Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

Σύλβα Γάλβα, "Τίτλοι αρχής"




              ΚΟΝΣΕΡΤΟ ΣΕ ΦΩΣ ΜΕΙΖΟΝ


Adaggio ma non troppo το αεράκι
με ξυπνάει, ρωτώντας με στο αυτί..
Πρώτα ένα ρίγος.. ναι, είμαι πάλι εδώ.
Έξω, οι φούστες των δέντρων ανοίγουν,
O νους, έτοιμος να σαλπάρει…
Σηκώνομαι  − το σπίτι ακόμα κρύο
και αλμυρό από τη νύχτα.
Ξεχειλίζει από τον κύλικα του μπαλκονιού
ο ήλιος πιτσίλισε τον διάδρομο...
Στα δυο μέτρα, με περιμένει ο μεγάλος φόβος.
Αφήνω κάτω τους αριθμούς μου.
Γυμνός, μπαίνω στο ναΐσκο του φωτός…

Φως allegro con brio!
Έξω, η φλαμουριά σε δίεση ευωδιάζει..
Τόσα πολλά τζιτζίκια στο πεντάγραμμο,
που ακούγεται το μεσημέρι!
Ταχύπλοα δοξάρια μας ακολουθούν.
Φως υγρό πορτοκαλιών πίνει η χρυσοπλόκαμος,
η Ωδή μου η ξυπόλητη
με τα δαντελωτά δάχτυλα πάνω στο Steinway
πάνω στα πλήκτρα
                                     και οι δυο πάνω στα πλήκτρα
μέχρι ν’ ανθίσουν −μέχρι να ξεραθούν
οι πράσινοι βλαστοί μας…

Largo στα κουρασμένα σεντόνια,
φαεινό το άλγος και ο ιδρώτας μάταιος..
Μ’ ένα βρεμένο μπεμόλ δροσίζω το λαιμό της,
προσκυνώ τα πέλματα που φεύγουν.
Πριν ακουστεί κανένας όρκος μαρμάρινος,
τρέχουν να  κρυφτούν στη σκιά του δρόμου…





                             ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ


Ένα βράδυ, ψάχνοντας κάτι,
κατέβηκε τη σκοτεινή σκάλα.
Άνοιξε δύσκολα. Το κλειδί είχε σκουριάσει.
Σιγά-σιγά συνήθισε το σκοτάδι
και άρχισε να βλέπει τα βουβά πράγματα:
μισοθαμμένα στο χώμα τα όστρακα
με τα ονόματα των ανεπιθύμητων..
Ήξερε ότι ήταν πολλοί αυτοί,
οι ερμοκοπίδες, οι μηδίσαντες,
οι φραγκοφορεμένοι,
με τα αργύρια στην τσέπη
και το μαχαίρι κρυμμένο..
Είδε ένα πίσω μονοπάτι, μια πόρτα ξεχασμένη,
σβησμένα ονόματα, παλιές εφημερίδες,
κάποιος με τα ονόματα στο χέρι,
κάποιος που έκανε μόνο τη δουλειά του..
Στη γωνία, κουκούλες και παράσημα,
σταυροί, για ανεκτίμητες υπηρεσίες προς το Έθνος,
προτομές, για αναγνώριση μετά θάνατον
επιταγές, για αναγνώριση εν ζωή..
Κλείδωσε και ανέβηκε τη σκάλα.
Πολλή δουλειά για έναν μόνο υπάλληλο,
θα έγραφε στην αναφορά του..





                       ΜΑΓΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


1-  «Το αίμα κολλούσε στα χέρια του».
Μόλις διάβασε τη φράση,
πέταξε το βιβλίο και έτρεξε να πλυθεί.

2- Πριν από μέρες,
είχε γράψει «σύκο» σ’ ένα χαρτί
και το άφησε.
Τώρα, το «ο» ήταν ζαρωμένο
και η γραμμή του «σ»  έπεφτε προς τα κάτω.
Μύριζε όλο το χαρτί φρούτο, ξεχασμένο στον ήλιο…

3- Έγραψε «φύγε». Ο αέρας άνοιξε την πόρτα..
Σηκώθηκε σκόνη και έκλεισε τα μάτια του.

4- «Όχι!»: κλειστό, κίτρινο − σαν το μάτι του γάτου.
Η κόρη, μια σχισμή για το φως
και στη μέση οι δυο κοφτερές λεπίδες
τεμαχίζουν το βλέμμα απέναντι..

5- «Φταίω…» έγραψε.
H λέξη απλώθηκε
και μαύρισε όλη τη σελίδα.

6- «Φταις!» του είπε.
Έφτυσε το θαυμαστικό, σαν κουκούτσι.
Ο άλλος μάζεψε το μπαλάκι της λέξης
την τύλιξε με αγκαθωτό σύρμα
και του την ξαναπέταξε

7- «ΦΟΒΑΜΑΙ» έγραψε ξανά..
    «ΦΟΒΑΜΑΙ»…
   «ΦΟΒΑΜΑΙ»
  «ΦΟΒΑΜΑΙ»
«ΦΟΒΑΜΑΙ»
Και βούτηξε μέσα στο όμικρον, που τον χωρούσε πια..





Προδημοσίευση από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Τίτλοι αρχής», που αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Στην εικόνα: Edward Okuń, «Latina: Musica Sacra», (1915).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου