω / λάλον ύδωρ, 2007.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Τούμας Τράνστρεμερ, "Η πένθιμη γόνδολα"




Φύλλο απ’ το βιβλίο νυκτός

Μια μαγιάτικη νύχτα με κρύο φεγγαρόφωτο
αποβιβάστηκα
εκεί που το χορτάρι και τα λουλούδια ήταν γκρίζα,
αλλά η μυρωδιά πράσινη.

Πήρα ευκίνητα τον ανήφορο
στην άχρωμη νύχτα,
ενώ λευκές πέτρες
κάνανε σήματα στο φεγγάρι.

Ένα χρονικό διάστημα
μερικών λεπτών μήκους
πενήντα οχτώ λεπτών πλάτους.

Και πίσω μου,
πέρα απ’ τη μολυβένια λάμψη των νερών,
υπήρχε η άλλη ακτή
κι εκείνοι που εξουσίαζαν.

Άνθρωποι με μέλλον
αντί για πρόσωπο.




Από το νησί το 1860

Ι

Μια μέρα που ξέπλενε τα ρούχα στην προβλήτα
το ψύχος της θάλασσας ανέβηκε στα μπράτσα της
και μπήκε στο κορμί της.

Τα δάκρυα πάγωσαν, έγιναν ένα ζευγάρι γυαλιά.
Το νησί υψώθηκε από μόνο του στο χορτάρι
και η σημαία από μικρές ρέγκες κυμάτισε στον βυθό.

ΙΙ

Τον πρόλαβε και το σμήνος της ευλογιάς,
απλώθηκε στο πρόσωπό του.
Είναι ξαπλωμένος και κοιτά το ταβάνι.

Τέτοιο κωπηλάτημα στον ανήφορο της σιωπής.
Η κηλίδα του παρόντος που ρέει αιώνια.
Η τελεία του παρόντος που αιμορροεί αιώνια.





                         Χαϊκού
                                Ι

Αγωγοί ηλεκτρικού
τεντωμένοι στο βασίλειο του ψύχους
βορείως κάθε μουσικής.


                               *

Ο άσπρος ήλιος
ασκείται μόνος στο τρέξιμο προς του
θανάτου το μπλε βουνό.


                               *

Πρέπει να ζήσουμε
με τα ψιλά γράμματα του χορταριού
και το υπόγειο γέλιο.



                               *

Ο ήλιος πάει να δύσει.
Οι σκιές μας είναι γίγαντες.
Σε λίγο όλα σκιά.




Καταχείμωνο

Ένα μπλε φως
ξεχύνεται από τα ρούχα μου.
Καταχείμωνο.
Ντέφια από πάγο που κουδουνίζουν.
Κλείνω τα μάτια μου.
Υπάρχει ένας άφωνος κόσμος,
υπάρχει μια ρωγμή,
όπου γίνεται λαθρεμπόριο
νεκρών.



Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου



Από τη συλλογή «Η πένθιμη γόνδολα», που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Tomas Tranströmer - Τα ποιήματα», εκδ. Printa, 2004


Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Πέτρος Σκυθιώτης, "Συνθήκη ισορροπίας"




2.

Ο άνθρωπος-οριγκάμι
τσάκιζε απ’ όλες τις πλευρές
και στο τέλος πήρε
τη μορφή
ανθρώπου
με χάρτινο σώμα
και ψυχή κομμένου δάσους
γι’ αυτό και οι Ιάπωνες
τον ονόμασαν
ποιητή




3.

Αν η ποίηση ήταν
μια διαρκής αυτοψυχανάλυση
τότε οι ψυχολόγοι θ’ άρχιζαν να γράφουν

αν οι ψυχολόγοι άρχιζαν να γράφουν
τότε θα γίνονταν πελάτες
των ποιητών




7.

Είχα πάει κι εγώ τελικά
δε γινόταν αλλιώς
βρισκόμουν ανάμεσα σε χιλιάδες
ανθρώπους
κάποιος μας οδηγούσε
πρώτη φορά που τον έβλεπα
μα τον ξεχώρισα
από το πορφυρό στα χέρια
εμείς ακολουθούσαμε
είχα μια ζωή στα χέρια μου
είχε τη ζωή μου στα χέρια του
και σιγά σιγά όλο και της έβγαζε
τις φωνητικές χορδές
και περνούσε καλώδια
και ηχεία στο φουλ
να διακηρύσσουν την δημοκρατία
του

ποδοπατήθηκα μαζί με τους άλλους
ποδοπατήθηκα
κι ούτε που μίλησα




14.

Είχαν τότε φέρει από πολύ μακρυά
κάτι φωτιές
που τις ονόμαζαν
έρωτες
τις άπλωσαν δίπλα δίπλα
και φώτιζαν
όλο τον ουρανό

άνθρωποι μαζεύτηκαν πολλοί πάρα πολλοί
που τις ψάχναν από καιρό
και φώναζαν σα να μη ξαναείδαν

θαύμα στη ζωή τους




16.

