Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ερωτικό"



ΕΡΩΤΙΚΟ

Στο βορεινό δωμάτιο του πλίθινου σπιτιού μένω κι αυτήν τη χρονιά με τον Χρήστο, παιδικό φίλο και γείτονα, μαθητή της πρώτης τάξης. Το κρεβάτι μου είναι δίπλα στο παραθύρι κι από εκεί ξαπλωμένος βλέπω την αυλή, στρωμένη με χοντρά χαλίκια και χορτάρια ανάμεσά τους. Αριστερά είναι η κορομηλιά, που κάτω από τον ίσκιο της παίζαμε τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και τώρα καμιά φορά, απέναντι, σε κοντινή απόσταση, το νεόκτιστο διώροφο των σπιτονοικοκύρηδων, που στην ταράτσα του κατέφευγε γλιστρώντας αθόρυβα ο Νίκος, ο περσινός συγκάτοικός μου, για διάβασμα πέρα δώθε με το βιβλίο στο χέρι, όταν οι φίλοι έκαναν αρμένικες επισκέψεις∙ δεξιά και πίσω ένα ψηλό ντουβάρι, τείχος, όριο φυσικό για το οικόπεδο, αλλά και για τη δική μας τη ματιά.

Έχουν φύγει οι μεγαλύτεροι συγκάτοικοι και πήρα τη θέση τους. Εγώ θα συμβουλεύω τώρα, είτε τον μικρό συγκάτοικό μου, που δεν λέει να ξεκοπεί από την ασφάλεια της οικογένειας και τις συνήθειες του χωριού, είτε άλλους μικρότερους, παραζαλισμένους από την βίαιη μεταβολή στον τρόπο της ζωής τους. Η νεαρή σύζυγος του σπιτονοικοκύρη, που μέχρι χτες κρατούσε το βιβλίο των γαλλικών και μας βοηθούσε στις εξετάσεις, με βλέπει ως υπεύθυνο άτομο πια, το ίδιο και τα άλλα μέλη της οικογένειας της, ο σύζυγός της, ο πυρρόξανθος, λιγομίλητος άντρας και τα δυο αδέλφια του. Νιώθω κάποιες αλλαγές μέσα μου, σαν να μεγάλωσα, σαν να σοβάρεψα, σαν να έφυγε για πάντα η παιδικότητά μου, σαν να γυρεύω άλλα πράματα, το βλέπω και στην συμπεριφορά των άλλων, κι όχι μόνο των σπιτονοικοκύρηδων, με αντιμετωπίζουν αλλιώς.

Είμαι στα δεκάξι, και θέλω να πηγαίνω στο σχολείο μόνο και μόνο για να βλέπω στα διαλείμματα μια μικρότερη μαθήτρια. Να βλέπω το χαμόγελό της, τα μάτια της, τα μαλλιά της, το όμορφο πρόσωπό της, τις κινήσεις της, το περπάτημά της, τη στάση της, τη μπλε ποδιά της με τον άσπρο γιακά, την τσάντα της, τη ζώνη της, τα λουράκια των παπουτσιών που αγκαλιάζουν τους αστραγάλους της. Πάω να κοιμηθώ και την βλέπω μπροστά μου, κοιμάμαι κι έρχεται στα όνειρά μου, ξυπνώ και είναι παρούσα, περπατώ και μου χαμογελά, διαβάζω και με διακόπτει για να την κοιτάζω, γράφω και με καλεί να γράψω το όνομά της, παίζω και αφαιρούμαι, έχω χάσει τον μπούσουλα, τα βρήκα μπαστούνια.
Ετοιμάζομαι το πρωί για το σχολείο, παίρνω μαζί μου ένα παντελονάκι που αγόρασα χτες για την γυμναστική. Κατηφορίζω προς τον κινηματογράφο Ολύμπιον, που προβάλει δυο έργα την εβδομάδα, δεν έχω χάσει ούτε ένα, από τον εξώστη του, κι ας απαγορεύεται, κι ας κάνουν ντου οι καθηγητές κάθε τόσο, να’ ναι καλά ο σινεματζής που μας ειδοποιεί μόλις τους δει. Προχωρώ προς τη γέφυρα. Από κάθε δρόμο, δρομάκι ή σοκάκι, αριστερά και δεξιά, έρχονται μαθητές και μαθήτριες με τα βιβλία ή τις τσάντες στα χέρια και κατευθύνονται προς το σχολείο. Συναντιούνται εδώ, σαν ρυάκια που ρέουν προς το ίδιο ποτάμι. Πάω στο σχολείο, την βλέπω στα διαλείμματα, ιδρώνω, ξεϊδρώνω, φυσώ, ξεφυσώ. Νομίζω πως με βλέπει, αλλά δεν είμαι και σίγουρος, «προς τα εδώ κοιτάει ή μήπως προσέχει κανέναν άλλο;»
Ανοίγω την πόρτα το μεσημέρι στο δωμάτιό μου κι αντικρίζω πάνω στο απλωμένο χαρτί, στο τύλιγμα για το παντελονάκι που άφησα το πρωί στο κρεβάτι, ένα τεράστιο ποντίκι ψόφιο κι εκατομμύρια άσπρα σκουλήκια να το τρώνε από χίλιες μεριές. Από πού ήρθε; Ποιος το έφερε; Πώς ξάπλωσε έτσι τόσο συμμετρικά ο πόντικας πάνω στο χαρτί; Είναι να απορείς! Πώς έφτασε ως εδώ έτσι μισοφαγωμένος που είναι; Βρώμισε το κρεβάτι κι όλο το δωμάτιο. Μαγαρίστηκε ο τόπος του ύπνου μου.
Κατέβηκε η μάνα μου και το καθάρισε. Τα πέταξε όλα κι έφερε καινούργια. Στρώμα, κουβέρτες, μαξιλάρια, ακόμα και το κρεβάτι.
Ωστόσο ένας κορυδαλλός φτεροκοπούσε στο στήθος μου.

Η μορφή της μικρής μαθήτριας, παιδί της πόλης μεγαλωμένο με κρέμες και μπεμπελάκ, με συνοδεύει παντού: στο σινεμά, στο γήπεδο, στις βραδινές χαρτοπαιξίες μέχρι τις τρεις. Δεν έχω νου για μαθήματα, δεν χορταίνω τον ύπνο μου, ξέχασα γιατί είμαι εδώ, βγήκα από τον ντορό, βρίσκομαι σε σύγχυση, έχω αποδιοργανωθεί εντελώς.
Μαζευτήκαμε ένα βράδυ κάτι βαρεμένοι και λέει κάποιος: «Πρέπει να λέμε στα κορίτσια τα αισθήματά μας».
Πήρα θάρρος. «Κι άλλος εκτός από μένα περνάει τα ίδια», σκέφτομαι.
Το επόμενο βράδυ παραμόνεψα έξω από το σπίτι της φίλης της που την είδα να πηγαίνει. Περίμενα μέχρι να βγει, μες το σκοτάδι. Την άφησα να πλησιάσει κοντά στην κολόνα του ρεύματος για να έχει φως και βγήκα απότομα.
– Θέλω να σου μιλήσω, είπα, χωρίς να καταλαβαίνω αν μιλούσα εγώ ή κάποιος άλλος.
Τρόμαξε το κορίτσι, έτσι ξαφνικά που είδε έναν αλλοπαρμένο να βγαίνει μέσα από τα σκοτάδια, και το ’βαλε στα πόδια.
Μετά σκεφτόμουν: «Τι βλακεία! και τι θα έκανα αν καθόταν να με ακούσει;» Δεν είχα σχεδιάσει τίποτα, δεν είχα υπολογίσει τίποτα, δεν μπορούσα να χειριστώ τίποτα, έτσι κι αλλιώς ήμουν χαμένος από χέρι, μόνον να το πω ήθελα, να το ξέρει.

Μια μέρα, στα κοντά, πήγαμε εκδρομή, από εκείνες που βαριούνται οι καθηγητές το μάθημα και υποδαυλίζουν τους μαθητές να το ζητήσουν από τη διεύθυνση, καθώς οι ίδιοι παριστάνουν τους υπεράνω. Πήγαμε στο καθιερωμένο μέρος, έκανε ο καθένας παρέα με τον όμοιό του και κάποια στιγμή που με έσφιξε η πείνα, πήγα να πάρω ένα σάμαλι από τον πλανόδιο πωλητή που ακολουθεί το σχολείο όπου κι αν πάει.
– Ένα σάμαλι, λέω
Έχς δραχμή ή να το γράψω; με ρωτάει ο Κώτσιος ο πωλητής.
– Γράψ’ το, λέω.
Κι ήρθε τότε εκείνη να κεράσει γλυκά στις φιλενάδες της.
Άκουσε το «γράψ’ το», σίγουρα, γιατί χλευαστικά ήχησε το γέλιο της ρίχνοντας μου μια λοξή ματιά.
Το απόγευμα που επέστρεψα στο σπίτι, το βρήκα πεντακάθαρο. Είχε κατέβει η μάνα μου αναπάντεχα. Επηρεάστηκε από τον ποντικό; Έπιασε στον αέρα αυτό το κάτι που μόνον οι μάνες το νιώθουν; Κι όπως καθάριζε, βρήκε την τράπουλα, την τύλιξε σε μια σακούλα νάιλον και την έβαλε κάτω από το στρώμα, για να καταλάβω ότι ξέρει τι βιολί βαράω τώρα τελευταία, σαν να μου έλεγε: «Τι τα θελτς αυτά τα χαρτιά ρα πιδί μ’; Ιμείς γι’ άλλα χαρτιά σι στέλνουμι, να μην τα ξαναπιάσεις στα χέρια σ’», κι έφυγε να προλάβει το λεωφορείο, χωρίς να με δει. Πήρα την τράπουλα και την έσκισα, δεν την ξανάπιασα στα χέρια μου, ούτε πρωτοχρονιά.

Την Κυριακή, στον υποχρεωτικό εκκλησιασμό, ανέβηκα στο υπερώο και στάθηκα μπροστά μπροστά. Από εδώ την έβλεπα σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας. Κάποια στιγμή με πήρε το μάτι της και κάθε τόσο έγερνε προς την φιλενάδα της και κάτι ψιθύριζε ενώ με κοιτούσε. Μ’ έπαιζε με τη γλώσσα της, με προκαλούσε σε διέγερση. Αναρωτιόμουν αν απευθύνεται σε μένα ή τον διπλανό μου, καθώς είναι πλάσμα ποθητό από κάθε αρσενικό.

Μετά από αυτό και παρ’ όλες τις επιφυλάξεις, έκατσα κι έγραψα ένα γράμμα. Έβαλα ένα ολόκληρο κομμάτι από τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα, που πρόσφατα είχα διαβάσει: «Τα μάτια σου, τα μεγάλα μάτια σου, μαύρα, όταν με κοιτάζουν, με τραβούν σαν μαγνήτης στα σκοτεινά βάθη κάποιας λίμνης, μου φέρνουν ζάλη και λιποθυμία … Είσαι ένα άσπρο περιστέρι ανάμεσα σε μαύρα κοράκια».
– Τι γραφς; Με ρωτάει η Ηλέκτρα, φίλη, συγκάτοικος και συμμαθήτρια που την γούσταρα σεξουαλικά και είχα ρίξει για πάρτη της αρκετές μέχρι τότε, αλλά ως εκεί. Ήμασταν και σαν αδέρφια ή σαν ξαδέρφια, κάτι μπερδεμένο τέλος πάντων.
Κάπως χαλάρωσα, πιάστηκα μπόσικος και την εμπιστεύτηκα, γιατί μου φάνηκε πως έδειχνε ένα ειλικρινές ενδιαφέρον, αυτή και η φιλενάδα της, σαν να καταλάβαινε τον πόνο μου.
– Θα το πάω εγώ, μου λέει.
Της το έδωσα με την ελπίδα να φτάσει το συντομότερο στον προορισμό του. Πέρασαν κάνα δυο μέρες κι ενώ περίμενα την απάντηση, άρχισαν αυτές να γελούν πίσω από την πλάτη μου.
– Εμείς είμαστε τα μαύρα κοράκια, άλλες είναι τα άσπρα περιστέρια, έλεγαν και ξανάλεγαν, με κοφτά γελάκια και υπονοούμενα.
Με έζωσαν τα φίδια. «Αμάν, άνοιξαν το γράμμα!»
– Καλά, πίστευες ότι θα το πάω; μου ’δωσε τη χαριστική βολή η Ηλέκτρα.
Ο κορυδαλλός στο στήθος μου που κελαηδούσε, σιγά σιγά έσκυψε το κεφάλι του, έχασε τα πούπουλά του, μαράζωσε εντελώς και σώπασε για πάντα.

                                                                                                          23/6/2010
                                                                                                    Γιώργος Σιώμος


Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο κορυδαλλός»Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2012