Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

Σταύρος Μίχας, "Θηρευτής εκτός ορίων"





Η ΕΥΩΔΙΑ ΕΝΟΣ ΡΟΔΟΥ


Η ευωδιά ενός ρόδου
μεσ’ στη νύχτα που τρέμει

ο κραδασμός των άστρων
σμιλεύει τη γη

παιδιά παίζουν
με μεγάλα σμαραγδένια μάτια

παράθυρα ανοίγουν μέσα μας
κι αναδύονται χιλιάδες πεταλούδες.





ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΤΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ

                         στον Μιχάλη Κατσαρό


Πάντα
μια ζωή στη γυμνότητα
ταιριάζοντας εξαρχής
με το τίποτα
έτσι ελεύθερα και άγρια
σ’ αυτό το μηδέν του όλου
ανακαλύπτοντας τα πράγματα
πάλι σαν την πρώτη φορά.

Έτσι κινείσαι και στέκεις
μες στον πανάρχαιο χρόνο
αφού είσαι η μπίλια
κι η στέκα μαζί του μπιλιάρδου
βλέποντας κι από μακριά το παιχνίδι.

Μπορεί να γίνουν τα πάντα εδώ
μπορεί και τίποτα
καθόλου δε σε νοιάζει.

Κοιτώντας το τίποτα
είναι σα να τα βλέπεις
                                        όλα.





ΔΙΑΦΑΝΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΦΩΣ


Ντυμένος με την επιθυμία του ήλιου
μπαίνεις στο κορμί της μέρας
διάφανος όπως το φως.
Βαδίζεις μες στους ήχους τ’ ουρανού
μαζεύεις τα κομμάτια σου
ένα ένα
και δίχως μάτια προχωρείς
στη φλόγα του μεσημεριού.

Ένας κατοπτρισμός σε σβήνει
γεννιέσαι σ’ έναν άλλο.

Είσαι του δέντρου και του σύννεφου η υπομονή
ρωγμή φωτιάς πάνω στο βράχο
λουλούδι αναστάσιμο.

Όλος ο κόσμος είσαι
σε μια μόνο στιγμή.





Από την ενότητα
«Ανατολικά του φωτός»



ΜΕΙΝΕ ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΖΕΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ
 
                                                              στον Θανάση Κουτλή


Όταν γυρίσεις ξανά
ο δρόμος για το ποτάμι θα ’χει γεμίσει σαπισμένα σπίτια.
Κανείς δεν θα σε περιμένει πια εδώ
μόνο γιγάντιοι πυλώνες της ΔΕΗ
και οι κεραίες της τηλεόρασης να μεγαλώνουν
εκεί που για τελευταία φορά
είδες το καλαμπόκι να φυτρώνει.
Τίποτα δεν θα ’ναι το ίδιο
παρά μόνον η βουή του νερού στο μυαλό
και στα βράχια της μνήμης σου.
Οι άνθρωποι του ποταμού
έπαψαν πια να μιλούν ο ένας στον άλλον
με φωνή μικρών πουλιών.
Τώρα τα πρόσωπά τους γυαλίζουν
σαν λεπίδες ξυραφιού
καθώς περνούν με πέτρινα μάτια
στο μαύρο φως.
Μείνε κρυμμένος στο ζεστό βυθό
του εαυτού σου
μέχρι να φύγεις πάλι.





H ΚΟΡΗ ΚΑΙ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ

                              Μνήμη Ανδρέα Εμπειρίκου


Είχε η χλομή κόρη
στο στόμα χρυσό ποίημα
και τα μαλλιά λυτά
είχε στην πλάτη.

Καθόταν γυμνή στο μαύρο πιάνο
που ’χε ρόδες κόκκινες
παίζοντας σεληνοηλιοτράγουδα
κι αυτό κυλούσε στις ρίζες των δέντρων
στριφογυρνώντας απαλά μέσα στο μαύρο δάσος.

Ξαφνικά γιγάντιοι Μυρμιδόνες
βγήκαν τρέχοντας μέσα απ’ την Οίτη
κρατώντας τσάπες , φτυάρια και αξίνες
κι έσπαζαν το φεγγάρι σε μικρά διαμάντια.

Τότε η χλομή κόρη
έβγαλε απ’ το στόμα της το χρυσό ποίημα

και το κρέμασε στον ουρανό.





Από τη συλλογή «Θηρευτής εκτός ορίων», εκδ. Μανδραγόρας, 2001.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου