Κυριακή 25 Ιουλίου 2021

Γιώργος Σιώμος, "μικρά πεζά"





Ο γριός


Δεν βλεπεις παιδικά εσύ; με ρώτησε η πεντάχρονη εγγονή μου. Μήπως επειδή είσαι γριός;
Από τα πλούσια ολόξανθα μαλλιά της πέταξε μια πεταλούδα, ενώ στα μάτια της τρεμόπαιζε μια υποψία θριάμβου.





Σκληρό καρύδι


Σκληρό καρύδι, κωσταντίκαβο το λέγαν οι γιαγιάδες μας, γιατ’ είχε την ψίχα του καλά αμπαρωμένη μες στο κέλυφος. Έπρεπε με σφυρί ή πέτρα σκληρή να το τσακίσεις και μες στα θρύμματα όστρακου και ψίχας, κόκκο τον κόκκο να διαλέξεις.
  Κόκκοι είμαστε, από την ψίχα, σκληρού κατά τα άλλα καρυδιού, συντετριμμένοι από απανωτά σφυροκοπήματα, άλλοι για καρυδόπιτα πλασμένοι κι άλλοι για τούρτες μνημοσύνων.





Του στάρς να φάου


Σ’ ένα χωριό της ενδοχώρας, τα δυο αδέρφια, περιμένοντας να παντρευτεί η μεγαλύτερη αδερφή τους, έγιναν εξηντάρηδες. Κάθε φορά που πάει ένας από τους τρεις να ταΐσει, να καθαρίσει ή να δώσει φάρμακα στη γριά μάνα που βρίσκεται στα τελευταία της, εκείνη έξαλλη ωρύεται: *του σσσστάρς να φάου.


*Του στάρς να φάου. (Τα κόλυβά σου να φάω).





Η κουτσή σκυλίτσα


Στην πιάτσα των ταξί επί της οδού Κίμωνος, κάθεται μια κουτσή σκυλίτσα. Θρονιάζεται δίπλα στην αριστερή ρόδα του πρώτου στη σειρά ταξί. Τη φροντίζουν οι ταξιτζήδες και κάποιοι κάτοικοι της γειτονιάς. Στο μεγάλο ψύχος ο φαρμακοποιός στρώνει χαρτόνια στα σκαλιά. Όταν φεύγουν τα ταξί όλα κι αδειάζει η πιάτσα, τους αναζητά στην πιάτσα της οδού Μητροπόλεως, κάτω από την πλατεία Ωρολογίου.
Δεν ενοχλεί τους ανθρώπους, αλλά είναι επιφυλακτική μαζί τους, ενώ έχει και δυο εχθρούς, έναν γέρο κι ένα αυτοκίνητο.
Είχε γεννήσει μια χρονιά, κάποιοι της πήραν τα μωρά της και τα πέταξαν. Της άφησαν μόνο ένα κουταβάκι. Μια μέρα που διέσχιζε το δρόμο, ένα αυτοκίνητο πάτησε το μωρό της και τραυμάτισε την ίδια στο πόδι. Άρχισε να ουρλιάζει για το άδικο και να κυνηγάει το αυτοκίνητο. Όταν γύρισε στον τόπο του εγκλήματος, είδε έναν γέρο να πετάει το νεκρό μωρό της στον κάδο με τα σκουπίδια. Από τότε τον γαυγίζει όταν περνάει από εκεί και κυνηγάει το αυτοκίνητο που νομίζει ότι σκότωσε το μωρό της.
Ούρλιαζε μετά το φονικό κι ένας της γειτονιάς, βαρέθηκε να την ακούει, τη φόρτωσε μια νύχτα στο αυτοκίνητό του και την πήγε πολλά χιλιόμετρα μακριά σ’ ένα χωριό προς το βορρά και την παράτησε ώστε να χάσει κάθε ίχνος και κάθε μυρωδιά και να μην γυρίσει πίσω.
Χάθηκε για μερικούς μήνες, μα κάποια μέρα, άκουσε στο Μακροχώρι μέσα όπου κατέληξε μετά από περιπλανήσεις, τον γνώριμο θόρυβο ενός ταξί της πιάτσας, που είχε πάει να αφήσει έναν πελάτη. Έτρεξε προς τα εκεί και γαύγισε. Δεν έκανε λάθος. Πού είσαι κούκλα μου; της είπε ο ταξιτζής κι άνοιξε τα χέρια του για να την αγκαλιάσει. Μπες μέσα, την πρόσταξε τρυφερά. Την έβαλε στα πίσω τα καθίσματα αλλά αυτή τρύπωσε από το κενό, στον λεβιέ κοντά των ταχυτήτων και τον φιλούσε στα χέρια, στο πρόσωπο, μύριζε τα ρούχα του, κουνούσε την ουρά, κάτσε μωρή τρελή, θα σκοτωθούμε, τη μάλωνε ο οδηγός, μα η σκυλίτσα, τον φιλούσε στα χέρια, στο πρόσωπο, γαύγιζε από χαρά, έφραζε με το σώμα της το οπτικό του πεδίο, μέχρι που έφτασαν στην πιάτσα.
Αν περάσετε από την οδό Κίμωνος, θα τη δείτε καθιστή να καμαρώνει, πλάι στην αριστερή ρόδα του μπροστινού αυτοκινήτου.





Από το βιβλίο «μικρά πεζά», Ενύπνιο 2021.

3 σχόλια:

  1. Μικρή ζωή,Μικρά πεζά. Όπως ταιριάζει στις μικρές χαρές μας και τις λύπες, που μάς κάνουν ανθρώπους.Όμορφα δείγματα, ακαριαία, σαν καρφιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σας ευχαριστούμε θερμά για την ανάγνωση.
    Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το νέο βιβλίο του Γιώργου Σιώμου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή