Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

Γιάννης Βαρβέρης, "Το ράμφος"





Η ΣΑΛΩΜΗ ΜΕ ΣΩΖΕΙ ΚΑΙ Μ’ ΕΚΔΙΚΕΙΤΑΙ


Εκείνο το βράδυ μου είπαν πως πέθανες. Γύρισα σπίτι
έψαξα στα συρτάρια στις τσέπες παντού. Η αγωνία
μου κορυφώθηκε λίγο μετά καθώς ένιωσα τον Ραβέλ
ν’ ανεβαίνει απ’ τη γυάλα μας κι είδα το ψαράκι μάλλον
ψόφιο στο πάτωμα του χολ.
Κινδύνευα. Αλλάζω γρήγορα το νερό ρίχνω μέσα το ψάρι
μπας και προλάβω. Του κάκου. Ο Ραβέλ δυνάμωνε
θα σπάσουν τα μάτια μου λέω τώρα πληρώνω για όλα
κι ως να το πω
ξεφυτρώνεις κι ακούγεται:
κλικ
να με φωτογραφίζουν τα δικά σου
τα ωραιότατα
μάτια.





ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ


Πριν βρέξει οι γάτες απορούν ως μιαν ανάσα
τα υπόστεγα μιλούν για τη βροχή
πήδος στον τσίγκο πήδος στην ταράτσα
λουφάζει η γάτα πριν σαλτάρει
σ’ άλλα παλιοσίδερα.

Αγκάλιασε τον κούκλο της η Ελβίρα
πάνω απ το τούλι απλώνεται λουλάκι ως πέρα
στο δώμα ξέμεινε μικρό κουνούπι λίγο να τρομάζει
σαλεύει το χεράκι και ραγίζει έν’ άρωμα.

Με τη βροχή με το νερό
οι φτωχοί κούμπωσαν την προσευχή στον κόρφο
και σβήσανε σαν τα χαμόγελα.





ΕΓΩ, ΣΕ ΛΑΪΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ


Πικρό του κουταλιού
κι ο καφές πέτρωσε και ράγισε
απόκρημνος σαν μάτι γέροντα.
Στην καύτρα ροχαλίζει το μεράκι
λάμπουνε οι βέρες γύρω απ’ της τράπουλας το ντέρτι
και κάποτε σαν άτι σαν μαστίγιο
σπαθίζει το τσουλούφι του
ένα ιδρωμένο ντέφι.





ΟΙ ΑΙΝΟΙ


Μη με ρωτάς τι αίνους συλλαβίζω·
αφού αντρώθηκα με τους τελευταίους σπασμούς του θηρίου
δεν είχα αδέρφια ούτε βόλια.
Όμως αλήτευα μέρες και νύχτες
στις πλατείες
χάζευα τα πολύχρωμα με τις εναλλαγές
ανάδευα μ’ ένα κλαδί στο βάθος
τα θούρια που κάπνιζαν.
Μη με ρωτάς ποτέ πού τους θυμήθηκα.

Καμιά φορά αστράφτω κι εγώ
και τυφλώνομαι.





ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ


Δε μου ανήκει στίχος κανένας. Οι φίλοι μου τους χειρούργη-
         σαν όλους.
Οι ακέραιοι φίλοι μου Μπρασένς και Φερρέ. Και οι άλλοι.
Και δεν είναι κεφάλι τούτο, είναι μίσος.
Και τα πλαστικά κρινάκια της μαμάς τ’ απόθεσα στην πύλη
         του Πολυτεχνείου.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που δεν ξεχωρίζει το τόξο
         απ’ το βέλος.
Έτσι και να σκοτώσω δε θα το χαρώ
δε θα μάθω ποτέ με τι σκότωσα.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που καπνίζει
κορδελίτσες χορεύτριες οριεντάλ
σάρκες κι οστά ιδεών κι απολαμβάνει.
Πήρα κι εγώ το σκαρπέλο και το συγύρισα
βγήκα επιτέλους στον αγώνα
ξεκάλτσωτος με πέδιλα της κακιάς ώρας και σγουρό μαλλί
         σίγουρο.
Μα πάλι δε διαβάζονται οι στίχοι μου·
μέσα κι έξω όλοι μου οι στίχοι
ραβδώσεις της ζέβρας κι εγώ δεσμοφύλακας.
Όπως απέξω έτσι και μέσα βρήκα
του Σαρτρ το χαλικάκι
στο μάτι τους
και στο δικό μου μάτι τον ίδιο λύκο βρήκα
να βυζαίνει και να μη σηκώνομαι.

Τι άλλο να θέλει το ποίημα
παρά να περάσεις την κλωστή στη βελόνα
− κι αλήθεια τη νύχτα γεμίζει κλωστές το δωμάτιο −
ακόμα κι ο Όμηρος τα κατάφερε, σκέφτομαι·
αλλά πού βελόνα να τρυπήσω τη νύστα στον κρόταφο…





Από τη συλλογή, «Το ράμφος», (α΄ έκδοση, Τραμ, 1978, β΄ έκδοση ύψιλον/βιβλία, 1984.
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄ [1975-1996]», εκδ. Κέδρος, γ΄ έκδοση, 2008.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου