Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Ελένη Κόλλια, "Από τα πράγματα στο όνομά τους"




ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΞΑΡΧΗΣ


Με το χέρι τραβώ την ανάσα
            έξω απ’ το στόμα μου.
Ανηφορίζω γυμνάζοντας βήματα κόντρα,
            καρτέρι στήνω του βοριά
να του αρπάξω τη θύελλα
που θ’ αδειάσει το έρχομαι απ’ όλα τα φεύγω.

Επιστρέφω μ’ όσο σώθηκε αφώτιστο σώμα
            και το πετώ σαν κέλυφος
καραβάκι στο νήπιο σκοτάδι.
Τα παπούτσια βγάζω με βιάση
απ’ αυτή
            την κατά τ’ άλλα
αόρατη ζωή μου
που την έβλεπε μόνον η θάλασσα·

μήπως και ρίξω το ταβάνι
που το ανάστημά μου έπιασε πάτο
            και τραβήξω εντέλει το δρόμο μου
κάτω απ’ της πολυθρόνας τα πρησμένα πόδια·

εξαρχής να ορίσω
τα ύδατα χωρικά της ουσίας και του πράγματος.





ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ


Κουράστηκαν τα λόγια μας και έγειραν
−αιώνες που τα μαστίγωναν οι βοριάδες−
κι η γλώσσα μας ό,τι ήταν να ειπωθεί,

                                  το είπε·

Μέσα σε νεκρική σιωπή μονολογεί η αγωνία.

Έφοδο κάνανε οι συμφορές
−εκείνες που θέλαμε να νομίζουμε νεκρές−
κι έχουνε χαραγμένο στ άγριο φρύδι τους
τη δική τους τελευταία λέξη που εκκρεμεί,

τη λέξη που κι από θάνατο περισσότερο τρομάζει.

Κι εκείνος που έψαχνε στον κόσμο
μια ήσυχη γωνιά ν’ αναπαυτεί,
                μαθαίνει τώρα

πόσο τρομακτικά αναπόδραστη επικράτεια
                 είναι η στρογγυλή γη.





MH THΡΟΥΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΑΝΑΛΟΓΙΩΝ


Δεν υπάρχει απόσταση μεγαλύτερη
και πιο δύσβατη διαδρομή
από το χέρι ως το χαρτί.

Βγαίνω να περπατήσω βέβαια,

                           αλλά

δεν υπάρχει δάσος σκοτεινότερο
και πέρασμα πιο στενό
από τα πράγματα ως τ’ όνομά τους.





ΑΘΟΡΥΒΟ


Θέλησα να ζήσω μυστικά
κι έπεσα απροστάτευτη
−μέσα στη βιάση μου−
άκρη άκρη στην ερημιά,
καταμεσής μιας κάμαρας.
Από τότε η αγωνία μου τρίβεται
κάθε πρωί στα πόδια μου
σαν το γατί να την ταΐσω.
Κι αν κάποιο βράδυ
κάτι σαν ευτυχία νιώσω
κι αν πάλι θέλω να κλάψω
τραβάω τις κουρτίνες
σα να ντρέπομαι,
σβήνω το φως
όπως όταν γδύνομαι.





ΟΧΙ ΑΛΛΙΩΣ

                                                     στον πατέρα μου

Έτσι τη θέλω τη μοναξιά μου, ακατοίκητη
            δίχως απόντες
με τα φεγγάρια που δάγκωσαν οι λύκοι
            να διαβάζει τις γραφές και τα άγραφα.
Να στρώνει το κρεβάτι της με δάκρυα καθαρά
            κι όχι μ’ εκείνο το μαύρο
που μεγάλωσε το σκοτάδι στα πούπουλα.
            Ανένδοτη τη θέλω,
κι ας μην έχει πια νιάτα για να πληρώσει τα όχι της.
Ν’ ασκείται κάθε πρωί
            για πτήση ή για πτώση·
στον συντελεσμένο μέλλοντα να μετράει τα λόγια της
            μέχρι να καταφέρει να πει όσα είδαν οι λέξεις.





Από τη συλλογή «Από τα πράγματα στο όνομά τους», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου