Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Πάνος Κυπαρίσσης, "Τα χειρόγραφα της βροχής"





ΦΩΣ ΟΡΥΧΕΙΟΥ


Σηκώνομαι νησί
μέσα από χάρτη βουβό
με ρίζες του νερού σκοτεινές
και σιωπές ιερές του θανάτου

Κρατώ νωπό τον πηλό
να υψώσω φύλλα κι αναρριχητικά·
πορφύρα ψυχής σε πέτρινους κήπους
χορτάρι του νου μου ασύλητο

Τραυλίζουν πένθιμα σύμφωνα
στο γαλάζιο που μ’ έθρεψε
στο αχ που ολοένα με ταξιδεύει
Μου λείπει καιρός που σ’ αγαπώ
πόθος αμίλητος
και χώματα της πατρίδας ασύρματα

Τις πληγές δεν μπορεί κανείς να σ’ τις πάρει

Μετρώ τον καιρό που λυγίζει στις άκρες
κι εκείνο που μέσα μου μεγαλώνει
καθώς ανεβαίνει ο ήλιος
και γλιστρούν καλοκαίρια πάνω σε ρόδες ζεστές





ΦΩΣ ΦΤΕΡΩΤΟ


Φύλακες γύρω
κι όρθιος χρόνος, σιωπηλός
Ανεβαίνει η χλόη στους τοίχους
ντύνοντας κείνο το κόκκινο που επιμένει
πάνω από χαλκεία κι εσοχές

Τους ζητώ όλους
σκάβοντας πίσω από θύρες βαθύσκιωτες
και συλημένα φεγγάρια

Τους γυρίζει η βροχή
κει που ξέχασαν το κορμί τους
κι έφυγαν δίχως αίμα, χλομοί
Βιαστικοί με λίγο ήλιο στους ώμους
και πρασινάδες στα γόνατα
καθώς σηκώνονταν
να διαβούν στον κόσμο τον άλλο

Γλιστρούν άγγελοι σκοτεινοί
πάνω από κυπαρίσσια μεσίστια
και χορτάρια που πάντα κρυώνουν
Δεν μιλούν
Χειρονομούν δίχως ήχους
βοσκώντας φως και σιωπή
χάνονται με τον άνεμο





Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ


Ξετυλίγει θρήνους ο τροχός
κουβάρια ζωής με τον άνεμο
Ποιος αυλός της σιωπής θα ηχήσει;

Μετράς τον κόσμο όπως μιλά
καιρός να μετρήσεις όπως τούτος σωπαίνει

Οργώνει τ’ αλέτρι κίτρινο και φθορά
Σκάβει χειμώνες στις φλέβες σου
ανεμώνες που ματώνουν στο χιόνι
Πουλιά της βροχής σιωπηλά
σμιλακιά που αγιάζει το πέλμα σου

Σιωπή και σιωπή
ώσπου ανοίγει πράσινο φύλλο
έγχορδο στα φτερά των ανέμων
και μελωδούν οι βλαστοί, κατοικούνται

Δίχως σκάλες ανεβαίνεις σε απίστευτη νίκη





ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ


Ποιος ανεβαίνει σκάβοντας;

Εξαντλείσαι απωθώντας ασήμαντο παρελθόν
καθώς ξετινάζεις στιγμές
σαν κυπαρίσσι
που βγαίνει από το θηκάρι του
λογχίζοντας ατέλειωτο θόλο

Βυθίζεσαι
ώσπου, ναυαγός σχεδόν
ανάβεις μεμιάς σαν έκπληξη
και καις όλες τις μνήμες





ΥΠΟΣΤΟΛΗ


Χαμηλώνει τώρα ο ουρανός
ώς τους πυλώνες της μνήμης που σήκωσες
τους φιλάει

Πώς επιστρέφει ένα φιλί
ύστερα από σαράντα χρόνια;
Από ποιους δρόμους
βρίσκει τρόπους και περνάει;
Ποια κλεψύδρα επιχρυσώνει τόση νοσταλγία;

Γλιστράει μια λάμψη από φαρέτρα ιαμβική
κι όλα τα σκοτεινιάζει





Από τη συλλογή «Τα χειρόγραφα της βροχής» (2003).
Πηγή: «Πάνος Κυπαρίσσης - Ποιήματα [1077-2013], Β΄ τόμος», εκδ. Γαβριηλίδης, 2016.

Στην εικόνα: Vincent van Gogh, “Wheatfield with Cypresses”, (1889).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου