Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Γιολάντα Πέγκλη, "Ποιήματα"





Το Οδοιπορικό


Έπαψα να προσεύχομαι. Έχω σωθεί.
Έπαψα ν’ αγαπώ
μέσα απ’ το σώμα μου έχω περάσει.
Είμαι το παιδί που δεν άντεξε
το ερήμωνε η ευρυχωρία, θα διηγούνται.
Όταν μεγάλωσε έβρισκε
πως μοιάζει ο έρωτας με πανικό.
Ξάπλωνε στο χιόνι και μετρούσε τι πολλά φώτα
έχουν τα σπίτια όταν τα κοιτάζεις απ’ έξω.
Για στοιχειώδη ανάπαυση άφηνε
να της αποσπούν τρομαχτικές δωρεές
πανδοχείς τρίτης κατηγορίας. Εντούτοις
στο τελευταίο της γράμμα έδειχνε καλά
μιλούσε για αεροπορικά εισιτήρια
και επιστροφή στα ήπια κλίματα.
Μάθαμε όμως από τρίτο
πως στο μεταξύ αρρώστησαν τα μάτια της.
Έβλεπε παντού λέπια, δεν μπορούσε
να ξεχωρίσει τους συγγενείς της.
Αρνιόταν να ρωτήσει περαστικό
τι γράφουν οι πινακίδες στους δρόμους.
Άρχισε να φέρνει κύκλους
σαν γλάρος παγιδεύτηκε στην ακροθαλασσιά
μύρισε αλάτι, ξεγελάστηκε, είπε:
«Εδώ τελειώνει ο κόσμος!» Όταν άκουσε
τα κοχύλια να της μιλούν όλα μαζί
τα πήρε για χτυπημένα παιδιά
τα σήκωσε στην αγκαλιά
άρχισε να τρέχει πάνω στα νερά
να φωνάζει «βοήθεια!».



(Ακούστε: , 1970).
Πηγή: «Γιολάντα Πέγκλη - Κριτικές & μελετήματα στα πενηντάχρονα της ποιητικής της παρουσίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2015.






Αγκάθι το αμάραντο


Κίτρινο και όχι κίτρινο
του κυδωνιού να πούμε
που ποτέ δεν το ’χεις σίγουρο
έτσι που μόλις ακουμπήσει σαπίζει
ή που φωνή φαρμάκι αφήνει ο Σεπτέμβρης
«μέμνησο!» και γλιστράει
απ’ την αγία υπομονή
στην έξοδο την υπεραγία

τότε σβώλοι σβώλοι το χώμα
τρίτα, τέταρτα πόδια δεν επαρκούν
όλη νύχτα να τσακίζεσαι να τα προφτάσεις
τόσα προσκλητήρια νεκρών
και τη μέρα τίποτα να μη μαρτυράει

και καλά να μη γνωρίζεις το τι
και το πότε για το καύκαλο
αλλ’ εκείνο το καλάθι το αλαλάζον
καταμεσής του δρόμου
κλότσα το π’ ανάθεμά το ν’ ανοίξει ο τόπος
το βλέπεις, πας ν’ αποκτήσεις άκρα καχεκτικά
τα χέρια, άσε, πάνε,
να κοιτάξουμε τα υπόλοιπα
τα θαμμένα, τα πού αιωρούνται
πέτρες, στέγες, ό,τι

αυτές οι δυσανάγνωστες υπογραφές
καλά με είχαν βάλει σε υποψία
κι άρχιζα να μπολιάζω τ’ αειθαλή
με πόνο φυλλοβόλο

κίνηση καθαρτήρια μήπως δώσει ο θεός
και βγει το άθροισμα λανθασμένο
στα άρτια και στα ρηχά ασβέστη

πρέπει να έχεις καρδιά γενναία, βάρβαρη
αυτό είναι το συμπέρασμα, αλλιώς
την εγγύηση δεν την σημαδεύεις μεσόφρυδα
κάνεις πως αστοχείς
(ασ’ τη να βρίσκεται για μια δύσκολη ώρα)
κι ύστερα μπουκάρει το Απαραβίαστο
το μεγάλο μαράζι
και πού θράσος ν’ απλώσεις χέρι
ίσως λοιπόν αυτό είναι το χειρότερο
και δόξα τω θεώ δεν έγινε

συνηθίζεις, τι να γίνει, και στο απάνθρωπο,
αμπαρώνεις, θειαφίζεις
πετάς στην άσφαλτο τους βολβούς
τα καθίσματα

ας θηλάσουν τώρα τα ζώα μόνο
και το αγκάθι της πίκρας
το αμάραντο.



(Αγκάθι το αμάραντο, 1972).
Πηγή: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.






Το Άλλοθι


Πού βρισκόσαστε το τελευταίο
εικοσιτετράωρο; Πού βρισκόσαστε
την πρώτη μέρα της ζωής μας;
Οι καιροί αλλάζουν, οι αιμοδότες
αποσυνδέουν τις φλέβες τους
απ’ τα τηλεφωνικά καλώδια
οι δρόμοι μονής κατευθύνσεως αποξενώνουν
ποτέ ο ένας Ιούδας δεν μοιάζει με τον άλλο
εξαφανίσεις στις εφημερίδες
στα κομοδίνα δισκία
το πλήθος γίνεται συνετό, αδιαφορεί
οι ληστές ασκούν έφεση πεθαίνουμε πιο μόνοι

θλίψη, θλίψη πολλή
ακόμη και για έναν άνθρωπο

προσοχή! Βεβαιωθείτε το ταχύτερο
αν υπάρχουν μάλλινα στο φαρμακείο του σπιτιού
μιλήστε παντού για τα άρρωστα νεύρα μας
εξασφαλίστε ένα γερό άλλοθι
με μια δήλωση περί απλής συνωνυμίας
η άσφαλτος αναλιγώνει
ξαναγίνεται άμμος

όταν αποσυρθούν τα νερά της νύχτας
θα μας βρουν πνιγμένους.



(Αγκάθι το αμάραντο, 1972).
Πηγή: «Γιολάντα Πέγκλη - Κριτικές & μελετήματα στα πενηντάχρονα της ποιητικής της παρουσίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2015.






Μας τα ’παν άλλοι


Σάλες ευρωπαϊκών ξενοδοχείων και εγκέφαλοι που λιμνάζουν στον πάτο του ποτηριού.
Υπάλληλοι διαμελιζόμενοι στους καναπέδες όπως χθες στις μικρές οθόνες και τα μονόστηλα.
Ζωήν πατήσας ο κάθε ηθικός αυτουργός πλην έχοντας την πρόθεση να μεταμεληθεί.
Τι συ-ζητούν ετούτα τα σταμπαρισμένα τρωκτικά;
Δώσαμε!

Κατάστρωμα και ξερό ψωμί μού λες, εντάξει, όταν όμως αυτό δεν σημαίνει εσύ να περιφέρεσαι με τις ιδιότητές σου στα λινά κι εγώ απ’ τη ναυτία να συμπεραίνω ότι ταξιδεύω.
Είσαι πρόθυμος να φυλάξεις αυτό που θα σου πω σαν αυγό στη μασχάλη σου;
Με προσέχεις όπως το κερί στον άνεμο ή με θάβεις για μια ώρα ανάγκης καθώς ο σκύλος το κόκκαλό του;
Δεν ξέρω από ποιο παράθυρο μπορώ να δω όσα μου μέλλονται αλλά δεν προτιμώ να τα φαντάζομαι.
Πλην των άλλων χορτάριασε η κλειδαριά ακούω ευκρινώς τη λέξη ματαιότητα.



(Της γλυκειάς πατρίδας, 1996).
Πηγή: «Γιολάντα Πέγκλη - Κριτικές & μελετήματα στα πενηντάχρονα της ποιητικής της παρουσίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2015.






Τρύπες


Δεν γνωρίζει από μελαγχολία.
Φιλάει αυτόν που πρέπει να πεθάνει, σηκώνεται
απ’ το τραπέζι, ώρα να πηγαίνω λέει,
χάνεται στα υπερβραχέα, λύκος.
Αυτό που βλέπει είναι μόνο αυτό που βλέπει.
Ωριμάζει δηλαδή σα να σαπίζει, μολονότι
σ’ ένα τόσο δα ονειράκι χθες
μην κλαις, μην κλαις, έλεγε,
σταμάτα να κλαις έλεγε.

Με τέτοιους συνδαιτημόνες
διανύω τις μεταμορφώσεις της κάμπιας
ή κρύβομαι;

Γεράνια και γεράνια αίμα
αφήστε μήνυμα

αφήστε τα ωραία γαλάζια γράμματα, τα δράματα
βαρέθηκα

πάω αλλού για καλοκαίρι.



(Τρύπες, 2014).
Πηγή: «Γιολάντα Πέγκλη - Κριτικές & μελετήματα στα πενηντάχρονα της ποιητικής της παρουσίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2015.






Εποχή εικόνας


Λέγαν ότι χρωστούσε τα πάντα στον ευφυή
ράφτη του. Είχε χάρισμα. Έδινε αέρα και
σ’ ένα ανάστημα κάτω του μετρίου. Το έκανε να εξέχει.

Σπουδαία τεχνική, έχασε όμως κάτι πολύτιμο·
να περνάει απαρατήρητος.
Προτού καλά καλά χωρέσει στα καινούργια ρού-
χα του, έφτασε να κρύβεται απ’ τον ήλιο σα γάλα
που ξινίζει.
Σε μονό τροχό να ισορροπεί.
Να σαβανώνει όποιον του στέκει εμπόδιο με
σκληρά νήματα.
Ούτε να πεθάνει πιο σοβαρά απ’ όσο έζησε
δεν μπόρεσε.



Πηγή: Περιοδικό Καρυοθραύστις, τεύχος 1, Απρίλιος 2019.


Στην εικόνα: Γιολάντα Πέγκλη, σχέδιο του Αλέκου Κοντόπουλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου