Σάββατο 29 Μαΐου 2021

Άντζελα Γεωργοτά, "Της μοναξιάς θαλλόφυτα"





Απατηλή μνήμη

«Όποιο χαρτί και να σκίσω
όποιο βιβλίο και να σβήσω
άρρητα όνειρα θα τριγυρίζουν φαντάσματα τις μέρες και τις νύχτες μου»
(της φυγής, Ά. Φραντζή)


Αν θυμηθώ κάτι ακόμη από σένα θα σπάσω σε μικρά κομμάτια την ύπαρξή μου για να πολλαπλασιαστεί η μνήμη και το σύμπαν να τυλίξει. Αν τύχει και σε δω, ακόμη μια φορά να αναδύεσαι απ’ τις συμπληγάδες του μυαλού μου, θ’ αφήσω τη μορφή σου να με καθοδηγεί με βήματα αργά να με τραβά στην άλλη όχθη. Αν κάποτε μπορέσω να μιλήσω καθαρά θα πω πως φτιάχτηκε ο κόσμος από γιασεμί, δυόσμο, πλατύφυλλο βασιλικό την ώρα που δυο κορμιά ήξεραν να γίνονται ένα. Και ίσως ανακαλύψουμε μαζί τι κρύβεται πίσω απ’ τις χαράδρες της καρδιάς και πάλλεται ηδονικά στο θρόισμα της άνοιξης.





Εθισμός στον φόβο

«Βρέχει
Κι έχω αφήσει απλωμένα όνειρα.
Λογικά τώρα θα στάζουν»
(Η καρδιά ήταν μόνο το πρόσχημα, Μ. Ζαγκλαρά)


Όχι, δεν είναι ότι δεν αντέχω τη βροχή ή τους ανθρώπους· έχω συνηθίσει τα βρεγμένα τους πρόσωπα, τις ξεθωριασμένες ομπρέλες, τα παγωμένα πεζοδρόμια.
Η κίνηση στους δρόμους, ο συνωστισμός κάτω από τα υπόστεγα, η υγρασία στις άκρες των δαχτύλων, το μούδιασμα στο σώμα δε με παραξενεύουν πια. Φοβάμαι μόνο όταν με χάνω στις λεωφόρους της δικής σου πόλης, καθώς το τζάμι θολώνει απειλητικά και κάθε κύτταρό μου γεμίζει νερό. Φοβάμαι εσένα εμένα το χτες το Θεό τη βαναυσότητα των καιρικών φαινομένων· το μέσα που αδειάζει και η βροχή γεμίζει το κενό. Αυτό φοβάμαι.





Αβέβαιη προσμονή

«Μόνο εσύ μπορείς να κάνεις τα λόγια ποίηση
να τα μετατρέψεις σε ήχο κίνηση και φως
για να σημάνουν»
(Μαρία, Ζ. Σαμαρά)


Ετιέν, περιμένω να έρθεις.
Στέκομαι στην άκρη της προβλήτας, ακουμπώ το δάχτυλο στο νερό, κοιτώ τα κύματα − αναμένω. Η ανησυχία μου είναι φανερή. Ισιώνω το φόρεμά μου, κρύβω τις ρυτίδες κάτω από το χαμόγελο. Δεν είμαι σίγουρη ποιός είσαι. Ακούω μέσα μου μια νότα, ήχους που μέχρι χτες δεν γνώριζα. Χτυπούν οι φλέβες· με κρατάει ζωντανή αυτή η προσμονή − το τίποτα με κρατά φυλακισμένη. Ετιέν, πάρε μορφή· γίνε ο μουσικός της νύχτας. Δώσε στα όνειρά μου μια δικαιολογία.





Πού θα πηγαίναμε;

«Αν κάποτε σου πουν πως δεν σε πόνεσα
δειξ’ τους μια θάλασσα ρυτιδωμένη απ’ τον αέρα»
(Αγάπη, Αθηνά Παπαδάκη)


Δεν θα έρθω, Ετιέν.
Δεν μπορώ να έρχομαι πια.
Πίσω μου μια άβυσσος κυλά,
το σπίτι απέκτησε λόγχες ξαφνικά
που με τρυπάν στα χέρια
τα μάτια σου τα τόσο διαπεραστικά
την ψυχή μου ακτινογραφούν.

Δεν θα έρθω.
Μετάνιωσα τις νύχτες που σου αποκάλυψα
τον πύρινο φλοιό μου.
Βρέθηκες εκεί
να σβήνεις τη φωτιά
και να μετράς τα εγκαύματα μετά.
Οι ψίθυροι έφταναν ως την πόρτα
και συ με την κουβέρτα
μ’ έπνιγες
να μη με αποκαλύψεις.
Δεν θα έρθω.

Το πάτωμα
με πίνει λίγο, λίγο
ακροβατώ ανάμεσα
από κομμάτια παζλ
να μη διαλύσω τη ζωή μου.
Δεν έρχομαι, αγάπη μου.

