Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2021

Μυρτιώτισσα, "Ποιήματα"





ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ
VII


Στο παραθύρι
κι αντικρινά μου
το ξερό δέντρο
για συντροφιά μου.

Κι η άγρια μπόρα
που κατεβαίνει
κι όλ’ η μαυρίλα
μέσα μου μπαίνει.

Τα λόγια ηχούνε
σαν κούφια εντός μου,
σκοτεινιασμένος
κι ο λογισμός μου.

Βουβή στου κόσμου
πια την αντάρα,
σα μια σπασμένη
παλιά κιθάρα…





VOLUPTAS


Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι εγώ.
Μεσ’ απ’ τα χρυσοκόκκινα μαλλιά μου
απ’ τη ματιά κι από τα δάχτυλά μου
της Ηδονής πετιέται το στοιχειό.
Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι εγώ.

Με ρόδα ευωδιασμένο έχω το στρώμα
κι επάνω του −μεθυστικό πιοτό−
χυμένο το αλαβάστρινό μου σώμα.

Όμως αγάπη μη γυρεύετε από μένα,
δε θα με ιδείτε εμπρός σας να λυγίσω
και πάνε τα τραγούδια σας χαμένα.

Μέσα μου άγριες νιώθω επιθυμίες
και τις ερωτευμένες σας καρδιές
πώς θα ’θελα να μπόρεια να μασήσω
μες στα λευκά μου δόντια, τα γερά,
σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά
και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω!

Δάκρυα δε θέλω· δε ζητώ,
παρά φωτιά για τη φωτιά μου,
τα σαρκικά φιλιά μου
στόμα που στάζει φλόγα να γευτεί.

Ω! τι με νοιάζει τότες κι αν κοπεί
το νήμα από της Μοίρας μου τ’ αδράχτι,
αφού θα νιώθω πως θα σκορπιστεί
από ηδονή το είναι μου σε στάχτη.





ΔΕ ΒΑΣΤΑΞΕΣ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ


Δε βάσταξες, αγάπη μου, στο δύσκολο ανηφόρι
κουράστηκες, παραπατάς,
παλεύεις με την παγωνιά και με το ξεροβόρι,
ωσότου, τέλος, σταματάς.

Γυναίκα εγώ, και σύρθηκα ψηλότερα από σένα,
κι ακόμα, βλέπεις, προχωρώ,
σαν τα πουλιά που επίμονα τραβάνε για τα ξένα,
και με σπασμένο το φτερό...





ΧΕΙΜΩΝΑΣ


Νάτος και πάλι που έφτασεν ο θλιβερός χειμώνας,
μου ψαχουλεύει την ψυχή το παγερό του χέρι...
Χλώμιασ η μέρα, κι η νυχτιά θα γίνει τώρα αιώνας.
Ώρες θα στέκω ν’ αγρικώ το μανιασμένο αγέρι.

Απόψε όσοι μου πέθαναν, ξανά θε να πεθάνουν,
τη συνοδεία τη νεκρική θ’ ακολουθήσω πάλι,
κι όταν ακόμη μια φορά κάτω απ’ τη γη τους βάνουν,
θα κρύψω μες στα χέρια μου τ’ αλλόφρονο κεφάλι.

Ω! πόσο μόνη θα αιστανθώ στην άδεια κάμαρα μου,
όταν κι ο ίσκιος των νεκρών π’ αγάπησα, μ’ αφήσει...
Με τι λαχτάρα θα το ιδώ το φως Σου ολόγυρά μου,
σα θά ’ρτει, Θε μου, τη ζωή γλυκά να μου θυμίσει!





ΚΑΙ ΛΕΩ ΚΙ ΟΛΗΜΕΡΙΣ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΑΜΑΙ


−Και λέω κι ολημερίς το συλλογάμαι
τ’ ανεξήγητο μυστήριο της ζωής.
Μας πέταξαν στην άκρη εδώ της γης
και στα στραβά δώθε και κείθε πάμε.

Μας δώσαν και μιαν άτιμη καρδιά,
που ν’ αγαπάμε μας εξαναγκάζει,
και τούτο είναι φριχτότερη σκλαβιά
κι απ’ όλες όσες νους ανθρώπου βάζει.

Βρισκόμαστε σε μιαν αιώνια πάλη,
μα είν’ η προσπάθεια τόσο κωμικιά!
Δουλεύουμε τον πόνο σαν σκυλιά
που γέρνουν στον αφέντη το κεφάλι.

−Μη δίνεις σημασία δα και τόση
σε πράμα που έτσι γρήγορα περνά!
Μια περιπέτεια είναι, θα τελειώσει
κι όλα θα ξεχαστούν παντοτινά.

Ίσως κι απόψε ακόμα −ποιος το ξέρει−
να πλέει εδώθε ο τρομερός ληστής,
με το καράβι αυτό που θα μας φέρει
έξω απ’ το στριφογύρισμα της γης!





Από το βιβλίο «Μυρτιώτισσα - Μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μπαλούρδο», εκδ. Γαβριηλίδης, 2002.

Μυρτιώτισσα: Λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου (30/1/1881-5/8/1968)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου