Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Eugenio Montale, "Η μπόρα"




Η ΜΠΟΡΑ

   Les princes n’ ont point d’yeux pour voir ces grand’s merveilles,
   Leurs mains ne servent plus qu’à nous percécuter…
                                                      AGRIPPA D’ AUBIGNÉ, «À Dieu»


Η μπόρα που ξεχύνει επάνω στα σκληρά
τα φύλλα της μανόλιας χαλάζι και μακρόσυρτες
μαρτιάτικες βροντές,

(οι ήχοι του κρυστάλλου στην βραδινή
φωλιά σου σε ξαφνιάζουν, κι απ’ τον χρυσό
που έσβησε επάνω στο μαόνι, στα φύλλα
των χαρτόδετων βιβλίων, καίει ακόμα
ο κόκκος από ζάχαρη στην κόγχη
των ματόφυλλών σου)

η λάμψη που αυγάζει
δέντρα και τοίχους και τους ξαφνιάζει σ’ εκείνη
την στιγμιαία αιωνιότητα —μάρμαρο μάννα
και καταστροφή— που φέρνεις μέσα σου
χαραγμένη σαν καταδίκη και που σε δένει
μ’ εμένα περισσότερο απ’ τον έρωτα, παράξενη
         αδερφή, —
κι έπειτα ο άγριος κρότος, τα σείστρα, το τρέμουλο
των ταμπούρλων πάνω από τον απαίσιο λάκκο,
το ποδοκρότημα του φαντάγκο, και στον αέρα
κάποια χειρονομία σαλεύει…
                                                               Σαν τότε
που γύρισες, εσήκωσες το χέρι,
με καθαρό το μέτωπο από το σύννεφο των μαλλιών σου,

και με χαιρέτησες — για να χαθείς μες στο σκοτάδι.


Μετάφραση: Νίκος Αλιφέρης


Από το βιβλίο «ΦΙΝΙΣΤΕΡΕ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. ΑΓΡΑ, 1995