Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Τόλης Νικηφόρου, εφτά ερωτήσεις στη στάχτη (ποιήματα για τη Σοφία, 3)





η αιώνια πηγή


όπως μέσα στα ερείπια ή το χιόνι
ανθίζει ένα πολύχρωμο λουλούδι
έτσι και μέσα από τα τραύματα
τη θλίψη και τη δυστυχία
ανθίζει η τέχνη
 
μέσα σε πυκνό σκοτάδι
είναι μεθυστικό το φως
ακόμη και μια του αχτίδα
χαϊδεύει τα μαλλιά
θαμπώνει τα δακρυσμένα μάτια





το άρωμα της ουτοπίας


το ποίημα δεν είναι λέξεις
με το μολύβι στο χαρτί
είναι μια απόπειρα να αιχμαλωτίσεις
το στιγμιαίο και ανέγγιχτο

τη λάμψη στα μάτια ή το χαμόγελό της
ένα φτερούγισμα στον ουρανό
ένα παιδικό όνειρο πριν το χάραμα

κάτι από το άρωμα της ουτοπίας





ισχυρισμοί


ο θεός, η φύση, οι ασθένειες
οι τυφλοί δυνάστες του κόσμου
ισχυρίζονται ότι σε πήραν μακριά
και ότι η φωτιά σε έκανε στάχτη

ας το καταλάβουν επιτέλους
οι κατά συρροή δολοφόνοι
ότι άρχοντας του κόσμου
είναι η αγάπη, αθάνατη
και μετά το τέλος του κόσμου





κόσμος ονείρου


θέλω να γράψω ένα ποίημα
στα χρώματα του ουράνιου τόξου
για να διαβάζεται στη γη
και να ευφραίνονται οι ψυχές

θέλω να γράψω ένα ποίημα
σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου
για να διαβάζεται όπου γης
κι όλοι οι άνθρωποι να γίνουν ένα

για όλους και για τον καθένα
θέλω να γράψω ένα χάδι, ένα φως
κάτι ως τώρα ασύλληπτο
αυτός ο κόσμος του εφιάλτη
να γίνει κάποτε κόσμος ονείρου





επιβίωση


όταν οι δυσκολίες της καθημερινής ζωής
πληθαίνουν και θεριεύουν απειλητικά
και νιώθω έτοιμος να καταρρεύσω
ορθώνεται αυστηρός στη μνήμη
ένας σκληρός παππούς ηπειρώτης
και καθώς με κοιτάζει ίσια στα μάτια
αφήνω ελεύθερη την τίγρη μέσα μου
και οι δυσκολίες τώρα μετατρέπονται
σε ήμερο κοπάδι φυτοφάγων

κλάμα και παρακάλια η ζωή περιφρονεί
απαράβατος νόμος της είναι η δύναμη





Από τη συλλογή «εφτά ερωτήσεις στη στάχτη (ποιήματα για τη Σοφία, 3)», Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2026.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Αντώνης Κάλφας, "Από εδώ. Από αυτήν εδώ την άδικη άκρη του κόσμου"




Από εδώ
Από αυτήν εδώ την άδικη άκρη του κόσμου
(επιλογές)


ΙΙ.

Αυτό που έρχεται ξεκίνησε από μακριά,
υπήρξε μια θάλασσα ανύποπτη
γεμάτη βλαστούς και φύκια,
δέντρα, τρεχούμενες κοιλάδες
και μαρμάρινες προτομές των παλαιοτέρων.
Τώρα, όμως, πρέπει να ζήσουμε στα ρηχά,
στα λίγα χόρτα και τους θάμνους
της νωπής ιστορίας, τώρα είναι η ώρα
της αυταπάρνησης, της ελάχιστης μνήμης
που και πάλι έρχεται ορμητικός ποταμός
να χωρέσει τα φάλτσα
της ιστορίας, τα τραγούδια των τσοπάνηδων
και τη μυρωδιά του ψωμιού.
Τώρα είναι η ώρα όχι του κοπετού
ή του μάταιου θρήνου
αλλά ο πείσμων χρόνος της ανάγκης μας
να μείνουμε χρήσιμοι, ασκητικά ευπρεπείς,
ψάλλοντας την έβδομη συμφωνία
για την πολιορκία του Στάλινγκραντ
του Σοστακόβιτς
ή το Μαουτχάουζεν του Θεοδωράκη
ενώ γύρω μας μαίνεται ο πόλεμος.





XIV.

Επειδή υπάρχεις επιτρέπεται να ζούμε
επιτρέπεται να αναπνέουμε τον ζωντανό αέρα
επειδή διά των δακτύλων σου
στερεούται το σύμπαν
η κίνηση των αστεριών και τα λεωφορεία
των τρυφερών προορισμών
στη ρημαγμένη γη·
επειδή νιώθουμε ανυπεράσπιστοι
επειδή νικηθήκαμε γιατί βρεθήκαμε
στη λάθος πλαγιά με λάθος λύκο
επειδή σε χρειαστήκαμε
και ζητήσαμε το όνομά σου
να θεραπεύσουμε τις χαίνουσες πληγές μας

Επειδή είναι κραταιός ο θάνατος
κι εμείς εφήμεροι
πρόσκαιροι σαν βροχή
επειδή σε συναντήσαμε στην βάσανο της ζωής μας
στη βαθεία αύλακα μιας λεωφόρου απέραντης
σαν τη μοναξιά
επειδή μετρήσαμε τα άνθη του κήπου
και φτιάξαμε
−λυπημένοι−
τον καλύτερο παράδεισο·
επειδή γνωρίζαμε ότι θα έλθεις
καπνίσαμε τα πιο βαριά τσιγάρα μας
μ’ όλα τα πάθη των φτωχών και των άστεγων
τραμβαγέρηδων
υπό το φως των σπάνιων ματιών της
Μαίρυλιν Μονρόε

Επειδή μας φίλησες στη μέση του κατάμεστου
ολόφωτου δρόμου
−και άλλος δρόμος δεν υπήρχε−
επειδή η μοναδική οδός σωτηρίας περιείχε τα
βήματά σου
τα απαλά σαν νύξεις ευλογίας, βαμμένα στο
ιώδιο της θάλασσας
επειδή μας έδειξες τις εικόνες της παιδικής
ηλικίας
τα ιχνογραφήματα μιας τέχνης παράξενης πια
και ξεχασμένης
επειδή βάζεις τα πόδια σου το ένα επάνω στο
άλλο
και ο πόθος ξεχειλίζει εις το μέσον σαν άνοιξη
σαν νήσος του Πάσχα ή σαν πυρίτιδα έτοιμη να
εκραγεί αυθορμήτως
Επειδή σε πληγώσαμε με τα αδέξια χέρια μας
όπως το κουρεμένο παιδί του ορφανοτροφείου
την πρώτη νύχτα του γάμου του
επειδή μας έταξες τη χαρά και μας πήρες
ολόκληρη την πίκρα και τα φαρμάκια
αυτού του αλλόκοτου κόσμου·
επειδή δεν έφυγες επειδή έμεινες επειδή
έσπρωξες τον θάνατο μακριά
και μας κράτησες στη ζεστή αγκαλιά σου
επειδή νύχτωνε και δεν είχαμε πού να
στεγάσουμε τις ελπίδες μας
επειδή κυοφορούσες το επόμενο θαύμα δεν
χαθήκαμε στο σκοτάδι του δάσους

Επειδή περπατούσες ολομόναχη και αλύγιστη
αγαπώντας τα φώτα των δρόμων και τις εισόδους
των πολυκατοικιών
επειδή τα συνοικιακά βενζινάδικα έχουν κάτι
από την μυρωδιά των ερωτευμένων
κάτι από τη λύπη των σακατεμένων σκύλων που
ψάχνουν τροφή
επειδή θυμόσουν τα παιδικά χρόνια στο χωριό
και τα πουλιά να ραμφίζουν
τα σταροχώραφα·
επειδή όλα αυτά αποκτούν καινούριο νόημα
επειδή κανένας δεν μιλούσε κι όλοι σε
κοιτούσαμε όπως το καμένο σπίτι
επειδή όλα σείονται και κροτούν
από τα θεμέλιά τους
κι ύστερα στροβιλίζονται μπρος στα μάτια μας

Επειδή υπάρχεις επιτρέπεται να ζούμε



*    *    *



Η ενδέκατη ποιητική συλλογή Από εδώ. Από αυτήν εδώ την άδικη άκρη του κόσμου του Αντώνη Κάλφα περιλαμβάνει 14 σκληρά, έκκεντρα λυρικά ποιήματα τα οποία επιμένουν να περιγράφουν αυτό που και σε προηγούμενα έργα του είναι ορατό: η αγάπη για τον τόπο, το μυστήριο του γενέθλιου χώρου από τη μια και από την άλλη ο έρωτας για τον άλλον. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως το κεντρικό θέμα του ποιήματος «είναι η ελλειπτική περιγραφή του βασικού ανθρωπολογικού δίπολου, που σύμφωνα με τον ποιητή χαρακτηρίζει τον σημερινό σύνθετο και αντιφατικό κόσμο. Αφενός μεν της κακότητας (χαμέρπειας) και αφετέρου της ομορφιάς» (Νικόλαος Γραίκος). Κι αυτό γιατί ο Κάλφας «είναι μια ξεχωριστή, ανθρώπινη πολλαπλότητα, δημιουργός με λαμπερές δημοσιεύσεις υψηλής εγγραμματοσύνης» (Βασίλης Καραγιάννης).
Εξετάζοντας το σύνολο της ποιητικής διαδρομής του Κάλφα, ο Ηλίας Κεφάλας υπογράμμιζε πως ο Αντώνης Κάλφας είναι «ο ποιητής της ανθρώπινης αναγκαιότητας για συλλογική θλίψη και ευφροσύνη, για κοινωνικότητα και αλληλεγγύη και, κυρίως, για ισόμοιρη αποδοχή του ηλιόλουστου της κάθε ημέρας. Οι πατρίδες των άλλων γίνονται πατρίδα δική του, η ανθρώπινη ιθαγένεια μέσω της ποίησης γίνεται οικουμενική και ενίοτε υπεργήινη, η νέα γλώσσα μια αρμαθιά πολυποίκιλων λέξεων με διακλαδισμένες καταγωγές από κάθε γωνιά της γης».
 
Κι ύστερα πιο κάτω
στον μακεδονικό ορίζοντα λελέκια
--στην Πύδνα, στην Αιανή, στις Γούλες, στο Τρανόβαλτο—
διακρίνεις τα σώματα στις βυζαντινές φωλιές του νερού
κι ακούς μωρά στους καλαμιώνες της λίμνης να θηλάζουν
στα πόδια της αιωνιότητας όσων αξίζει να αγαπηθούν

Από την έκδοση





Από την ποιητική σύνθεση «Από εδώ. Από αυτήν εδώ την άδικη άκρη του κόσμου», Παρέμβαση 2025.




Ο Αντώνης Κάλφας γεννήθηκε το 1956 στην Κατερίνη, όπου και ζει. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα (1974-1979), Μεσαιωνική και Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων (1980-1985), ενώ παρακολούθησε μαθήματα θεωρίας της λογοτεχνίας & της Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο της Konstanz (1987-1989). Από το 1990 εργάζεται ως φιλόλογος στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση.
Έχει γράψει τα ποιητικά βιβλία: Έκταση της αισθηματικής ηλικίας (1980), Πρωταθλητές μικρών αποστάσεων (1985), Σημειώσεις για την αθωότητα (1992), Ωδή στην ευρύχωρη απώλεια (1995), Πληγώματα και φαρμακείες. Σχόλια για την ποίηση και την ποιητική (2002), Χρόνια της ομίχλης [δίγλωσση έκδοση, ελληνικά-γερμανικά] (2006), Με τα διασωθέντα της πίστης κειμήλια. Επτά μακεδονικές ιστορίες (2009), Εκ πείρας έρωτος (2014), Το τελευταίο τσιγάρο (2017), Κρύπτες στον παράδεισο (2023) και τις μελέτες Ο μαθητής ως αναγνώστης [Η διδασκαλία των λογοτεχνικών κειμένων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ένας αναλυτικός-περιγραφικός βιβλιογραφικός οδηγός] (1993, 1998), Η εκδοτική δραστηριότητα στην Πιερία (1918-1999) [Συμβολή στην καταγραφή της μακεδονικής βιβλιογραφίας. Βιβλία-Φυλλάδια] (2000), Ο Συνοικισμός Ευαγγελικών της Κατερίνης (1923-2000) [Τοπική ιστορία και κίνηση των θρησκευτικών ιδεών (Σε συνεργασία με τον Πάρη Παπαγεωργίου)] (2001), Λογοτεχνικές εκδόσεις, μαρτυρίες και αφηγήσεις στην Πιερία (1918-2010) (2011).
Ποιήματά του και εργασίες έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες, περιοδικά και εφημερίδες.



Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Αθηνά Ξανθίδου, "Χρωστήρες"





Στα τυφλά


Στα τυφλά τον ουρανό περπάτησα
Άγονες ράγες στη γη κυοφόρησα
Παράλληλες ζωές, θανάτους έζησα
Τάλαντα δέκα στις παλάμες
και οι τσέπες άδειες

Πόσο άργησα πολύ το κάδρο μου να σπάσω!





Ξέχασε η μέρα να φορέσει τα καλά της


Θέλησα κάποια μέρα
λαθρεπιβάτις στης ζωής μου το βαγόνι να βρεθώ
να ξεγελαστεί το χρέος

Στάθηκα κάποια μέρα
κόντευα ν’ αγγίξω το όνειρο
Και ήταν τότε που με πρόδωσε ο χρόνος





Χρωστήρας του κύματος


Ξεφυλλίζοντας βιβλία
προχωρώντας σε πορείες ορφανές
βήμα-βήμα
ένα κομμάτι ουρανού το μερτικό μου
Σε περίμενα
και ζωγράφιζα τις άστεγες άκρες των ονείρων
κι όλο έστρωνα και ξέστρωνα βιαστικά
τις άτακτες σκέψεις των χαμένων οριζόντων
Σε περίμενα
με τον χρωστήρα στο κύμα
κι όλο μιλούσα στην ομίχλη
και σ’ ένα φεγγάρι βουτηγμένο στη φωτιά





Πήρα πίσω τις στάχτες


Μια μέρα που έβρεχε και έσβηναν οι φωτιές
με τον ιδρώτα να στάζει αίμα
λαχτάρες αγίνωτες, ουλές οι μνήμες αναδεύτηκαν

Θα πάρει άραγε ο κάματος ανταμοιβή;

Στη στάχτη του χρέους ορθώνεται το ανάστημα
όσων δεν ζήσαμε





Χάικου


Στα φυλλώματα
Τα πάθη μας κρυμμένα
Βραχνά τζιτζίκια


            *   *   *


Η ανατολή
Δυο ζωές μου χρωστάει
Και μια κλεμμένη


            *   *   *


Και επιστρέφεις
Μοναξιά της ερήμου
Μόνος και πλήθος


            *   *   *


Όλο ανθίζω
Καταρράχτης που πέφτεις
Και με ποτίζεις





Μία στοχαστική περιπλάνηση στη ζωή, τον έρωτα, τον χρόνο και τη φθορά. Στίχοι πλημμυρισμένοι με εικόνες και συναισθήματα, χρωματίζουν μια προσωπική αναζήτηση στα βάθη της μνήμης και τις αγωνίες της σκέψης.
Από την έκδοση





Από τη συλλογή «Χρωστήρες», εκδ. Ανάλεκτο, 2024.




Η Αθηνά Ξανθίδου γεννήθηκε και κατοικεί στη Νάουσα. Βαδίζει στα μονοπάτια της ποίησης από την εφηβική της ηλικία. Ποιήματά της της έχουν, κατά καιρούς, δημοσιευθεί σε ποιητικές ανθολογίες, λογοτεχνικά περιοδικά και στον τοπικό τύπο. Έχει αποσπάσει βραβεία και τιμητικές διακρίσεις σε πανελλήνιους και ευρωπαϊκούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές της συλλογές: Το Ανάγλυφο του «ΑΝ» (εκδ. Μπίμπης, 2004), Μία Μέρα (εκδ. Πλανόδιον 2010), Χρωστήρες (εκδ. Ανάλεκτο 2024).

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Πέντε ποιήματα"





ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ

                        Y yo me ire, y sere otro, sin hogar, sin arbol
                        verde, sin pozo blanco,
                        sin cielo azul y placido…
                        Y se quedaran los pajaros cantando.
                                                                                                                                  -
                                                        Juan Ramon
Jimenez


Καθώς περιτρέχω το άλμπουμ
με τις φωτογραφίες
ακούω τον κούκκο να φωνάζει:
Έζησε    και πέρασε
Έζησε    και πέρασε.

Κι εγώ χωρίς τόπο, χωρίς δέντρο
πράσινο, χωρίς λευκό πηγάδι,
χωρίς γαλάζιο ουρανό γαλήνιο… να διορθώνω:
Ήταν    μα δεν έζησε
Ήταν    μα δεν έζησε.


                                                Μάτι, 1.4.2025





ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΜΑ


Αυτό δεν είναι ποίημα.

Είναι ντροπή να γράφεις ποίηση μετά τη Γάζα,
θα ’λεγε κάποιος παλαιστίνιος Αντόρνο.

Είναι ντροπή να τρως    να διασκεδάζεις
ν’ αναπαύεσαι όταν παιδιά
λιμοκτονούν στην Παλαιστίνη.

Είναι ντροπή να είσαι οτιδήποτε
πέρ’ από άνθρωπος.
Είναι ντροπή να είσαι οτιδήποτε
πέρ’ από ένοχος.

Και συ, ηλίθια Χαμάς, τι πέτυχες;
Τις κάνουλες του αίματος ν’ ανοίξεις,
μια τρύπα μοναχά
στην κατακόκκινη πλημμύρα.

Τα όνειρα του Ισραήλ πραγμάτωσες,
στους μακελλάρηδες της Σιών προσφέροντας
αυτό που πάντα ήθελαν:

Μια παλαιστίνια Σοά,
μια παλαιστίνια Τελική Λύση.

                                             *

Απολαμβάνω το γεύμα μου
σαν να’ ναι πάντα το τελευταίο. Πλαγιάζω
στα καθαρά σεντόνια μου σαν να’ ναι πάντα
η ύστατη φορά.

Ο χθεσινός μικροαστός    αυριανός νομάδας, λέω.
Το χθεσινό σου σπιτικό    αυριανό ερείπιο.

Τίποτε σταθερό σ’ αυτό τον κόσμο
εξόν από τον θάνατο.
Ναι, απαισιόδοξος είμαι.
Σκοτεινός σαν τον Ηράκλειτο.

Πως δεν ακούτε την καρδιά της ζωής;
(Παραμερίστε της ομορφιάς το παραπέτασμα.
Παραμερίστε το πανέμορφο σύννεφο που καμαρώνει.
Παραμερίστε τα δέντρα    τα πουλιά,
τα γέλια των ανίδεων).
Ακούστε που χτυπά
− καμπάνα θλιμμένη στο ξόδι κάθε γέννησης.

                                             *

Δεν προσεύχομαι πια. Με τρομάζει
τόσο φως το καλοκαίρι. Το πρόσεξα.
Κάνει πιο έντονη των ουρανών την κουφαμάρα.
Καμιά λιτή δεν εισακούεται. Εκ πείρας μιλώ.
Ιούλιος ήταν
όταν πυρπόλησεν ο κεραυνός την προσευχή μου.

Ο χρόνος δεν μας ανήκει.
Είναι στα χέρια των Δυνατών. Αυτοί
του κεφαλιού μας την κάθε τρίχα έχουν μετρήσει.


                                                Μάτι, 31.5.2025





ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΙΝΑΙ

                        ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους
                                                                                                                       -
                                               Κώστας Καρυωτάκης


Καλοκαίρι είναι ο παιδικός γιαλός    λημέρι πια
των μπουκανιέρων.

Είναι οι τοίχοι που βράζουν
σαν το νερό στην κατσαρόλα.

Είναι η αποφορά
των στοιβαγμένων στα λεωφορεία.

Είναι ο άγριος άνεμος
που συναγείρει τους εμπρηστές,
συνεπαίρνει τα μπάζα    τα ξεσκλίδια
τα ξερόκλαδα.

Είναι η Ελλάδα που ερημώνει.

Είναι η ωρυγή των σειρήνων
η αγωνία των Canadair
πάνω απ’ τις καρδιές    τις ανομίες και τα δάση μας.

Είναι τα κάψαλα    οι στάχτες    η σιωπή.
Ο νοτιάς
που φέρνει τους άμμους απ’ τη Σύρτη.

Καλοκαίρι είναι τα ποντίκια που συνωστίζονται
μπροστά στους καταπέλτες των καραβιών.

Είναι οι θλιβερές οικογένειες στις παραλίες,
το μάταιο κυνήγι των διακοπών.

Είναι το Τίποτα
που λιάζεται διάσημο στη Μύκονο.

Καλοκαίρι είναι η ατέρμονη πορεία,
η παραλία που κατάντησε ανία
με ομπρέλες    φασαρία    εξουθένωση
− άρρωστη    γεμάτη ξαπλώστρες
μολυσμένη από εμπόρους και σώματα.

Καλοκαίρι είναι ο θάνατος
του φίλου    και του άστεγου,
είναι ο ψόφιος γάτος που σαπίζει
μες στα σκοίνα.

Είναι το νερό που λιγοστεύει.
Είναι η δίψα που έρχεται.

Είναι η φλόγα μέσα σου που ικετεύει τη Στύγα,
οι άγγελοι που ήρθαν νωθροί,
πρόθυμοι μόνο για χασίσι.

Είναι το Μάτι που καίγεται ακόμη,
οι νεκροί που κολυμπούν μαζί σου.

Είναι το παιδί στη Γάζα που πεθαίνει,
οι ξενόφερτοι γλαύκοι στα νερά του Αιγαίου.

Καλοκαίρι είναι η λαγνεία,
καρότο που
ο ήλιος μας πετά όταν το βίτσιο του μας ψήνει
στην άμμο    στα ξωκλήσια    μέσα
σε πορνόσπιτα της νύχτας    Ελπήνορες εμείς
μεθυσμένοι από άνομες θεές.

Κι ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.


                                                Μάτι, 30.6.2025





ΕΞΟΔΙΟΣ ΧΩΡΟΣ


Στο μεγάλο σπίτι όπου έζησα
και ζω ακόμη
έχω εξαντλήσει όλα τα δωμάτια που μου αναλογούν
εκτός από ένα.

Οι πίσω πόρτες όλες εφτασφράγιστες.
Μόνο η ανάμνηση
κάποιες φορές τις ξεκλειδώνει,
μα είναι φάντασμα    όχι σάρκα
δεν μπορεί τίποτε να διορθώσει,
σε τίποτε αίμα και πνοή να μεταδώσει.

Επώδυνη δίχως αποτέλεσμα προσπάθεια.

Κάθε τόσο οι καμπάνες
ένα ξόδι αναγγέλλουν    θυμίζοντας πως
το δωμάτιο που απόμεινε,
(αυτό το ένα)
με την πόρτα του ολάνοιχτη
όλες τις μέρες κι όλες τις νύχτες,
δεν είναι δωμάτιο αλλά εξόδιος χώρος
ένα μοτέλ για όσους αύριο
ταξιδεύουν για τη Στύγα.

Δεσμοφύλακας ο θάνατος. Αυτός κατέχει
τα κλειδιά. Αυτός
κρατάει διάπλατη την πόρτα    αυτός
και θα την κλείσει    όταν
φλεγόμενη βάρκα η ζωή σου
πίσω στο τίποτα επιστρέψει
χωρίς ποτέ να μάθεις
γιατί λυπάσαι γι’ αυτή την ξενιτειά
που παίρνει ένα τέλος πια,
γι’ αυτή την ξενιτειά που τόσο γρήγορα αφήνεις.

(Πάντα φαντάζει σύντομη κι η πιο μακρόχρονη ζωή,
σύντομος κι ο πιο μακρόσυρτος πόνος).
Παράξενο να λυπάσαι
για ό,τι παρακάλεσες τόσες φορές τον Ύπνο:
εκεί    την ώρα που κοιμάσαι,
πριν να προκάμει
τα μάγια η Ροδοδάχτυλη να ξεδιπλώσει,
αθόρυβα κι ο Μέγας Θάνατος να ’ρθει,
ο αδελφός του.

Πώς γίνεται ολάκερη ζωή
με τόσους Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες
ασκήμια κι ομορφιά
πτώσεις κι ανατάσεις    πώς γίνεται
τόσος πόνος
σ’ ένα κουτάκι να χωράει ξύλινο
σαν γομολάστιχα σε σχολική κασετίνα;


                                                Μάτι, 22.10.2025





ΚΑΝΕ ΟΠΩΣ Ο BANKSY, ΠΟΙΗΤΗ


Τί να τους κάμεις τους εκδότες,
τους στίχους σου κλεισμένους σε τόμους
κι ανθολόγια.

Βγες αόρατος τη νύχτα
και γράψε σε μαντρότοιχους ποιήματα,
σε δρόμους και πλατείες
τα σονέτα σου.

Μοίρασέ τα
όπως πουλάει ο άλλος τα κουλούρια
ή γεμίζει με φυλλάδια
τα κατώφλια των σπιτιών.

Κάνε όπως ο Banksy, ποιητή.
Ιστόρησε τίς ομιλούσες ζωγραφιές σου
σε κάθε τοίχο πρόσφορο
στην ουτοπία και το όνειρο,
σ’ ερειπωμένους πήγαινε ναούς
σε κάτασπρα ξωκλήσια ή φυλακές

ώσπου
ο ήλιος κι η βροχή    ο νόμος και η τάξη
στης Λήθης τα κατάστιχα σε γράψουν.



                                                Μάτι, 23.10.2025

                    Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: «Balloon Girl» by Banksy.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons:
«The World of Banksy 2022, Brussels» (cropped).




Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.