Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Γιάννης Κοντός, "Τα απρόοπτα"




Ανασκαφές 1972


Οι λέξεις κύλησαν από το στόμα.
Σβήσανε μες στο σκοτάδι.

Κοιτάζεις την άλλη μεριά του σήμερα
και

το άγαλμα του ποιητή σηκώνεται
ζεστό ακόμη, τινάζοντας το χώμα από πάνω του.

Τώρα κατεβαίνει τη Σταδίου
γελώντας δυνατά.

(Οι αρχαιολόγοι − οι τυμβωρύχοι
το ’βαλαν στα πόδια βρίζοντας.)





Η σκάλα


Όπως κατεβαίνεις σκάλα βαθιά
που τρίζει και το σκοτάδι
είναι υγρό και κολλάει πάνω σου.

Άξαφνα
παραπατάς.
Γκρεμίζεσαι.
Γύρω πορτοκάλια, ρολόγια και άλλα
είδη καθημερινής χρήσεως.

Ανάβουν φώτα και φωνές
από διάφορες μνήμες.

Μακριά ακούγεται σειρήνα.

Βέβαια δεν έρχεται κανείς.





Πάλι η βροχή


Εδώ μέσα δεν βρέχει.
Ο ουρανός είναι καλά καρφωμένος.

Πίσω από την παραπάνω τελεία
σας κοιτάζω που κλέβετε στο ζύγι.

Αυτός που περνά τώρα,
φοράει το κεφάλι του για καπέλο.

Ο καιρός το γυρνάει πάλι στη βροχή.
Ο ουρανός μπάζει νερά.

Έπρεπε να χρησιμοποιήσω ανεξίτηλη μελάνη.

Θα μείνει όμως ένα στεγνό τραγούδι
να σας τρομάζει.





Κίνδυνος στην πόλη


Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.

Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο
και ρίχνει στο ψαχνό.
Όλα τον δείχνουν − αλλά
κανείς δεν βλέπει.

Τρέχω − τρέχουμε.
Σκοντάφτω στον εαυτό μου.

Ο ποιητής παριστάνει
το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο.





Η ουσία των πραγμάτων


Μισοφωτισμένοι διάδρομοι.
Χτισμένες πόρτες.
Κυνηγάς έναν άνθρωπο για να μιλήσεις.
Τσαλαβουτάς στα νερά.
Σκοντάφτεις σε δεμένα χέρια.
Ανάβουν εκατομμύρια φώτα
πάνω απ’ το κεφάλι σου.
Σβήνουν.
Μετά σημαδεύουν τον πλαϊνό σου
και πέφτουν πάνω του σαν κοράκια.
Ένας τρίτος προσπαθεί να κλάψει.
………………………………………………………….
Βέβαια ωραία είναι η φιλοσοφία
και τα καλοβαλμένα πάρκα, ακόμη και οι αρχαιότητες
− δε λέω − αλλά εδώ η ζωή βρίσκεται στα τελευταία της.
Όπως χάνεται μια λίμνη όσο προχωρούν τα αποξηραντικά
έργα.

Και άρχισε να μας σκεπάζει ένα βουβό
λευκό χρώμα, σκληρό σαν πέτρα.





Από τη συλλογή «Τα απρόοπτα», (1975).

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Μελισσάνθη, "Προφητείες"




Ο ποιητής


Είμαι της ζωής ο αλήτης κι έχω για σκηνή
τη γαλάζια σκέπη
Φεύγουν και γλιστρούνε σαν πεντάρες οι ώρες
από τρύπια τσέπη
Πάνωθέ μου, κήποι κρεμαστοί οι ουρανοί
Στης νυχτιάς τον κλώνο
δρέπω τα όνειρά μου ξωτικές οπώρες
Απ’ τα νέφη δένω μαγικές αιώρες
και το στίχο απλώνω −νήμα τεντωτό−
από αστέρι σε άστρο για να περπατώ
Με ρυθμό χορού πηγαίνω και στο πλήθος βιαστικό
καστανιέτες κρούω τις ρίμες κι όλο τραγουδώ
Πλέκω υφάδια νεραϊδένια με το στίχο
υφαίνω σάδια
και στις δημοσιές τα στρώνω
Όπου με βολεί ξαπλώνω
οι φωνές δεν με σκοτίζουν
και φυσούν οι ιδέες χάδια
και με νανουρίζουν
Σμάρι οι κόσμοι από μελίσσια
στα ψηλά στριφογυρίζουν
Απ’ του απείρου την κυψέλη
μες στων στίχων την κερήθρα τα νοήματα περίσσια
στάζουν μέλι

