Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Τόλης Νικηφόρου, "Φωτεινά παράθυρα"




με μάτια αθώα, μάτια εκστατικά

διαθέτει πρόσκληση διαρκείας
σε υποδοχές και δεξιώσεις
με αναμμένους όλους τους πολυελαίους
όμως εκείνο πάντα απουσιάζει

εκείνο πάντα επιλέγει
μια ανύποπτη στιγμή
κάποιον με μάτια αθώα
μάτια εκστατικά
μόνο στην ερημιά του

τότε αναδύεται στο φως το θαύμα




ουρανός

χάραμα
πράσινο φύλλο εσύ
μέσα στη νύχτα
και την έρημο του κόσμου
αγάπησέ με

αγάπησέ με
μ’ όλα τα πάθη
και τα λάθη μου
με της ψυχής το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο

άνοιξε τους κρουνούς
για να λουστείς
στις λέξεις και το βλέμμα
στις άκρες των δαχτύλων μου
νίκησε τη φθορά
το καθημερινό μας γκρίζο
μετάγγισε στις φλέβες μας πνοή

αγάπησέ με
δεν έχω άλλο κλαδί να κρατηθώ
άλλο ουρανό




αιωνιότητα

είμαι στα δώδεκά μου χρόνια
και κάτω απ’ το μπαλόνι μου
απλώνεται η πλατεία
με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια
μια ανοιχτή αγκαλιά
και μια αιωνιότητα

στα μέγαρα τριγύρω
σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος
με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια
για να χαμογελάσουν τα παράθυρα
ακούγοντας φωνές παιδιών
πατίνια και ποδήλατα
το ανοιξιάτικο ξημέρωμα
ηχεί στα καλντερίμια
μοσχοβολάει στο χώμα

όλα είναι σπίτι, φίλοι, γειτονιά
το αύριο είναι τώρα
κι όλα είναι φως




αχώριστοι

τα πρωινά με τη βροχή του φθινοπώρου
και τα πιο κρύα εκείνα του χειμώνα
όταν είμαι μόνος στο σπίτι
και τα ηλεκτρονικά τριγύρω ησυχάζουν
βλέπω συχνά μπροστά μου στο χαλάκι
να είναι μισοξαπλωμένο ένα αγόρι

παιδί της γειτονιάς και της πλατείας
μ’ ένα σωρό σημάδια στα καλάμια
διαβάζει ένα βιβλίο σιωπηλά
άλλοτε παίζει μόνο με το τίποτα
κι άλλοτε αφαιρείται
σαν κάτι να ονειρεύεται
κάτι να βλέπει ή να θυμάται

ποτέ του δεν ρωτάει για τους γονείς του
πού είναι τ’ αδέρφια του και οι φίλοι
ποτέ του δεν ρωτάει
πού είναι το ίδιο

δεν μου μιλάει
ούτε μου δίνει σημασία
μα όταν σπάνια στρέφεται σε μένα
το λυπημένο βλέμμα του σημαίνει
εγώ ποτέ δεν θα σ’ αφήσω

έτσι λοιπόν περνάμε εμείς οι δύο
τα πρωινά με τη βροχή του φθινοπώρου
και τα πιο έρημα εκείνα του χειμώνα
μόνοι, μαζί κι αχώριστοι για πάντα




φωτεινά παράθυρα

σαν κρεμασμένα από τον ουρανό
στην παγωμένη ερημιά του δρόμου
προβάλλουν σκόρπια εκεί ψηλά
και μες στη νύχτα εκπέμπουν
ένα χάδι απρόσιτο

για λίγο στέκεται με θαμπωμένα μάτια
ο οδοιπόρος που αγάπησε
αυτό το ξένο φως
από το χτες τόσο παράξενα οικείο
και τώρα τόσο μακρινό
όσο η άνοιξη ή ο έρωτας

μπορεί διστακτικά να φανταστεί
χείλη και μάτια να χαμογελάνε
χέρια ν’ αγγίζουν απαλά
μπορεί σαν μουσική σχεδόν ν’ ακούσει
λέξεις και φράσεις καθημερινές
να νιώσει μέσα στο σκοτάδι
ίσως κάποια ευτυχία

τα φωτεινά παράθυρα
σαν όνειρο ένας κόσμος μυστικός
για πάντα εκστατικός στη μνήμη




πεπρωμένο

σε μια ρωγμή του τοίχου
σε μια σχισμή του βράχου
στην έρημο άγριο φυτό
να ζήσω ήμουν ταγμένος
και ν’ ανθίσω

με τα ελάχιστα της γης
και τα πιο λίγα τ’ ουρανού
με το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
με το δικό σου χνώτο

να φλέγομαι ταγμένος
να φλέγομαι και να ονειρεύομαι
με όλες τις αισθήσεις μου
με την ψυχή μου

θα ’ναι δικός μας αύριο ο κόσμος





Από τη συλλογή «Φωτεινά παράθυρα», εκδ. Μανδραγόρας, 2014