Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Γιώργος Χρονάς, "Τα μαύρα τακούνια"




*
Με μαύρα παλτά και με ψηλά τακούνια
πού πάνε θεέ μου
αυτές οι γυναίκες μέσα στη νύχτα
Δεν ξέρουνε σ’ αυτές τις μάντρες
κρύβονται μηχανουργεία
ηλεχτρολόγοι και οξυγονοκολλητές

Και πιο μέσα η νύχτα πλέκεται με χτύπους
στη μέρα;




*
Μόνο εγώ και η Λόλα ξέρουμε
πως έτρεξες να φτάσεις το δημόσιο δρόμο
Βρήκαν, λέει, το φουστάνι σου σκισμένο, μόνο το ’να
σκουλαρίκι στο λαιμό σου, τα τακούνια σου μες στα χωράφια.
Κάποιο κάθαρμα, κάποιο πεσμένο σχήμα ανδρός σε ρήμαξε
κι έτσι που ακουμπάς σα να γέρνεις στη φωτογραφία αυτή
περασμένη σήμερα Τρίτη στις εφημερίδες
Είσαι πεθαμένη.




*
Πήγα σήμερα στους βράχους
Για να σκοτωθώ πήγαινα
Κι είδα μακριά βαπόρια
Τη θάλασσα κάτω μαυρισμένη είδα
Πουλιά να πετάνε πάνω μου με φωνές
Εργοστάσια πίσω μου να κόβουνε σε βάρδιες
τη μέρα
Είδα τους ναύτες με βία να τραβάνε
τα σκοινιά
Ν’ αλλάζουνε γραμμή στη πορεία

Κι έμεινα έτσι ώρα πολλή
Γύρισα πίσω
Μαράθηκα.




ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΓΟΙ

Έρχεται κάποια νύχτα που τ’ αντικείμενα νεκρά
δεν υπακούνε τους μάγους
Κι αδιαφορούν και παραμένουν όπως τυχαία βρέθηκαν
κάτω από τα μεγάλα τα παράθυρα, δίπλα στις πόρτες
κόκκινα ή μαύρα δίχως ήχο στη σιωπή
Και τα φωνάζουνε με εγγαστρίμυθες φωνές, με λαθεμένα
ονόματα
βάζοντας εκεί που δεν έπρεπε τον τονισμό, τα πνεύματα
προσθέτοντας ακατάληπτες φράσεις ανάμεσα στα δόντια
κινώντας τα δάχτυλα προς το κενό, τρέμοντας τη φωνή
μπροστά σε άδεια καθίσματα
Έπειτα απειλητικά κινούνται προς τις πλατείες
Μάγοι πια δίχως κοινό
που αυτοϋπνωτίζονται

Τότε έξω βροχή ραΐζει το πρόσωπο της ξηρασίας.




Από τη συλλογή «Τα μαύρα τακούνια», που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργος Χρονάς - Τα ποιήματα (1973-2008)», εκδ. Οδός Πανός 2008