Πάλι θα με ρωτήσεις
κάθε μου σημάδι πού απέκτησα
και τι να σου απαντήσω;
Θα ψηλαφήσεις τους μηρούς, το στήθος, το λαιμό
και κάθε αμυχή θα εξετάσεις.
Πώς να σε αντικρίσω;

Δεν θα έρθω.
Θα προσποιηθώ
πως ξέχασα το δρόμο,
τα φρένα μου ότι έσπασαν στα δυο
και με ταχύτητα αστρονομική
βυθίστηκα στο χάος.





Τσακίζει η αναμονή

«Η ελπίδα μου είσαι, ένα θρύψαλο λύπης για μένα»
(Δελφίνια, Ν. Α. Ασλάνογλου)


Τα χρόνια βαραίνουν το κορμί Ετιέν.

Επικίνδυνα ναρκοπέδια οι ώμοι

αγγίζεις και κρότοι εκσφενδονίζονται παντού, ήχοι από τα
             έσω της ψυχής.

Την αλυσίδα μου την κράτησα σφιχτά δεμένη, χρόνια λυμφατικά, κι εσύ την έσφιγγες όλο και πιο πολύ. Μπέρδεψα την κατάκτηση με την αγάπη Ετιέν. Γιατί εσύ να αλώσεις ήθελες ένα κάστρο − ακόμη και αν έπρεπε να το βομβαρδίσεις. Τι αναχρονισμός! Όλα έγιναν σε λάθος εποχή. Τώρα ποιος να με παρηγορήσει γι’ αυτό που δεν συνέβη; Φεύγεις Ετιέν. Απομακρύνεσαι χωρίς ούτε ένα δάκρυ. Φεύγουν μακριά η θάλασσα, οι ωκεανοί, οι γλάροι. Εσύ. Μένει όμως μια στιγμή −

γιατί οι πράξεις που δεν τελειώσαμε πάντα θα μας απειλούν.






Από τη συλλογή «της μοναξιάς θαλλόφυτα», εκδ. Ρώμη, 2021.

Κυριακή 23 Μαΐου 2021

Αγγελική Ελευθερίου, "Μια άδεια θέση"





Και να ’ναι
Όλη σου η ζωή
Εκείνη η φωτογραφία
Όλη κι όλη
Παραμονή του γάμου σου
Κι εκείνη η άλλη
Που δεν τραβήχτηκε
Ποτέ






Το ’ξερες
Μήπως δεν το ’ξερες
Κι ας είχες ξεκινήσει
Κι ας προχώρησες
Γύρισες πίσω
Με μια χάρη
Με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη
Και κάθισες στην ίδια θέση
Σαν και πριν
Κάθισες έτσι
Όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη
Που φτάνεις με καράβι
Ξημέρωμα Γενάρη






Τη χίμαιρα μου
Τη βρήκα
Στα χώματα
Ψάχνοντας
Για κάτι άλλο
Θραύσμα από πηλό
Αρχαίου αμφορέα
Ολάκερη και ολοκάθαρη
Την έχασα
Μέσα στον κόσμο
Πολλά τα λόγια
Εύκολα
Να την ξεχάσω
Να σταματήσω
Να την ψάχνω να
Ωστόσο
Αργά και πού
Μέσα στα χρόνια
— Τελευταία όλο και πιο συχνά
Αισθάνομαι έναν απόηχο βαθύ
Παντού
Μέσα στο σώμα μου
Στο πρόσωπο
Που με χτυπάει
Αλύπητα






Η κλίση σου
Τράβηξε άλλους δρόμους
Μα κάτι ελάχιστο
Και σκοτεινό
Στους ίσκιους των ματιών σου
Που μόνο εσύ εγνώριζες
Κάτι σαν βαθύ νερό
Κάτι που έμοιαζε
Σαν να πεθαίνει κάποιος
Και να μην έχει
Συγχωρέσει






Αυτό το φόρεμα
Ήταν
Νεκρής από χρόνια
Αγαπημένης γυναίκας
Ένας αέρας
Τώρα το φοράω εγώ
Κάθε χειμώνα
Περιμένω τον Αύγουστο
Κάθε Αύγουστο
Μετρώ τα καλοκαίρια της
Και τα δικά μου






Από τη συλλογή «Μια άδεια θέση» (2011).
Πηγή: 
«Αγγελική Ελευθερίου, Τα ποιήματα [1978-2011]», εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Στην εικόνα: Oreste Pizio, «Träumerei» (1900).
Πηγή για την εικόνα:Wikimedia Commons.

Πέμπτη 20 Μαΐου 2021

Σταύρος Σταμπόγλης, "Τεθλασμένη πόλεως αφή"





ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΑΠΟΣΤΗΜΑ


Το δώμα των τετραγώνων, ανισοϋψής στεριά, πέλαγος
ταραγμένο, όπου σκορπάνε των ψυχών εγκαταλείποντας
κορμί κι αλάτι άνθρακα· της μπόρας λίπασμα· κλειδώσεις
άκανθοι και βρόγχος ξηρασίας οι τριγμοί.
Αμαξοστοιχία υπόγεια τραβάει πίσω της την πόλη απ’ το
ποδάρι· κι αυτή κουτσή βαστά ανάποδα, κρατά
αδιάβαστα τα νέα.
Κι ακούς βήματα πυρρίχιου· νομίζεις.
Έφηβοι μύριοι, στρουθία σε κίνηση ακαθησίας είναι·
ο μυστικός τους πυρετός.
Κι οι επικράτειες των προσφύγων· και οι άκαπνες
ταξιαρχίες μιας νεοανεργίας, καθώς συνθλίβονται
όλα εν μέσω εκβιασμών· ό,τι καλλιεργεί την Επαιτεία·
της αειπαρθένου Αλληλεγγύης θυγατέρα·
μεγάλη η χάρη τους μήτηρ και κόρη.





ΣΥΝΟΙΚHΣΕΙΣ

                                                                του Πάουλ Τσελάν


Η παραλληλία· ένα σύστημα αποκατάστασης πλήθους,
όπου έντομα μηρυκάζουν την αλληλεγγύη, καθώς
η ελεήμων πολιτεία σκηνοθετεί την ανάγκη της.
Οι ελεήμονες· ό,τι υποθάλπει υποσχέσεις του φαίνεσθαι
και η καταστροφή συγκαλύπτεται
στην ασάφεια των εξωραϊσμών.
Η οργάνωση είναι μια ευφυής μετατόπιση χρόνου και
χώρου, ένας κόσμος λαβυρινθώδης, όπου ενισχύεται
η συμμετοχή στην ανισότητα του άυλου.
Θα έλεγα, ακρωτηριάζοντας εκείνο το Ποίημα*,
τον ρυθμό του κλέβοντας, πως: μάστορας
της απόκρυψης είναι ο χειριστής.
Αχ, από καρφί η πληγή· κι είναι
λοξό τo αγκίστρωμα της συντριβής
στα χείλη μου επάνω.
Mε καλοπληρωμένη άφεση
o δρόμος μας για τον παράδεισο έχει στρωθεί.
 
 
 
_________________
* «Η φούγκα του θανάτου»-«Todesfuge», 1944-1945.
Πάουλ Τσελάν.



Από την ενότητα:
A΄. Συνοικήσεις





θ΄
Κυριακή βράδυ.


Ο ήχος των αιώνων έχει φυλακιστεί πίσω από την οθόνη,
το τέταρτο μάτι· αυτήν τη γροθιά επιβολής στο μέτωπο.
Και το τρίτο μάτι απόμεινε χώμα στεγνό· ένα σπήλαιο
από ρίζα ξεριζωμένη, ζωγραφιά ευφάνταστης
πίστης· μια ιδέα έτσι κι αλλιώς.
Αλλά τώρα όλα τα γεύομαι οινοπνεύματα δίχως οίνο και
πνεύμα· καθώς της μέρας επιταχύνεται η εκμετάλλευση·
καθώς εξαντλείται η κίνηση, καθώς εξαντλούμαι
στην αποδοχή των εντολών ευζωίας.
Παγώνουν οι λέξεις αντί να φλέγονται.
Και οι αριθμοί, η άβυσσος της αβύσσου, ελέγχουν
την εξέλιξη· ήχοι αστραπιαίοι να
συνθλίβουν τις έννοιες.
Κάτι σαν σήμανση κινδύνου στις πύλες
των ονείρων τρομοκρατεί τ’ όνειρο.


Από την ενότητα:
B΄. 13 μπαλάντες του bar





ΑΚΙΝΗΣΙΑΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ


Το κόκκινο φεγγάρι ανεβαίνει, άνοιγμα κατευθείαν
στο πάθος της αβύσσου, ώχρα, παλιόκρασο του γάμου
στο εικονοστάσι της παστάδας.
Φλεγόμενο φιλί της μνήμης αναστατώνει τη μοναξιά.
Μία φωτογραφία, στιγμιαία στάση φωτός, ανακουφίζει
την αβεβαιότητα της οπτικής.
Οι ταχύτητες, οχήματα μεθυσμένα· το ένα παραπατάει
πίσω απ’ τ’ άλλο. Ένας επιτυχημένος εμπρησμός κάθε
μεσημέρι· φόρτωμα με νοθευμένους χρόνους· όπου
οι φλεγμονές της πόλης φλέγονται· το σαράκι
του οιωνεί παρόντος.
Ξεγλιστράς κομμάτια· από το κεκαυμένο
των ήλιων, από το απομεσήμερο της κούρασης,
απ’ την συγχώρεση του απόδειπνου.