Μαύρο αγκάθι αν μ’ αγκυλώσει
το φαρμάκι του ρουφάω με τα χείλη στην πληγή
και το αίμα μου κι εκείνο σαν γλυκό κρασί
που με δυναμώνει
Κι από τα μισόκλειστα ματόφυλλά μου
σαν απ’ της ψυχής μου κάποια χαραμίδα
της ζωής τα μυστικά κρυφοκοιτώ
Άστρα που κυλούνε και τα δάκρυά μου
στο λαιμό μου γύρα χάντρες τα περνώ
στη λεπτή αλυσίδα
δουλεμένου στίχου
Με το στόμα πάνω στο χρυσό μου αυλό
σαν γλυκό εραστή μου πάντα τον φιλώ
και τα πάθη σαγηνεύω φίδια με τα μάγια του ήχου

Νύχτα, με τα πόδια περπατώ γυμνά
ξεψυχούν λουλούδια
έξω απ’ τις κλεισμένες θύρες τα τραγούδια
Νύχτα δίχως φώτα η πόλη, σκοτεινά
Και περνώ κοιτώντας στ’ ουρανού τα πλάτια
τη ζωή στα μάτια.





Σφίγγες


Μέσα στα σκότη −ω, των πλασμάτων σπαραγμός−
σε τραγική είναι μόνωση οι άνθρωποι κλεισμένοι
Το σώμα ανάμεσά τους στέκεται ως φραγμός
κι αίνιγμα απρόσιτο ο ένας για τον άλλον μένει

Η απόγνωση το ερωταγκάλιασμά τους δένει
κι είναι το φίλημά τους αγωνίας λυγμός
Μα ό,τι κι αν κάνουν μένουν πάντα χωρισμένοι
μάταιος της αγάπης ο εναγκαλισμός

Κρεμιέται απ’ των ματιών την άβυσσο η ψυχή τους
βλέπει του νου να χάσκει ο απύθμενος γκρεμνός
κι ο ίλιγγος σαν κρασί μεθά την αίσθησή τους

Και μες στης νύχτας το μυστήριο τυλιγμένοι
με τ’ άστρα του καθώς τους ραίνει ο ουρανός
σαν Σφίγγες αντικρύζονται οι ερωτευμένοι.





Ησυχασμός


Της ανεμόδαρτης ψυχής μου η λίμνη ακινητεί
και λάδι απόψε χύνεται του ησυχασμού η γαλήνη
στην τρικυμία των παθών, απ’ τ’ ανοιχτό λαγήνι
που η φωτισμένη νόηση του πόνου μου κρατεί

Πλέοντας μέσα στου αχανούς την απεραντοσύνη
γαλάζιοι, απόψε, οι στοχασμοί μου ανοίγονται λωτοί
Κι ανάμεσα σε δυο άπειρα φαντάζει κρεμαστή
καθρεφτισμένη όλη η έναστρη νυχτιά σε μένα ως κλίνει

Μιας νέας επικάλυψης το φως δέχεται ο νους
στης έκστασης τους μαγικούς που υψώνεται ουρανούς
Κι όπως του κόσμου τ’ όραμα γερμένο αντιφεγγίζει

τη νύχτα αυτή στο τρομερό Μυστήριο προσεγγίζει
−Το θαύμα πότε γίνηκε κι ανάβλεψε ο τυφλός;−
Μέσα στου ανθρώπου την ψυχή γνωρίζεται ο Θεός!





Ίλιγγος


Κλεισμένη στου κρανίου μου το γρανίτη
η σκέψη μου οργιάζει και σφυρά
σκάβοντας σπήλαια κι άντρα φοβερά
με φαντασία διαβολικού τεχνίτη

Κι εμπρός σε βάραθρα που ο νους μου φρίττει
μ’ αακράτητην ορμή κατηφορά
Κάτου βογγούνε σκοτεινά νερά
σε χείμαρρου ξεχειλισμένη κοίτη

Της τρέλας ο ίλιγγος παραμονεύει
με του φιδιού το βλέμμα σαγηνεύει
και την τραβάει μαγνήτης στο γκρεμνό

Χίλια γυαλένια μάτια την κοιτούνε
λιθάρια, οι λογισμοί κατρακυλούνε
και ξαφνικά· πηδάει μες στο κενό.





Φρίκη


Απόψε ο νους μου έχει κλειστεί
μες στο κελί του το ρημάδι
Τις μαύρες σκέψεις παίρνει υφάδι
το ράσο πλέκει του ασκητή

Μα ως στημονίζει την κλωστή
του λύχνου σώνεται το λάδι
κι από των τρόμων το πηγάδι
βγαίνει φωνή μουρμουριστή

Στέκει… αφουγκράζεται… κοιτάει
πάνου στα νύχια περπατάει
Κανείς! Παντού ησυχία… Μιλιά

Μες στο σκοτάδι ανατριχιάζει
μ’ άξαφνο γέλιο τον τραντάζει
κι η τρέλα σφίγγει τη θηλιά.





Από τη συλλογή «Προφητείες» (1931).

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Κατερίνα Καλφοπούλου, "Ο κομήτης"





Ο Κομήτης    


Θέλοντας να βγω απ’ τα σκοτάδια   
αρπάχτηκα απ’ την ουρά του κομήτη.
Καβάλησα τη χίμαιρα,
για να καλπάσω στα ψηλά
και βρέθηκα να παραπαίω
σε βροχή από διάττοντες.

Γλιστράει ο ουρανός κάτω απ’ τα πόδια.   
Γλιστράει το έδαφος κάτω απ’ τη σκέψη.   
Κι εγώ, που θέλω να λουστώ φως, πέφτω.
Ολοένα πέφτω, γεμίζω πληγές, γεμίζω αίματα.

Καλπάζω σε ανελέητη πορεία,
κουτσαίνω πίσω από το χρόνο,
πίσω απ’ αυτό το χαμίνι,
που μου κλέβει τα όνειρα.

Κυνηγάω το χρόνο.
Κυνηγάω τα όνειρά μου,
γιατί φοβάμαι μη με προλάβει
η  μέρα εκείνη.                 
Το άτι μου θα αφηνιάσει,
  τα πρόσωπα θα βγάλουν τις μάσκες. 


Τα είδωλα θα πέσουν
κομμάτια στην άβυσσο
κι ο κύκλος θα κλείσει.

Μόνη παραμυθία
το τέλος ενός κύκλου αρχή άλλου.

Κι εγώ, μετεωρίτης σε τομή διχοτόμων,
από μια κυκλική τροχιά σε μια άλλη,
τροχιά ερέβους, που διαγράφεται
από το τίποτα, από σημεία έγκεντρα που μετατοπίζονται,
γίνονται παράκεντρα,
με κλείνουν μέσα τους, γυμνή, 
ντυμένη τα φτερά πυγολαμπίδας,
τρέχω ασθμαίνοντας πίσω απ’ το χρόνο,  
τρέχω πίσω απ’ αυτό το χαμίνι,
που μου κλέβει τα όνειρα.

Έτσι, γυμνή, ντυμένη τον άξονα των αγνώστων,
με μόνη γνώση πως δεν θα προλάβω
αρπάχτηκα από την ουρά του κομήτη,
κι έπεσα ψηλά στον ουρανό.





Πρώτη δημοσίευση

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, "Γύρισα για το πρόσωπό μου"




ΓΥΡΙΣΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ

                                         (ποίημα που εμπνεύστηκα
                                         από μιαν ενότητα μικρών ποιημάτων
                                         του φίλου Κωνσταντίνου Λουκόπουλου)


Βοριάς με το μαστίγιο και κλαίνε οι καστανιές.
Και τα οστά με το λευκό της μνήμης
κι ένα χαρτάκι με τσαλακωμένο το άρωμά του.

Ασώματο θαύμα που ανυψώνεται
αφήνοντας το πρόσωπο έρημο και βουβό,
που όμως περιτύλιξε του ξύλου την σπουδαία μνήμη.

Γύρισα για το περιτύλιγμα,
για το αυγουστιάτικό μου πρόσωπο
ταμπούρι ενάντια στην μπούκα του χειμώνα.



Κωνσταντίνος Ιωαννίδης
Δράμα, 30 Δεκ. 2019



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Edvard Munch, «From Saxegårdsgate», 1882.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Έφη Καλογεροπούλου, "Στην εξορία του βλέμματος"




ΤΟΠΙΑ
(Μικρή σύνθεση σε επτά μέρη)

1.

Ποια άγρια ανήμερη σιωπή μου ευλόγησε ο έρωτας
κι η μαθητεία της βάφει τώρα, της επιθυμίας μου
πράσινο βαθύ το ρόδο;

Ποιο σκοτάδι μαγικό, εξόρισε απ’ το αίμα της τον πόλεμο
και το κόκκινο της Μοίρας, γίνεται
πράσινο του Παράδεισου, που σιωπηλά
την αθωώνει;


7.

Εκεί μια μέρα φωτεινή που σπαρταρά σαν ψάρι,
στου ήλιου την αιώνια τρικυμία
θα ρθω κοντά σου συλλαβίζοντας
απ’ την αρχή ξανά, της παράδοσης
το ταπεινό αλφαβητάρι
ανάμεσα σε καταρράκτες χρωμάτων
και προσευχές κυμάτων μυστικών
αινίγματα
σε ρεύματα φωτιάς παραδομένοι
περιπλανώμενοι στης επιθυμίας
τον ευχετήριο τόπο

Για πάντα εσύ κι εγώ, πυρπολημένοι
     από ζωή





ΚΑΡΤ - ΠΟΣΤΑΛ


Από θάλασσα σε θάλασσα
με παρασύρει ο καιρός
να ξέρεις

Μονάχα
για έρωτα ή θάνατο
η επιθυμία αλητεύει





ΧΩΡΙΣ ΠΑΤΡΙΔΑ


Κι έγιναν λέξεις όσες
η επιθυμία μου δεν είχε συλλαβές
και συλλάβιζα σε γλώσσα που δεν ήξερα
παρά εκείνη μοναχά των άστρων
κι ήρθαν σκύλοι πολλοί τη νύχτα αυτή κοντά μου
αδέσποτοι όσο κανείς ξεσπώντας σε λυγμούς
όπως αποχωρίζεται η προσευχή ψυχή που φεύγει

κι έμαθα πως όνομα δεν έχει η αγάπη
ισόβια μόνο
ανάμεσα σε θύελλες και καταιγίδες
καταδικασμένη είναι να πορεύεται
αδοκίμαστη και σκόρπια
μόνη, δίχως όνομα
χωρίς πατρίδα





ΔΙΨΑ


Το νερό της μέρας απ’ το πρωί στερεύει.
Διψάω όσο χίλιοι Ήλιοι.
Μόλις ρούφηξα μια γερή δόση παγωμένου χρόνου.
Αυτή η φωτογραφία σου λέω είναι από ένστικτο
     περόνη
Μιλάω μαζί της, μιλώντας μαζί σου
Εξαργυρώνω την ιερότητα της στιγμής με κάτι που
     δεν υπάρχει
Ανυπόμονοι της Πτώσης συντηρούμε μικρούς
     θανάτους σε κονσέρβες
Ξυράφι ανθισμένο κόψε! Μοίρασε τη δικαιοσύνη σου!

Μόνον έτσι ευλογεί η αγάπη
σπάταλη σε σταυρούς και χειρονομίες.





Από τη συλλογή, «Στην εξορία του βλέμματος - Banished look», δίγλωσση έκδοση (μετάφραση στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας), εκδ. Κουκκίδα, 2019.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Νίκη Μπλούτη - Καράτζαλη, "Οι τυχεροί"



Οι τυχεροί


− Εμίλ… κοιμάσαι; Ρώτησε ο μικρός Αλί τον αδερφό του ψιθυριστά.
− Όχι. Γιατί;
− Δε θέλω να πάω σχολείο αύριο… είπε σιγανά, μ’ έναν κόμπο στη φωνή.
Τα μάτια του γυάλιζαν σαν μπίλιες μες στο σκοτάδι, απ’ τα δάκρυα που προσπαθούσε να πνίξει.
− Μη λες βλακείες… Τα είπαμε αυτά. Θα στενοχωρήσεις τον μπαμπά... Μαζί θα πάμε, θα σε προσέχω. Η δασκάλα είναι πολύ καλή… προσπάθησε ο δωδεκάχρονος αδερφός του να τον καθησυχάσει, σαν μεγαλύτερος.
− Το ξέρω… μα είδες τι έγινε σήμερα; Αν είναι πάλι εκείνοι… που δεν μας θέλουν; Συνέχισε ο μικρός με ραγισμένη φωνή απ’ το παράπονο που τον έπνιγε.
− Ας είναι… Παντού υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι… δεν άκουσες τι είπε ο μπαμπάς; Και στη χώρα μας υπήρχαν… παντού, τον βεβαίωσε εκείνος.
− Που δε θέλουν τα ξένα παιδιά; Επέμεινε ο Αλί, μήπως και καταλάβει γιατί γινόταν όλη αυτή η φασαρία το πρωί στο σχολείο από τους μεγάλους.
− Που φοβούνται…
− Εμάς; Τι κακό μπορούμε να τους κάνουμε εμείς; Είμαστε μικροί… έκανε απορημένος.
− Φοβούνται τις αρρώστιες, τα μικρόβια… γενικά…
− Γιατί δεν περιμένουμε να πάμε με την Ραχήλ, όταν θα ’ρθει με τη μαμά; Πότε θα ’ρθουν; Νομίζω πως ο μπαμπάς μας κοροϊδεύει… όλο αύριο και αύριο μας λέει, μα ποτέ δεν έρχονται… είπε, πνίγοντας ένα αναφιλητό απ’ τη στενοχώρια που του προκαλούσε η απουσία της μητέρας τους και της μικρής  τους αδερφής.
− Θα ’ρθουν μια μέρα… τον βεβαίωσε ξανά ο μεγάλος.
− Και θα μείνουμε για πάντα εδώ; Σ’ αυτή τη χώρα που δε μας θέλουνε;
− Μερικοί, δε μας θέλουνε… Δεν είναι όλοι ίδιοι. Η κοπέλα που είναι όλη μέρα μαζί μας σ’ αγαπάει πολύ… του τόνισε ο αδερφός του, θυμίζοντάς του την Κατερίνα, που είχε αναλάβει να τους κάνει τον διερμηνέα στην ξένη χώρα και να τους βοηθάει σε ό,τι χρειάζονται.
− Κι εγώ τη συμπαθώ την Κατερίνα, είναι γελαστή και όμορφη. Δε θέλω όμως να φορέσω τα ρούχα που μας έφεραν. Δεν είναι δικά μας. Αν κάποιο παιδί… τα γνωρίσει πως είναι δικά του και θελήσει να μου τα πάρει; Έκανε φοβισμένος και μόνο σ’ αυτή τη σκέψη που του πέρασε ξαφνικά απ’ το μυαλό.
− Μη λες βλακείες… Δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο. Πρέπει να τα φορέσουμε για να είμαστε καθαροί. Σε λίγο καιρό, που θα γνωριστούμε με τα άλλα παιδιά, θα δεις πως θ’ αλλάξουν τα πράγματα. Θα κάνεις φίλους, θα παίζεις μαζί τους… Κι όταν θα ’ρθουν κι ο θείος με τα ξαδέρφια μας, θα έχεις παρέα όλη μέρα, όπως τότε…
− Εγώ θέλω να γυρίσουμε πίσω, στο σπίτι μας… στα παιχνίδια μας και στο σχολείο μας. Στον παππού και στη γιαγιά που μας αγαπούσαν τόσο πολύ…
− Δεν υπάρχει πια το σπίτι μας… Τα έχουμε πει αυτά. Ο πόλεμος τα χάλασε όλα, δεν υπάρχει τίποτα πια πίσω.
− Κι ο παππούς με τη γιαγιά; Ούτε αυτοί υπάρχουν;
− Δεν ξέρω… Θα μας τα πει η μαμά όταν θα ’ρθει. Εμείς τώρα πρέπει ν’ ακούμε τον μπαμπά και να κάνουμε ότι μας λέει, για να μην τον στενοχωρούμε…
− Είναι κι ο μπαμπάς λυπημένος; Ρώτησε ο μικρός, με φωνή ραγισμένη.
− Είναι… Μήπως αυτός το ήθελε ν’ αλλάξουμε πατρίδα;
− Τότε, γιατί φύγαμε; Γιατί μπήκαμε σ’ αυτές τις βάρκες; Γιατί πνίγηκαν τόσα παιδιά;
− Φύγαμε για να γλιτώσουμε, για να μη σκοτωθούμε… Εμείς τα καταφέραμε και δεν πνιγήκαμε. Είμαστε τυχεροί που είμαστε εδώ, δεν το καταλαβαίνεις;
− Τυχεροί; Αυτό σημαίνει τυχεροί; Ψέλλισε απορημένο μες στο σκοτάδι.
− Κοιμήσου τώρα, είναι αργά. Αύριο θα μας ξυπνήσει πρωί ο μπαμπάς, γιατί θα έρθει η Κατερίνα να μας πάει σχολείο…
− Δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς το αρκουδάκι μου, το ξέρεις… Φοβάμαι το σκοτάδι…
− Μη φοβάσαι, εγώ είμαι δίπλα σου. Η Κατερίνα σου υποσχέθηκε, πως θα σου πάρει άλλον αρκούδο, να τον παίρνεις αγκαλιά και να κοιμάσαι…
− Καινούργιο; Ή θα είναι ενός άλλου παιδιού;
− Δεν ξέρω… θα μας πει αύριο.
Ο μικρός έκλεισε τα μάτια του σφιχτά και προσπάθησε να σκεφτεί τον αρκούδο του, τα παιδιά που θα τον έκαναν μια μέρα φίλο τους, τα ξαδέρφια τους που θα ’ρθουν για να κάνουν παρέα, την αγκαλιά της μητέρα του, που την περίμεναν με την μικρή του αδερφή.
− Ένα παιδί μου χαμογέλασε από μακριά… Λες να θέλει να γίνουμε φίλοι; Ξαναρώτησε το παιδί, σχίζοντας τη σιωπή μες στο σκοτάδι, μετά από αρκετά λεπτά κι ένα αχνό χαμόγελο στόλισε ασυναίσθητα τα χείλη του, σ’ αυτή την όμορφη σκέψη.
− Σίγουρα, αύριο θα δεις που θα σου μιλήσει κιόλας…
− Τα παιδιά δε φοβούνται τους ξένους;
− Όχι… Τα παιδιά δεν τους φοβούνται τόσο… μονάχα το σκοτάδι, τον βεβαίωσε ο αδερφός του για άλλη μια φορά κι έκλεισε κι αυτός τα μάτια του σφιχτά, να πνίξει τα δάκρυα που ανάβλυσαν με τις τόσες απορίες του μικρού.





Από τη συλλογή διηγημάτων «Το Κίτρινο δάνειο», εκδ. Όστρια, 2017.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

Κατερίνα Μόντη, "Τα Φυλλοβόλα"




ΤΑ ΦΥΛΛΟΒΟΛΑ


Τα φυλλοβόλα δέντρα αγαπώ
που ξέρουν τι ’ναι χωρισμός
που ξέρουν τι ’ναι γύμνια
Που ξέσκεπα τα τραύματα
εκθέτουν κάθε τόσο
κι όμορφα στρώνουνε χαλί
της απωλείας το σώμα

Αυτά τα δέντρα αγαπώ
που τα φουστάνια αλλάζουν
σαν τις γυναίκες που τιμούν
του έρωτα το τάμα
Στον οίστρο τους ακούραστες
και στωικές στην ξέρα

Δε θ’ αρνηθώ στ’ αειθαλή
την αντοχή του κάλλους
την αγκαλιά γεμάτη τους
την ήσυχη καρδιά τους

Μα γω τα φυλλοβόλα αγαπώ
Αυτά έχω φίλους





ΣΩΜΑ


Αργά αργά κατέρχεται του σώματος η παρακμή
τι νόμιζες;
πως θα ’ρχονταν σα γράμμα,
κάτι σαν κλήση σαν εξώδικο -
μια κι έξω να θρηνήσεις το κακό
ή απόπληκτος να πέσεις;
Αργά γίνεται
Από μιαν άσπρη τρίχα ξεκινά
που κιόλας στην αρχή την καμαρώνεις
Από ένα κρέμασμα εδώ κι εκεί
μια χαρακιά δίπλα στο μάτι
Κι ύστερα να κι η φούσκα που σε προδίδει
και βρέχεσαι όταν γελάς
κι ύστερα να το δέρμα ερημώνει,
ας ήταν άσπρες θα πεις, κι ας μένανε,
και μετά ετούτο κι εκείνο
που τελειωμό δεν έχουν
μικρά μικρά κάθε φορά,
δε δίνεις πάντα σημασία
κι ίσως αυτό
ίσως αυτό είναι:
Δεν είναι ύπουλο το γήρας που έρχεται αργά,
σπλαχνικό είναι,
και να βλογάς αυτήν του την υπομονή
που δεν εκδιώκει εκείνο το μικρό παιδί
που πάντα μένει εντός σου