Τα όνειρα
σαν τα ρούχα τα παιδικά
αλλάζεις αλλάζεις
κι έρχεται
η στιγμή
που πια δε χωράς
όσο αγαπημένα κι αν
ήταν




20.

Ακόμα κι αν οι κόκκοι άμμου
μετατραπούν
σε ανθρώπους
η έρημος παραμένει έρημος




Από τη συλλογή «Συνθήκη ισορροπίας», εκδ. θράκα 2014

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Λεωφορείο παραθαλάσσιας διαδρομής"

                         


            Σ΄ ευχαριστώ λεωφορείο…


Σ’ ευχαριστώ λεωφορείο
που με τριγυρνάς
από θέρετρο σε θέρετρο,
κάθε μέρα μ’ ελάχιστο εισιτήριο,
χαίρομαι να σε απολαμβάνω,
τόσες ακρογιαλιές, ήλιους αλαβάστρινους,
ομπρέλες θαλασσινές,
γυναικόπαιδα να πηγαινοέρχονται στις πλαζ,
έγχρωμα κορίτσια να ανεβοκατεβαίνουν στις στάσεις,
κάποια να κάθονται στις διπλανές θέσεις

σα να μου λένε:  είμαστε τα πλάσματα των ποιημάτων σου.





          Βαθύ μεσημέρι στο κέντρο της πόλης


Το μεσημέρι ερημώνουν οι δρόμοι.
Με αναλογική ταχύτητα αυξάνουν οι ζητιάνοι κι οι μισότρελοι.
Η ζωή δείχνει το στρεβλό της πρόσωπο,
κι ο ήλιος, βουβός, μοιάζει ν’ αφαιρεί από όλες τις γωνίες της πόλης
τις κρυψώνες ομορφιάς.
Ή μάλλον ο ήλιος παραπλανά: σε μια γωνία,
μια σερβιτόρα σε ένα καφέ,
σφουγγαρίζει την είσοδο του μαγαζιού
καθαρίζοντας τ’ απόνερα της καλοκαιρινής βροχής που προηγήθηκε.
Η σκούπα σα να διαπερνά
με την ορμή της
το σκυμμένο μπούστο της κοπέλας, τα γυμνά στήθη που χαμογελούν

κάτω από το μισάνοιχτο πράσινο πουκάμισο.





             Σχόλιο για το λάφυρο της μέρας


Αυτό που μένει συνήθως
δεν είναι αυτό που ψάχνεις
αλλά το εμφανώς κατώτερο
γήινο και χειροπιαστό,
μια μετρίου αναστήματος κοπέλα,
μαύρο μαλλί, πρόσωπο που θα μπορούσε να είναι υγρό και βαθύ αλλά δεν είναι,
μπλε φόρεμα,
ένα κορμί μεστό που αδυνατώ να
 προσδιορίσω
αν είναι όμορφο ή όχι,
βλέμμα χαμηλό με μια υποψία πράσινης αλέας στο βάθος,
μια νωχέλεια και αδεξιότητα στην κίνηση,
βαδίζει στον παραλιακό πεζόδρομο μαζί με τους γονείς της,
αμφιταλαντεύονται για μια ταβέρνα
αν πρέπει ή όχι να καθίσουν.



Ιγνάτης Χουβαρδάς



Πρώτη δημοσίευση


Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Χρήστος Τουμανίδης, "Αστάθμητα"




ΔΕΝΤΡΑ

Τα δέντρα στο δάσος με το πράσινο φως
-τα άγρια δέντρα, οι φρουροί των καιρών-
δεν ξέρουν τα όπλα,
το αίμα,
   τη σιωπή-
Ξεφεύγουν.

Τα μοναχικά δέντρα των λόφων,
έρμαια των ανέμων,
πεθαίνουν ήρωες
κρατώντας την καρδιά τους χωρίς ουρανό.
Γεμάτη πουλιά −

Η σιωπή των ανθρώπων ποτέ δεν τα γνώρισε.

Τα δέντρα που τρέχουν
-τα δέντρα που στέκουν φρουροί των καιρών-
ζητούν τον ουρανό μας.




ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ

Φωνές, χειρονομίες ακυβέρνητες-
Και η νύχτα μεγάλωνε.

Πρόσωπα ρημαγμένα από την έγνοια.
Το ψωμί και το αύριο· ένα μαχαίρι.
Η ζωή!

«Τα παιδιά μεγαλώνουν στο φόβο».

Κάθε λιόγερμα, τα παράθυρα χαμηλώνουν.
Ψηλά η θάλασσα-
Κομμένα σκοινιά.
Τα μάτια αρνιούνται. Είναι η ώρα.
«Πάλι δε βλάστησε ο ρυθμός»

Ακριβές ώρες γλιστρούσαν
μεσ’ από δάχτυλα χαλαρά,
και από κινούμενες καρέκλες.
Κεχριμπαρένιες χάντρες έπεφταν
-το χτες και το αύριο-
Γίνονταν άστρα. Στεναγμοί.

«Η νύχτα έγειρε στη μία»




ΛΕΥΚΟΤΗΤΑ

Λευκό το χαρτί ανένδοτο.
Πώς να υψωθείς;
Κι αυτό το παράθυρο του απογεύματος!

Έξω είναι μια άλλη λευκότητα:
ο καπνός, το μπετόν κι οι τροχοί.

Το πρόσωπό μου,
στο πρόσωπό σου
σκοντάφτει.
Μαύρο το ρούχο στην ταράτσα.
Το μάρμαρο της σκάλας μαύρο.
Πιο μαύρη η άσφαλτος.

-Οι καμινάδες, ξέρεις,
μέσα μας αναπαύονται.
-Καληνύχτα.

Πώς να υψωθείς!

Έτσι μένουμε τα βράδια στο Αιγάλεω.
Χωρίς άλλοθι.
Με τη γέφυρα της ποίησης·
πεσμένη.






Από τη συλλογή «Αστάθμητα», 1978, όπως ανθολογούνται στο βιβλίο «Σαν κομπολόι Λιθαριάς» (Αθήνα, Καλοκαίρι 2010).

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Μελισσάνθη, "Τρία ποιήματα"




ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

Μέσα στο φως σου γίνομαι πουλί
και τραγουδώ όλη μέρα σαν το σπίνο.
Μιας πεταλούδας παίρνω τα φτερά
τα θεία και ολόασπρα σαν το νέο το κρίνο.

Σφαλώ τα βλέφαρα μου, εντός μου φως.
Τ’ ανοίγω· φως παντού, όλο φως τριγύρα·
και λέω: Ήλιε τι θάνατος λαμπρός
μες σε μια τέτοια, θεία φωτοπλημμύρα!




ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

Απόψε είπα πως μ’ είχες πια κερδίσει,
που ρόδισαν οι πόθοι μου όλοι ανθοί.
«Μα πριν ή ο αλέκτωρ τρις φωνήσει»
Κύριέ μου, σε είχα πάλι απαρνηθεί.

Με κρυφοκαίνε ακόμα πάθη, μίση,
− δεν έχουν οι αμαρτίες μου πια σωθεί −
Της χάρης σου αν ανοίξει μόνο η βρύση
τότε κι η υδρία μου ίσως πληρωθεί.

Το τι μαρτύρησα απ’ τη νύχτα εκείνη,
που άδεια άφησα τη νυφική μας κλίνη
κι αρνήθηκα στα μάτια να σε δω!

Κοίταξε, αν δεν πιστεύεις, τις πληγές μου
δος μου το χέρι σου· να, εδώ, κι εδώ.
Λοιπόν, μ’ αναγνωρίζεις τώρα; πες μου;




ΤΟ ΕΞΩ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΣΑ

Αόριστα βλεπόταν στο γυαλί καθώς
το φως άναβε μιαν αντανάκλαση
μέσα στο τζάμι
κι άξαφνα, είχε μεταφερθεί μαζί με το πολύφωτο
και τα έπιπλα έξω στη βροχή
Έμπλεκαν τα μαλλιά της στα πυράκανθα
που τυραννούσε η θύελλα
κι έμεναν ανέπαφα
Άχνιζε το φλιτζάνι του τσαγιού
σκαρφαλωμένο στο κλαδί που λικνιζόταν
κι ισορροπούσε
Τα δέντρα είχαν ξετρελαθεί απ’ τον άνεμο
ενώ στα ράφια αραδιασμένα τα βιβλία
έδιναν την εικόνα
της τάξης και της θαλπωρής
μιας κάμαρας φανταστικής μεταφερμένης
στη νύχτα και το ρίγος της βροχής.




Από το δίτομο έργο «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΘΟΛΟΓΗΜΕΝΗ», εκδ. Ινστιτούτο Διαδόσεως Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα 1980.
Ανθολόγηση, σχόλια, σημειώσεις: Γαβριήλ Πεντζίκης.

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Ηλίας Τσέχος, "Ή σταγόνα ή ωκεανός"






Η δια καύσεως ταφή
Τόπος χλοερός

Στα ύδατα της Στυγός ορκίζομαι
Δεν είμαι μύθος ή 17 Νοέμβρη
Νόμος οφθαλμών
Πτωχός και άγαμος
Οι χίλιοι ελληνικοί χοροί
Ο Ηράκλειτος
Οι στάβλοι του Αυγεία
Δεν είμαι ύπατος μαντείων αλάθητος
Η βολεμένη φάρα
Στο παντελόνι τσάκιση ευτυχισμένης μάνας
Στα ύδατα της Στυγός ορκίζομαι
Δεν είμαι




Λωτός

Είπε "διαιρώ το μηδέν"
Και εσκορπίσθη στο στερέωμα
Λωτός ανθίζοντας για αρετή
Για αντοχές χρυσάνθεμο
Αφήνοντας αναπνοές στα ίχνη
Το άπειρο μηδέν στα χείλη




Από τη συλλογή "Ή σταγόνα ή ωκεανός", εκδόσεις Η ΣΥΝ(+)είδηση, Νάουσα, 2011