Από την ενότητα:
Γ΄. Από Λεκανοπεδίου, Εχινάδες





Από τη συλλογή «Τεθλασμένη πόλεως αφή», Κουκκίδα 2021. 

Δευτέρα 17 Μαΐου 2021

Καλλιόπη Εξάρχου, "Τόσο ήθελε το στήθος"




ΣΩΜΑ / ΕΡΩΤΑΣ



III



Και από το σώμα τι;

Τίποτα;

Κι αν απαιτήσει δικαιώματα;

Κι αν μας ρωτήσει

πού ξοδευτήκαμε;

Τι θα απαντήσουμε;

Ερείπια;

Και τότε

εκείνη η νύχτα

με το φεγγάρι

ανάμεσα στις λαγόνες;

Δεν ήταν κυριολεξία;






VII



Δεν θα μάθουμε

ποτέ

με ποιο ένδυμα

θα μας δεξιωνόταν

ο Έρωτας

αν άνοιγε το σπίτι του

Τι θα έσερνε

ξοπίσω του;


Πορφύρα τη βυζαντινή

ή ακάνθινη σινδόνη;

Θα μας ράντιζε αγιασμό

ή όξο;

Κι εμείς

τι;

Παιδιά

ή παραπαίδια;


Τι να λέμε τώρα


Δεν θα μάθουμε

ποτέ

αφού δεν παίξαμε

κορόνα γράμματα

το ανάστημά μας





 

ΣΤΟΜΑ / ΦΩΝΗ



VII



Να συμμεριστώ

μου λες

τους θανάτους

που ράβω σταυροβελονιά

στη θύελλα

της νύχτας

κουκουλωμένη

στα όνειρα

παιδίσκη

άηχη

Να τους καταμετρήσω

επιμένεις

αφού οι αριθμοί

κρατούν τα στατιστικά

του σύμπαντος

γιατί όχι και τα δικά μου

Μήπως να τους κατατάξω

με το βάρος

να δω

ποιος αφήνει τον μεγαλύτερο κουρνιαχτό;


Τελικά

έχει πολλή δουλειά

εκεί κάτω

στο πέτρινο

το προπατορικό αλώνι






ΑΚΡΑ / ΔΕΣΜΟΙ / ΔΕΣΜΑ



VII



Τελευταία

τα βήματα

με οδηγούν

σε δρόμους χαραγμένους

συστολή

και ρίγος

Είναι που κόντυναν

τα πόδια μου;

Απάντηση

δεν έχω

γιατί

εκεί

πατώ

εκεί

συστρέφομαι

όπου ίχνη

απάνεμα

συνένοχα

αρνούνται

να με σβήσουν

απ’ τον χάρτη






ΕΛΕΛΕΥ



ΙΙ



Έτσι, μάλιστα

Να σε κατοικούν

όσοι

δεν θέλουν

να σου αλλάξουν

πόρτες

και

παράθυρα





ΙΙΙ



Είναι κάποιοι άνθρωποι

που δεν λησμονιούνται ποτέ

Αφήνουν το φως ανοιχτό

για να μη χάνουμε τον δρόμο







Από τη συλλογή «Τόσο ήθελε το στήθος», Σοκόλη 2020.

Κυριακή 25 Απριλίου 2021

Τάκης Σινόπουλος, "Η νύχτα και η αντίστιξη"





ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ*


Κάθε πρωί ξυπνώ με μια πέτρα στο κεφάλι μου.
Μέσα στην πέτρα είναι ένα πουλί
όχι η φωνή του
που ακούγεται μες στα κλαδιά
μα το πουλί που βγαίνει χρωματίζοντας τον ουρανό.
Οι άλλες γυναίκες άξαφνα γεννούσαν σύννεφα
σε σχήματα κενταύρων.
Αυτός ο κένταυρος κρατάει την πέτρα με το χέρι του
με τ’ άλλο αδράχνει τη γυναίκα απ’ τα μαλλιά
γυμνά και μαύρα όπως ο ύπνος.

Κάθε πρωί ξυπνώ με σένα μέσα στο κεφάλι μου.
Το αισθάνομαι την ώρα που ονειρεύομαι
να βγαίνεις από τα νερά του ποταμιού
και το πουλί στα δροσερά σου γόνατα
όχι η φωνή του
μα το τρελό πουλί που υπάρχει πάντοτε στα ποιήματα.
Τα χέρια μου σε ζώνουν από την οσφύ
μα χάνεσαι ψηλά στον ουρανό
που ζωγραφίζει το πουλί
γυρίζεις κι αναπαύεσαι
με το ποδάρι λάμποντας πάνω στην πέτρα.

Κάθε πρωί ξυπνώ μ’ ένα πουλί μες στο κεφάλι μου
κι απ’ τη φωνή του
που ακούγεται μες στα κλαδιά βγαίνεις εσύ.

Ο κένταυρος σε κυνηγάει ακόμα.
Φεύγεις και λάμπεις κάτω από τον ουρανό.
Το αισθάνομαι όπως ονειρεύομαι
ν’ αδράχνω με το χέρι μου σφιχτά
και μαύρα τα μαλλιά σου.

Μα εδώ τελειώνει το πουλί
κι ο κένταυρος
κι ο ύπνος.



______________
        *Το ποίημα αυτό γράφτηκε με συνεργασία του ποιητή Γιώργη Παυλόπουλου έπειτα από μια επίσκεψη στην αρχαία Ολυμπία.





Η ΑΝΟΙΞΗ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΑ


Βεβαιωθείτε Κύριε ότι το χέρι που έσφιγγε
με τόση δύναμη την άμμο ήτανε της Μαρίας.
Δεν ξέρω ωστόσο αν η καρέκλα κάτω από το φως
υπάρχει στη δική μου μνήμη ή στη δική σας.
Απ’ τον εξώστη βλέπαμε μαζί τη θάλασσα.
Άδεια τα σπίτια από ψυχές.
Η άνοιξη ήταν έρημη.
Ακόμα βλέπαμε και τη Μαρία
άσπρη με την ομπρέλα της για να σκεπάζει τη γυμνότητα
23 χρόνια.

Βεβαιωθείτε ακόμα πως το ποίημα που διαβάζετε
το γράφω τώρα που είστε εδώ κοιτάζοντας
απ’ το παράθυρο τον ήλιο. Ανήκει στη Μαρία.
Δεν έχει σημασία αν σεις πρώτος μιλήσατε
σ’ αυτό το πρόσωπο μετά από τη σιωπή
και κατεβήκατε τη σκάλα ανήσυχος.
Η εικόνα δεν αλλάζει.
Απ’ τον εξώστη βλέπαμε μαζί τη θάλασσα.
Εγώ κι εσείς εδώ. Πιο πέρα ήταν το χέρι που έσφιγγε
με τόση δύναμη την άμμο – αυτό
που φως ονόμασα.

Γιατί όσο φως υπάρχει μες το ποίημα
δεν είναι όπως νομίζετε της άνοιξης
μα της ψυχής που τώρα ντύνει τη γυμνή Μαρία.




 
ΕΝΑ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΟΥ 1944


Γιατί πώς θα μπορούσα
να ξεκαρφώσω απ’ την κορνίζα του το παρελθόν
να ξεχωρίσω
τον κλέφτη απ’ το σακάτη απ’ το φονιά
απ’ τον ανύποπτο που η σκιά του προχωρεί
μέσα στο βράδυ;
Ποια ήσουν εσύ πώς έφτασες
με τι φτερά σ’ αυτόν τον κόσμο τον ανάστατο;
Πιο λαμπερή πιο αγέρινη παντού
πιο σκοτεινή παντού πιο κόκκινη
μια πολιτεία φριχτή και κατακόκκινη
σε κάθε σταυροδρόμι κι ένας σκοτωμένος
σε κάθε πόρτα κι ένα δάκρυ
και πόσο χιόνι
χιόνια χαμένα στην αθωότητα
κι ούτε φωνή
ως τα βουνά
ούτε ένα φως
κανένα φως
το παράθυρο κλειστό και πίσω από το πρόσωπο
το σκούρο δέντρο το καμένο βαλς.





ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ’ αυτή την αίθουσα
τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι.
Βασανίζεις τα καθίσματα σα να βασανίζεις τον ένοχο.
Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά
μα εσύ τα λευτερώνεις.
Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
κι έρχεσαι εδώ.
Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.
Σου πλένω με τα δάκρυά μου τα χέρια και τις μασχάλες.
Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
Σου χαρίζω την πιο ζεστή μου φωνή για να ντυθείς.
Μα εσύ φεύγεις
όπως ήρθες
γυμνή
για να υπάρχει πάντα ένα ποίημα
να λέει
για σένα.





Από τη συλλογή «Η νύχτα και η αντίστιξη» (1959).
Πηγή: «Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι [1951-1964]», εκδ. Ερμής, β΄ ανατύπωση, 1990.

Στην εικόνα: Édouard Manet, «Sur la plage de Boulogne-sur-mer» (1868).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, "Η περιπέτεια"




Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Α΄

Ι


Η επιστροφή από ένα νησί γεμίζει με έννοιες την ησυχία
Γιατί στο νησί μπορεί κανείς τη θάλασσα να τη μετρήσει
Και να τη βρεί εφτά φορές πιο μεγάλη από το κέφι που
     κομίζει ο έρωτας
Και ας μην υπάρχουν χορτάρια ειρήνης, φτάνει μόνο να υπάρχει
Ο ουρανός της αγάπης, λίγα ξεφτίδια προσευχής να κρέμονται
     απ’ το σώμα
Απ’ το κορμί μας το γεμάτο προϊόντα μετανοίας

Μας δαγκώνει ο Φλεβάρης· μόλις πριν λίγες στιγμές
Πότισε τα ερπετά και τα σκουλήκια τρων από μέσα της ελιάς 
     το δέντρο
Κι η ματιά κοπιάζει τσακίζεται στις γρίλιες
Φέρνει απ’ έξω σκίνα
Πλαγιάζει στα κρεβάτια, τρυπώνει στα μεσάνυχτα του σεντουκιού
Βρίσκει παλιές επιστολές και τις διαβάζει, βλέπει τις φωτογραφίες
Βγάζει από μέσα τους πουλιά και καλοκαιριάτικα έντομα
Μα δεν απαντάει σε τίποτα τέτοιες στιγμές είναι προτιμότερο
Να ξαπλώνει στο κρεβάτι και να περιμένει
Μέσα στη νύχτα το Θεό ή να διαβάζει σε μεγάλα βάθη
Την αστροφεγγιά πάνω σε λέπια πέρκας.




ΙΙΙ


Είχα μέσα μου στρώσει –δεν πρόκειται μόνο για τον εαυτό μου
Με στοργή το κρεβάτι, άναψα τη λάμπα ταχτοποίησα τα βιβλία
Τις οπτασίες του ταβανιού και περίμενα στις οχτώ το Μεσολόγγι
Και στις εννιά τον έρωτά μου

Την άλλη μέρα με βρήκαν σε υπόσταση θρησκευτική
Αναπολούσα τις ομιλίες
Το ρόλο της προσευχής τον έπαιζα στα δάχτυλα
Ήξερα πότε πρέπει να σιωπώ
Και πότε τέλος πάντων ν’ ανοίγω στα σπλάχνα μου δυο δωμάτια
Κι εκεί να μαζεύω τους φίλους τα βράδια
Στο ένα δωμάτιο να μην υπάρχουν εικονίσματα στο άλλο να
     υπάρχουν
Ώστε να παρασταίνω το Σωτήρα και την εκστατική αναπόληση
Ή και το άγαλμα με τεντωμένο χέρι
Προς την υφή του νευρικού συστήματος
……………………………………………………………………………………………

Σκέφτηκα τότε να προσέξω τα χέρια μου
Με νευρίασαν, τ’ άρπαξα κι εγώ στα γόνατά μου
Και μ’ ένα σφυρί βάλθηκα να τα τσακίσω
Στο τέλος δεν το κατόρθωσα κι από τότε πιστεύω στα χέρια
Κάθε βράδυ τα χαϊδεύω
Και δεν αφήνω ποτέ τους πρόστυχους να τα πλησιάσουν.




VII

                                                                             στον Μανόλη Αναγνωστάκη


Το ν’ ακούει κανείς το πρωί τη βιασύνη των πουλιών
Το να ψάχνει στα μάτια των άλλων να ’βρει λίγα τοπία
Το να αισθάνεσαι αλλιώτικος μετά από γλέντι όταν μένεις μόνος
Και παίζεις με την έχτρα και τη φιλία του εαυτού σου
Αυτό σημαίνει κίνδυνο
Σημαίνει αναγωγή της λύπης στη μονάδα

Έτσι λοιπόν ξανά σε θυμήθηκα
Ταίριαξα τη γραμμή του ώμου σου με την πιο χαρούμενη μέρα μου
Τα μάτια σου δε μ’ άφηναν να ησυχάσω
Κι από πού δε μου έρχονταν
Απ’ τη βροχή
Απ’ τ’ αμπέλια
Από τα κουρασμένα χέρια της χωριάτισσας
Κι από μένα τον ίδιο

Σε θυμόμουν και σε είχα στη μνήμη μου
Όπως ένα κομμάτι ζάχαρη στο νερό.





Β΄

VII


Συχνά βρέθηκα σε σπηλιές
Που αντηχούσαν το κορμί μου. Άφηνα μετά τις σπηλιές
Κι ήθελα να χυμήξω στα χορτάρια και να εκδικηθώ
Ό,τι έβρισκα
Είναι μια παγίδα για την ωραία και σφριγηλή ψυχή μου
 
Κανείς δεν ξέρει ούτε κι έμαθε το χάσιμο του σώματός του
Τ’ άλλα δεν ωφελούν, μ’ αυτή την ξένη γύμνια του
Εισχωρεί σε όλες τις ύλες και σ’ όλη του τη ζωή θρηνεί
Ήρεμα θρηνεί γιατί βρήκε την αριθμητική των λουλουδιών
Κι η οδύνη τού κοσμεί το πρόσωπο.





ΕΞΟΔΟΣ


Να μη φύγει για το Λορέντζο Μαρκέζ
Να μείνει εδώ δεμένο το πλοίο VASCO
Να του αδειάσουν τα στάρια και τις ρέγγες
Και κείνους τους έξι τόνους φάρμακα της ευρωπαϊκής περιθάλψεως
Και τα μηχανήματα
Τότε το περίεργο τούτο κρανίο θα γίνει θέμα συζητήσεων
     των αστυνομικών
Οι χαμάληδες θα πιουν τη ρετσίνα τους με σκέτες ελιές
Και θα ξεφλουδίζουν ένα κρεμμύδι
Δε θα υπάρχει συμφέρον, γι’ αυτό οι λεμβούχοι
Θα είναι κακόκεφοι και το βράδυ θα τους χτυπάει στα νεύρα η
     σύζυγος και τα παιδιά
Τα παιδιά που δείχνουν πάντα προθυμία να κλάψουν

Πάρε αυτή την απόδειξη και τράβα στο Λιμεναρχείο
Να σου μονογράψουν την εκφόρτωση, μη σε πάρουν μυρωδιά
     οι συνωμότες
Γιατί τότε θα γεννηθεί ζήτημα παραιτήσεως του προέδρου
     Και τότε οι αργόμισθοι που μέχρι σήμερα πήγαιναν στην
     εκκλησία
Κι άναβαν το κερί τους θ’ ανάψουν μια μεγάλη φωτά στο κράτος
Θα το μάθουν οι πυροσβέστες κι οι ανύποπτοι του δρόμου
Θα ρωτάν ποιο μέγαρο να κάηκε
Θα φρενάρουν τα ποδήλατα, τα τραμ θα σταματήσουν τα
     γκλαν γκλαν
Θα αδειάσουν τα ουρητήρια

Και η γριά ακριβώς μπροστά στη ρόδα του λεωφορείου
Θα συνεχίσει το δρόμο τους κρατώντας πάντα στο ένα της χέρι
Τη μαρμελάδα
Ρωτάν μερικοί: μήπως θα ’πρεπε να ξαναφύγει το πλοίο
     VASCO
Για το Λορέντσο Μαρκέζ;
Εγώ από πριν λίγη ώρα ήμουν εκεί
Υπολόγιζα τα χρήματα που θα εισπράξω
Το μισό δρόμο μέχρι το ταμείο
Τον έκανα πάνω στη μια γραμμή του τραίνου
Έπρεπε να μη σκέφτομαι τίποτα και να βλέπω
Κατ’ ευθείαν σ’ ένα μακρινό σημάδι, ήταν
Το μεσιανό παράθυρο της αποθήκης
Ύστερα αισιόδοξος κατέβηκα απ’ τη γραμμή και βάδιζα κανονικά
Σα στράτευμα κατοχής
Και τότε ήμουν ελεύθερος ν’ αποφασίσω για οτιδήποτε

Ένας εισπράχτορας είχε τα φερσίματα της γυναίκας του
Ο καθαρός του γιακάς και το σιδερωμένο του παντελόνι
Δίναν την βεβαιότητα ότι δε θα πεθάνουμε
Είναι κάτι λεπτομέρειες –αυτό λέγαμε χθες και με τον Κοσμά–
Που επιβάλλουν χωρίς αντίρρηση τη μοίρα μας

Το πλοίο VASCO
Το λιμάνι του Λορέντσο Μαρκέζ
Ο μισός του γερανός κι ο μισός του μέσα μας
Θεέ μου οι μικροπωλητές
Ρωσόφιλοι άλλοτε
Αγγλόφιλοι σήμερα

Ίσως αύριο ρουφιάνοι από ωριμότητα
Πουλάν σκόνες που γυαλίζουν όλα τ’ αντικείμενα
Και σταματάν τον οδοντόπονο

Να φύγει το πλοίο VASCO
Όχι να μη φύγει.





Από τη συλλογή «Η περιπέτεια» (1953).
Πηγή: «Δ.Π. Παπαδίτσα - Ποίηση», Μέγας Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα, 1997.

Στην εικόνα: D. Moretti: «In the Port of Genova».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Κλείτος Κύρου, "Τα πουλιά και η αφύπνιση"





Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ


ΞΑΦΝΙΚΑ διαπιστώνεις πως απόμεινες μόνος
Απαριθμείς τους φίλους σου πόσοι πεθάναν
Πόσοι αποτραβηγμένοι στα σπίτια τους άλλοι
Χαμένοι στην καθημερινή τύρβη πιασμένοι
Στη μέγγενη σηκώνουν τα χέρια νιώθεις πια
Την ανάγκη να ξαναπροσφύγεις στην ποίηση
Που απαρνήθηκες πριν τόσα χρόνια να σε δονήσει
Πάλι το γνώριμο σπαρτάρισμα των λέξεων μέσα
Στο αίμα σου πριν ξεχυθούν για το παιχνίδι
Των συναρμολογήσεων τώρα που βρίσκεσαι
Πάνω κι έξω απ’ τα πάθη τώρα που οι πόλεις
Γίνονται κάθε μέρα όλο και πιο απάνθρωπες
Άγρια θηρία κυκλοφορούν στους δρόμους ο αέρας
Σάπιος τρέχεις κυνηγημένος για το σπίτι

Εκεί κλείνεις πόρτες κλείνεις παράθυρα κλείνεις
Τ’ αυτιά σου και το στόμα σου φοράς την προβιά
Και στρώνεσαι όλη νύχτα στο παιχνίδι της μνήμης.





ΠΡΙΝ


ΕΙΝΑΙ ΚΙ Η ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ένα δίκοπο μαχαίρι
Βρίσκουν ευκαιρία οι διώκτες σου και συσπειρώνονται
Δε σε κυνηγούν πια με όπλα μετάλλινα χειροπιαστά
Μετέρχονται λογής λογής τεχνάσματα μιμούνται
Φωνές υπεισέρχονται στα όνειρά σου πλαστο-
Γραφούν στίχους τραγουδούν τραγούδια κάποιας άλλης
Εποχής εκβιάζουν με αναδρομές με αναδρομές αναδρομών
Πίσω μέχρι τα παιδικά σου χρόνια πιο πίσω ακόμη
Στο διάστημα όπου πλανιόσουν σα μια ευχή γονέων
Προσμένουν να ενδώσεις καθώς στρώνεις πάλι
Το κρεβάτι κι ετοιμάζεσαι να ξαγρυπνήσεις

Μόνος μέσα σε μια ερημιά που όλο πληθαίνει.





Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ


ΤΑ ΠΡΩΙΝΑ μεταμφιέζεται
Σε παραγγελιοδόχο
Σ’ εξομολογητή
Σ’ αιλουροειδές

Τα βράδια
Μεταμφιέζει τις λέξεις
Σε βόμβες βυθού
Σ’ αερόλιθους

Κοιμάται ήρεμος
πάνω σ αναμμένα κάρβουνα
Κι ονειρεύεται δέντρα





ΕΞΟΙΚΕΙΩΣΗ


ΔΕΝ ΕΒΓΑΙΝΕ απ’ το ενυδρείο
Κι εξάλλου δεν υπήρχαν προσβάσεις
Να προφταίνει τα τόσα συμβάντα

Ζούσε σε βαθμό αυταπάτης

Χρειάστηκε να βγει ο ατμός
Ξαφνικά μ έναν πάταγο
Από μέσα του
Κι από τότε τον καίει το φως
Κι ακούει μ ευκρίνεια
Τα εγκώμια κάποιου άλλου κόσμου

Είχε φτάσει πλέον στο σημείο βρασμού





Η ΠΟΙΗΣΗ


ΕΝΑΣ ΠΥΡΕΤΟΣ στο αίμα μια θηλιά στο λαιμό μηνίγγια που βροντοχτυπούν φωνές που σε προστάζουν κρύψου σ’ ακούν τα θηλυκά φωνήεντα να στιγκλίζουν στο σκοτάδι διάττοντες ν’ αργοπεθαίνουν χρώματα να στροβιλίζουν κι η διάγνωση κατηγορηματική ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ λέξεις διάφανες να συνωθούνται μέσα σου συνταιριάζονται πλέουν σε μια θάλασσα φωτός φωτιάς ποτισμένες στο αίμα της καρδιάς σου καταγράφουν περιγράφουν κι ο Ποιητής η μόνη αληθινή αυθόρμητη γνήσια φωνή

Σ’ έναν κόσμο συναλλαγών η Ποίηση δε συναλλάσσεται Σ’ έναν κόσμο φθοράς η Ποίηση παραμένει άφθαρτη Είναι μια αρρώστια που σε σιγοκαίει όπως ο έρωτας και η θέρμη Συμπτώματα: συμπεριφορά παιδιού καθαρό μυαλό και μάτι που τρυπάει σκοτάδια και καπνούς Όπου Ποίηση και αλήθεια Φάρμακο για τη μοναξιά και τους πόνους της καρδιάς Δε χρειάζεται φίλτρο Χρήση εσωτερική Και προπαντός υπόθεση προσωπική

Μέσα σε πλήθη τυμβωρύχων φαρισαίων κι επιτήδειων κάτω απ’ τους όγκους μολυσμένου περιβάλλοντος πίσω και πέρα και πάνω απ’ τον ηλιοβόρο χρόνο πάντοτε θα ξεπροβάλλει η Ποίηση για την πιο μεγάλη αναμέτρηση του ανθρώπου





Από τη συλλογή «Τα πουλιά και η αφύπνιση» (1987).
Πηγή: «Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή [1943-1997]»,
εκδ. Άγρα, α΄ ανατύπωση: Δεκέμβριος 2006.

Στην εικόνα: Jan Lievens, «Sleeping Man».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.