ΓΛΩΣΣΑ ΚΟΜΜΕΝΗ
Γράμμα στον ποιητή Μάρκο Μέσκο


Σα να σε βλέπω
φεγγαρόλουστο σε παράθυρο
ασπρόμαλλο θεριό λιοντάρι
χαρτιά να μουντζουρώνεις
στην αδιάκοπη νύχτα
Σε ποιά γλώσσα λοιπόν

Στο χαρτί σου χτυπάει το μολύβι
και το στήθος σου ένα ράμφος κεντά
ένα μαύρο κοτσύφι
α - τακά, α - τακά
όλη νύχτα παλεύει
ποιός λαλεί ποιός σιωπά

Σα να τ ακούω
σουρσίματα και ψιθύρους
από φαντάσματα αγαπημένα
εκείνα τα δισύλλαβα πρόσωπα
τις Ρίνκες και τους Τάσκους, τις Σίικες κια τους Ίτσιους
σιγανούς μαζεμένους
δεν μπορούν, δεν ξέρουν
στάχτη στο στόμα
τσούσκα πιπέρι
καμιά του κόσμου γλώσσα δε μιλούν
Πεθαμένοι και ζώντες
σε βρίσκουν εκεί καρφωμένο στων γραμμάτων
τα καρφιά
και μια έτσι σου γνέφουν μια αλλιώς
Μόλτσι, Μάρκο, πούκνι, Μάρκο,
αμά στάνι η πέι, τραγούδα και πες
σε ποιά γλώσσα λοιπόν
αχ, λέλε,
αχ εσύ να ’σαι ο Προμηθέας εσύ και το πουλί

Τα χαράματα
πέφτουν όλα σαν πάχνη
ποιες λέξεις να κείτονται πίσω απ’ το μελάνι
ποιος βρυχηθμός πίσω από τη συστολή σου
ποιος να μας έλεγε την άλλη ιστορία,
αχ, αυτή η προδότρα,
ποιος να λαλούσε αλλιώς την υποταγή και τη δύναμη

Γι’ αυτήν την ιστορία τάχα
μα πιο πολύ
για της καρδιάς το χρέος είναι
που θα θελα
σ’ εκείνη την κόκκινη κλωστή,
με μανταλάκια να κρεμάσω
τα μαγικά τα λόγια σημαιάκια
- όσα είπαμε παλιά ισχύουν -
στου χρόνου το χαλί
βουερά να παρελάσουν
οι νότες που πνιγήκανε, οι λέξεις που διστάσαν
Κι ένα χαρούμενο μοιρολόι ν’ αμολήσουμε
ψηλά ’π’ τον καταρράκτη
- ασ’ την τη ρουφιάνα την ιστορία να αργοπορεί -
εμείς ας τραγουδήσουμε
για τρυφερά λιοντάρια
και ζόρικα κοτσύφια
Ω, λέλε, Μάικω
Αχ λέλε Μάρκο
λέλε − λέλε
λέλε που είναι για χαρά
που είναι και για λύπη

Σα να σε είδα
χίλιες αδιάκοπες νύχτες
χίλια φρέσκα μικρά φεγγάρια
θ’ ανταμώσουμε πάλι στις στάχτες να τάζεις
Μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα
μα σε ποιά γλώσσα γράφουνε ποιήματα λοιπόν,
σε ποιά γλώσσα, Θεέ μου!





Σημειώσεις:

- Οι φράσεις με πλάγια είναι αυτούσιες από έργα του ποιητή
- Το μαύρο κοτσύφι σε κόκκινη γραμμή κοσμεί ένα ενθύμιο
προσωπικό αφιέρωμά του
- Το επιφώνημα «λέλε» η «λελέ» μπορεί να εκφράσει
ενθουσιασμό, λαχτάρα αλλά και παράπονο, θρήνο


Γλωσσικό υπόμνημα:

1: τακά: έτσι, το «α - τακά» ως επιφώνημα μπορεί να
αποδοθεί ως «α - μπράβο», «να έτσι»
2: μόλτσι: πάψε, σώπα
3: πούκνι: σκάσε
4: αμά: αλλά, όμως
5: στάνι η πέι: σήκω και τραγούδα
6: Μάικω: μάνα






Από τη συλλογή «Τα Φυλλοβόλα», εκδ. Πατκιούτ, 2019.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020