Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

Τέλλος Φίλης, "Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ"





ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΒΙΝΤΕΟΚΛΑΜΠ


Εγώ θα βλέπω τις ταινίες
και θα ’ρχομαι να σου τις λέω
εσύ δεν θα μιλάς
και το τσιγάρο που σου άφησα
στην ίδια θέση θα ’ναι

Γονατιστός στα χαλίκια
θα σου σφυρίζω το μουσικό θέμα των τίτλων
δεν θα υπάρχουν δάκρυα
νερό θα τρέχουν οι υποθέσεις
μόνο τα λουλούδια από τον χθεσινό
που θ’ ανασαίνουνε ακόμη

Εκεί. Μέχρι να αρχίσει να νυχτώνει
σιωπηλά θα επιστρέφω
αφού σκουπίσω το τζαμάκι
ανάψω το ρεσό
χωρίς σταυροκοπήματα, χωρίς υποκατάστατα

Θα επιστρέφω
ως το βιντεοκλάμπ
καινούργιες ταινίες να πάρω
να τις δω
να έρθω πάλι να σου τις διηγηθώ





ΑΔΙΚΑ ΠΑΠΠΟΥ


Σήμερα ήρθα εδώ για να σου πω παππού
ο κόσμος δεν είναι τελικά όπως μου έμαθες
κι εγώ γερνάω

δεν έχω τις ίδιες αντοχές όπως παλιά
που σκαρφαλώναμε τα βράχια στο νησί
κι όποιος ανέβαινε πρώτος κάρφωνε τη σημαία

τα πόδια μου δε με κρατάνε πια, παππού
κι η αναπνοή βαραίνει
κανείς από τους επομένους
γυρνάω να δω και πάλι μοναχός μου παππού
στο μονοπάτι

τι έγινε
εσύ ποτέ δε μου ’πες ψέματα
πώς έγινε έτσι ο κόσμος και πού ήμουνα εγώ την
       ώρα που άλλαζε

Θα φύγω τώρα
χωρίς απάντηση ούτε ένα σχέδιο επιβίωσης

ήθελα να το ξέρεις
πως ίσως άδικα χάλασες τα κόκαλά σου εκεί
και το άσθμα σου άδικα κι αυτό
κι εκείνη η πρώτη αγάπη σου που έχασες
όταν σε πρωτοπήραν
άδικα κι αυτή

οι αδιάφοροι οι εαυτούληδες οι συμφεροντολόγοι
       και οι γλείφτες
επιβιώνουνε παππού

κι εγώ απλά γερνάω

κι οι γέροι πεθαίνουνε παππού
δεν κάνουν επανάσταση





ΒΥΘΟΣ


Σε καθαρά νερά
θα βυθιστώ
εμβαπτισμένος δούλος σου
μοναξιά μου.

Οι κάμερες θα στέκουν στην ακτή
να περιμένουν τον πνιγμό
σε αποκλειστικότητα

Κανείς να μην μπορεί να φανταστεί
τη δύναμη που κρύβω στον βυθό
ποιον άσσο απελευθέρωσης
κρατάω φυλαχτό

Οι άνθρωποι που ξέχασαν να παίρνουν αναπνοές
τα εγχειρίδια επιβίωσης που παράτησαν
φεύγοντας βιαστικά στις παρελάσεις
μάταια θα προσπαθήσουν
ν’ αποτυπώσουν με ορθολογισμό
την Ανάληψή μου
στους ουρανούς

Τα καθαρά νερά

η εκδίκηση μου





Από τη συλλογή «Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ και άλλα κείμενα».
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2015.

Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

Κική Δημουλά, "Δημόσιος καιρός"




Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ


ΕΙΠΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

πάντως εσύ νύχτα είσαι τυχερή
έξοδα μηδέν
σου δίνουν φως δωρεάν τ’ αστέρια
παίρνεις κι ένα μικρό ενοίκιο
από τα όνειρα.

Αγρίεψε η νύχτα.

Εγώ δεν έχω έξοδα; Ποιος
ταΐζει τους γρύλους
τις πυγολαμπίδες τα νυχτολούλουδα
την αγρύπνια;

Ξέρεις τι λάδι τρώνε τα καντήλια
εγώ ανάβω τους εκλιπόντες

ακούς εκεί
μου δίνουν φως δωρεάν
τ’ αστέρια…

πού να το βρουν δε βλέπεις πόσοι
διάττοντες αυτοκτονούν κάθε βράδυ;

Και η μέρα βέβαια περνάει κρίση.

Αλλά εκείνη τουλάχιστον τη συντηρεί
ανελλιπώς η καθημερινότητα.



ΕΙΠΕ Η ΡΕΜΒΗ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

δυστυχώς δε θα σε χρειαστώ άλλο
τέρμα οι παραστάσεις.
Μετρημένοι οι θεατές
αν και ήταν ελάχιστο
συμβολικό το εισιτήριο

και όνειρο να δεις πληρώνεις
όσα πλήρωνες
πάντα
κι ας είναι χιλιοπαιγμένο.

Τέρμα. Τι να κάνω;
Να παίξω
δωρεάν για δυο τρεις
τζαμπατζήδες έρωτες;

Δε συμφέρει
εξευτελίζεται το έργο.



ΕΙΠΕ Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

δώσ’ μου λίγο χρυσαφί
να σπάσω κάπως
το μαύρο που είμαι.

Δεν περισσεύει, αρνήθηκε το φεγγάρι.
Πρώτον έχω να αναδείξω το θέαμά μου.
Μετά να φωταγωγήσω
την Ακρόπολη το Ερεχθείο
τα σοκάκια την απομόνωση
κάποιον έρωτα σβηστό.

Έβαλε τις φωνές η νύχτα
Ε, όχι και να ρίξεις φως στον έρωτα.

Αυτό το σκοτεινό αίσθημα είναι
ο πιο επιμελής μαθητής μου.



ΕΙΠΕ Η ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

φέτος η Σταύρωση θα γίνει
με την επιβεβλημένη λιτότητα

δε θα πιουν άλλο αίμα τα καρφιά
αρκετά αιμορραγούν
τα πράγματα έξω
έξω στα σκαλιά της εκκλησίας.

Επείγει μόνο να πάρουμε
πίσω τα τριάκοντα αργύρια
αρκετά θησαύρισε εις βάρος μας
το δούναι.

Με τριάκοντα αργύρια σήμερα
προμηθεύεσαι ένα έστω
μειωμένο λαβείν.





Η ΠΙΣΩ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΘΑΡΡΟΥΣ


Τι αθώα που βραδιάζει
σα να μην έπονται τα ασυγχώρητα
σα να έσταξε σοκολάτα
μαύρη στο φανταχτερό γενέθλιο
φουστάνι μικρής ημέρας.

Ένας αθώος στην αρχή λεκές
που ένοχα σιγά σιγά
εξαπλώνεται σαν είδηση
ότι τα ορατά υπέκυψαν
στο αόρατο.

Μας περικλείει αυτό μας φοβίζει.

Παρατηρώντας όμως το ένα
και μοναδικό αστέρι να ξεναγεί
τόσο πολυάνθρωπο σκοτάδι
σε ολόκληρο ουρανό απερίφραχτον
δίχως να φοβάται
κάπως ηρεμούμε.

Κι όμως φοβάται.
− παλικαριές με το χάος; −
κι από το φόβο του
τρεμοφέγγει έτσι.

Προσγειώσου μαγεία.





Η ΠΙΣΤΟΤΗΤΑ


Έρωτας μικροσκοπικός αντίγραφο της
αρχαιότητάς του.
Πηλός
τον αναπαριστά μισοξαπλωτό σε βάση
διαφανή
να φαίνεται και η κρυφή πλευρά του.

Χρόνια ακουμπισμένος ασφαλής
σε ράφι − εικονοστάσι των αναμνηστικών.
Τον βρήκα θρυμματισμένο.
Τα μέλη του σωρός κομμάτια
αλλού το πόδι αλλού τα φτερά
αλλού το φταίξιμό του.

Υποπτεύομαι κάποιο ξεσκονόπανο
βαλτό Κύριος οίδε
από ποια πληγή παλιά
αποφασισμένη να πάρει εκδίκηση.

Μπορώ να συγκολλήσω τη ζημιά
έχω μελετήσει την ανατομία της απώλειας
προβληματίζομαι όμως αν πρέπει

σκέπτομαι μήπως αν τον αφήσω
σπασμένον κομμάτια
είναι πολύ πιο έρωτας έτσι.





Από τη συλλογή «Δημόσιος καιρός», εκδ. Ίκαρος, 2014.

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Ανδρέας Καρακόκκινος, "Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό"




ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ


Τις νύχτες ταξιδεύουμε
λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι
κρυμμένοι πίσω από ξύλινα βαρέλια
περιμένουμε τους πειρατές
ν’ απλώσουν τα κλεμμένα
στο κατάστρωμα.

Ψάχνουμε στα σκοτεινά για κείνα
τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας
και το ασημένιο δακτυλίδι,
τ αστέρια που έπεσαν
τις καλοκαιρινές βραδιές
και το μεταξωτό μαντήλι της κόρης.

Πριν το ξημέρωμα κατεβαίνουμε στ’ αμπάρι
αναζητούμε χάρτες με το νησί των θησαυρών
κι εκείνο το παλιό βιβλίο ποιημάτων.

Ύστερα κλέβουμε ρακί
μεθάμε μάταιες ελπίδες
και κοιμόμαστε στο ίδιο όνειρο λαθρεπιβάτες.






ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ


Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και ψεύτικα παραμύθια.

Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.

Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.





Η ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


Η πόλη κοιμάται
με το κεφάλι ακουμπισμένο
σ’ ένα τσουβάλι
παραγραφέντα όνειρα.

Τα χέρια της κρέμονται
στις γωνιές των δρόμων
ξόανα σε τάφους
αποτεφρωμένων λέξεων.

Λυσσασμένα σκυλιά
περιφέρουν το σώμα της
σε πικραμένες αυλές
και ξεραμένα παρτέρια.

Όταν ανοίξουν τα μάτια
δεν θα ’χει απομείνει δάκρυ.





ΟΤΑΝ ΠΕΦΤΕΙ Η ΝΥΧΤΑ


Όταν πέφτει η νύχτα
οι σκιές στη πλατεία
αλλάζουν μορφές,
ξεσκονίζουν τα χαραγμένα
ανέκφραστα πρόσωπά τους,
φοράνε μαύρο πουκάμισο
πάνω από τατουάζ φιδιών
και σε βρώμικα πεζοδρόμια
στους ήχους πλανόδιων μουσικών
χορεύουν θάνατο
με το ίδιο πάντα
κλεμμένο χαμόγελο.






Από τη συλλογή «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό», εκδ Ένεκεν, 2017.

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Οι λαθρομετανάστες"




Οι λαθρομετανάστες


Εκεί, στα ψηλά, δίπλα από την αστυνομία, κοντά στο διοικητήριο και το γυμνάσιο, απέναντι από το βενζινάδικο, πέντε μέτρα από το άγαλμα του Καπετάν Γαρέφη, καμάρωναν μεγαλοπρεπείς δυο πελαργοί. Στον υποσταθμό με τις δυο ψηλές κολόνες κι ένα σωρό ηλεκτροφόρα σύρματα όπου παραμόνευε ο θάνατος. Άγνοια κινδύνου; Περιφρόνηση; Αγέρωχοι. Ανέμελοι. Μακάριοι. Βούδες.
Άνοιγαν τα πελώρια φτερά τους κι όταν ακουμπούσαν έστω και για λίγο στα σύρματα, εκτός από τη ζημιά που έκαναν στον εαυτό τους, προκαλούσαν βραχυκύκλωμα και διακοπή του ρεύματος. Έτρεχαν τότε οι εναερίτες. Κάθε άνοιξη ατελείωτα επικίνδυνα πετάγματα πελαργών κι άλλες τόσες βλάβες. Κι όλο το καλοκαίρι.

Ο αρσενικός κουβαλούσε τα υλικά για να φτιάξουν τη φωλιά τους. Ξυλαράκια, λάσπη, κουρέλια και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Η πελαργίνα αναλάμβανε την κατασκευή του σπιτιού. Συνεννοούνταν με τα ράμφη τους.
Πακ πακ τα χτυπούσαν: έφερα τα υλικά, χτίσε τώρα εσύ. Πακ πακ: χτίζω, κουβάλα κι άλλα ξυλαράκια , η λάσπη δεν φτάνει, γρήγορα, όπου να ’ναι θα γεννήσω το αυγό μου.
Τη στιγμή που τέντωνε το λαιμό της η πελαργίνα για να πιάσει με το ράμφος ακόμα ένα ξυλαράκι, έχασε την ισορροπία της και τη βρήκαν με τα φτερά της καμένα να ακουμπά στα δυο σύρματα των είκοσι χιλιάδων βολτ. Το κορμί της άψυχο πάνω στις τραβέρσες και το ράμφος της ανοιχτό για το μοιραίο ξυλαράκι. Τα μάτια της κοιτούσαν απορημένα, χαμηλά προς τη μεριά του αρσενικού που έφερνε τα υλικά.
Ο εναερίτης Τάκης Πέτσικος που την κατέβασε είπε ότι το μισό αυγό φαινόταν. Δεν πρόλαβε να γεννήσει. «Ωστόσο», συνέχισε, «σαν πρόχειρη λύση να βάλουμε πηχάκια για να μην μπορούν να κάτσουν οι πελαργοί. Θα μας ταράξουν στις βλάβες».
Ανέβηκε ο ίδιος στην κορυφή, κάρφωσε τα πηχάκια, αλλά ο αρσενικός, χήρος πια, όλο το καλοκαίρι ως τον Οκτώβρη που έφυγε, καθόταν πάνω σε αυτά με το ένα πόδι, καμάρωνε, μπορεί και να έκλαιγε, επιβλητικός όμως πάντα και περήφανος. Με το βάρος του τα πίεζε, τα οριζοντίωνε κι αχρηστεύονταν. Συνέχισε όμως να φέρνει τα υλικά και να χτίζει τη φωλιά μόνος του από την αρχή, χωρίς πακ πακ κι αγαπούλες.
«Μπορεί να βρει καμιά άλλη πελαργίνα ή να ετοιμάζει τη φωλιά για την επόμενη χρονιά. Πρέπει να βρούμε λύση, να διώξουμε μια και καλή τους λαθρομετανάστες και να απαλλαγούμε από αυτούς οριστικά», είπε ο Πέτσικος.
Έδωσε το σχέδιο στους σιδεράδες κι έφτιαξαν μια μεταλλική κατασκευή που έμοιαζε με βαθύ ταψί. Στη βάση του είχε κάτι ρουλεμάν που έβγαζαν έναν ενοχλητικό θόρυβο ώστε να μην μπορεί να καθίσει ο πελαργός. Να τσακιστεί να φύγει.
Όμως το αγέρωχο πουλί δεν έκανε του κόσμου τα χιλιόμετρα για να το εμποδίσουμε εμείς να γεννήσει τα μικρά του. Πήγε στον παραδίπλα στύλο. Δεν πειράζει, θα σκέφτηκε, είναι χαμηλότερα, αλλά τι να κάνουμε; ας βολευτούμε.

Οι βλάβες συνεχίζονταν, ο Πέτσικος με τους υπόλοιπους εναερίτες δεν έπαψαν να τρέχουν και το σχέδιο με τα ρουλεμάν πήγε περίπατο.
Τα χρόνια περνούσαν, τα κορμιά των πελαργών έπεφταν βροχή από την ηλεκτροπληξία, ο Πέτσικος με τους υπόλοιπους εναερίτες συνέχιζαν να τρέχουν κι όπως όλα αργά και βασανιστικά αλλάζουν, άλλαξε και ο τρόπος που έβλεπαν οι άνθρωποι τα πράγματα. Οπότε, ένα ωραίο πρωί, ο Πέτσικος που στο μεταξύ μελετούσε τη ζωή των πελαργών, σκέφτηκε: Πόσα κορμιά πελαργών έπεσαν στη θάλασσα; Πόσες δεκαετίες ή αιώνες χρειάστηκαν για να μπει στα κύτταρα του προγραμματισμού τους ότι δεν πρέπει να ταξιδεύουν πάνω από τη θάλασσα; Πώς αυτό το ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν ότι πάνω στα σύρματα κινδυνεύουν όσο και στη θάλασσα; Θα τους κυνηγάμε αιώνες μέχρι να μπει στα κύτταρα του προγραμματισμού τους και ο κίνδυνος της ηλεκτροπληξίας;

Ρε σεις, είπε τότε, γιατί να διώχνουμε τους πελαργούς από τους στύλους, που έρχονται από τόσο μακριά για να γεννήσουν τα μικρά τους, τρώνε έναν σκασμό ενοχλητικά έντομα, φίδια, ποντίκια, σαύρες, ακρίδες, ομορφαίνουν και την περιοχή; Φέρνουν μια ηρεμία, μια αρχοντιά.
Έβγαλαν τα ρουλεμάν από την μεταλλική κατασκευή, την στερέωσαν με έναν βραχίονα μισό μέτρο πάνω από τις τραβέρσες και την κορυφή του στύλου, για να μπορεί να καθίσει το πουλί με ασφάλεια. Από τότε το ζεύγος των πελαργών −αν είναι ο παλιός αρσενικός ή άλλος δεν ξέρω να σας πω− βρίσκει τη φωλιά του έτοιμη την άνοιξη, βουλώνει καμιά τρύπα μόνο με δυο τρία ξυλαράκια ήρεμα κι ωραία, γεννάει τα αυγά του, τα κλωσάνε εναλλάξ, ταΐζουν τα πελαργάκια τους, τα μεγαλώνουν και δυο βδομάδες πριν μεταναστεύσουν οι ίδιοι, τα στέλνουν νωρίτερα με τα άλλα μικρά των ανατολικών χωρών της Ευρώπης να περάσουν τον Βόσπορο και μέσω της Μικράς Ασίας να πάνε να ξεχειμωνιάσουν στα θερμά κλίματα της Αφρικής.

Μετά δυο βδομάδες, χτυπούσαν τα ράμφη τους όλοι οι πελαργοί της περιοχής, σημάδι ότι «ήρθε ο καιρός να φύγουμε». Τους έβλεπε να συγκεντρώνονται πετώντας χαμηλά, να ανεβαίνουν επάνω, να κινούνται πέρα δώθε χτυπώντας τα ράμφη τους, να ανεβαίνουν πιο ψηλά, κι όταν πια βρήκαν το ρεύμα του αέρα που θα τους πάει με τον λιγότερο κόπο στο μακρύ ταξίδι, μπήκαν σε σχηματισμό, με ανοιγμένα και ακίνητα τα φτερά τους. Έβγαλε το μαντίλι ο Πέτσικος να τους χαιρετίσει. Σκούπισε κι ένα δάκρυ.
«Του χρόνου την άνοιξη η φωλιά τους θα είναι πάλι εδώ και θα τους περιμένει», σκέφτηκε.

Έφυγαν οι πελαργοί, αλλά οι φωλιές τους έμειναν. Ένα ξυλαράκι της φωλιάς γλίστρησε πάνω στα σύρματα μια νύχτα του Νοέμβρη. Τυλίχτηκε με ένα κομμάτι νάιλον από αυτά που σκεπάζουν τα καπνά. Ψιλόβρεχε. Είχε κι αέρα. Τα φώτα της γειτονιάς χαμήλωσαν. Τα τηλέφωνα της βάρδιας κουδούνιζαν. Γιατί κόψατε το ρεύμα τέτοια ώρα; Θα σαπίσουν τα κρέατα στο ψυγείο, έλεγε ο χασάπης. Θα πετάξω τα ζυμάρια, φώναζε ο φούρναρης. Ο Πέτσικος φόρτωσε στο Λαντ Ρόβερ τη ζώνη, το κράνος και τα πέδιλά του. «Θα ανέβω κι ας βρέχει κι ας φυσάει». Από τον ίδιο στύλο που είχε κατεβάσει αυτός την πελαργίνα κατέβασαν τον Πέτσικο. Είχε ανέβει στον στύλο με τον φακό στο μέτωπο. Έσπρωξε με το κοντάρι του το ξυλαράκι. Εκείνο δεν έπεφτε. Είχε σφηνώσει η μία άκρη του ανάμεσα στη βίδα και στη ροδέλα και δεν έλεγε να βγει. Το νάιλον πετάριζε στον αέρα και δυσκόλευε την όρασή του. Επέμενε εφτά κι οχτώ κι εννιά φορές. Στη δέκατη, μια φλόγα σε σχήμα τόξου τον τύφλωσε κι ένας δυνατός κρότος ακούστηκε. Έκανε πίσω το κορμί του ενστικτωδώς. Έβγαλε μια στριγκλιά ανθρώπου που βλέπει το τέλος να έρχεται καταπάνω του. Κρατήθηκε με το δεξί του χέρι από ένα συρματόσχοινο. Φωτιές και καπνοί βγήκαν από τις φτέρνες του. Έσπασε η μέση του στα δυο. Έφτασε το κεφάλι του στις φτέρνες.
Απ’ το νοσοκομείο στη νεκροφόρα και από εκεί στα κυπαρίσσια. Αυτή ήταν η ιστορία του εναερίτη Τάκη Πέτσικου που ανεβοκατέβαινε στους στύλους όπως ο σκίουρος στα πεύκα και είχε αγαπήσει πολύ τους πελαργούς.



Γιώργος Ν. Σιώμος
22/3/2017



Το διήγημα του Γιώργου Ν. Σιώμου, "Οι λαθρομετανάστες", δημοσιεύεται για πρώτη φορά.
Πηγή φωτογραφίας:
http://www.larissanet.gr/2015/04/06/pelargoi-sti-larisa-video/

Κυριακή 28 Μαΐου 2017

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, "Δανεικά αγύριστα"




ΕΞ ΑΙΜΑΤΟΣ


Φιλημένοι ύστερα από παρακάλια.
Ικέτες χωρίς γόνατα να προσπέσουν.
Πεσμένοι στην άσφαλτο και πάλι ριγμένοι
στο ανασήκωμα.
Αποκρουστικοί που έγιναν άνθρωποι ως αποκρουσμένοι.
Άυπνοι που επιμηκύνονται δίχως προοπτική αυγής.
Γείτονες στη γειτονιά με τα τελευταία σπίτια.
Κάποιοι ωραίοι που δεν το έμαθαν.
Όσοι δεν έχουν καμιά περιέργεια για τη γνώση.
Φύλακες των παραπηγμάτων ενός πανηγυριού.
Σκασμένοι στα γέλια μπρος στην πένθιμη μεγαλοπρέπεια
      μιας κηδείας.
Ολοένα περισσότερο απλοί, ανίκανοι να αυτοεπιβεβαιωθούν.
Συλλέκτες Ρώσων κλασικών, απάντων δερματόδετων.
Εκείνοι που για έρωτα μάς άφησαν το αστρικό τους σώμα
      πια.
Κι όλοι εκείνοι που αντίκρισαν στα μάτια τους μπροστά
τα όνειρά τους να πέφτουν στο τηγάνι
έχουν μια μυρωδιά απ’ τον παλιό πατέρα μου.





EΓΩ ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ


Τα βράδια φτάνουν ανυπόμονα
και τα σκοτάδια με τη μία
μα τα φιλιά σιγούν αγνώμονα
βραδιάζει αφίλητη η ανομία
της αγκαλιάς μες στο σκοτάδι
(Εκείνος είπε: ΕΙΝΑΙ ΔΙΓΑΜΙΑ).

Και τα στενά μένουν αδιάβατα
βιτσιές ο άνεμος όπου να πας
–παλιά μηνύματα φέγγουν αδιάβαστα–
αν δεν σε φύσηξε κι αν δεν φυσάς
λίγη πνοή μέσα στο στήθος του
(Εκείνος είπε: NA AΓΑΠΑΣ).

Τα χέρια δείχνουν σαν ανήξερα
πάνω σε χείλια που δεν γεύεσαι
και οι ματιές περνούν αντίπερα
μία απλώνεις, δέκα μαζεύεσαι
μες στα σκεπάσματα στριφογυρνάς
(Εκείνος είπε: KAI NA ONEIΡΕΥΕΣΑΙ).





ΔΑΝΕΙΚΗ


                                                  (Με μιαν ωραία αλχημεία, Λιλή, αναζούμε!)
                     ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, «Ο χορός των βακίλλων του Κοχ»


Η προσφορά ήταν θωπευτική.

Άγνωστες μεταξύ μας
και τ’ αεράκι εχθρικό ερχόταν απ’ τη θάλασσα.
Οι άντρες μιλούσαν ατελείωτα.
Πάντα μιλούν
κυρίως όταν έχουν τελειωμό τα ειπωμένα.
Η χαριτωμένη οικειότητα της γενέθλιας πόλης,
η αφελής οργάνωση της αισθηματικής ζωής:
όσους μας αγαπούν, τους αγαπούμε
και για τους άλλους καίει κατακόρυφα ο πυρετός των τύψεων,
μα πάνω απ’ όλα
το αεράκι που ερχόταν εχθρικό από τη θάλασσα
έκανε την αθώα προσφορά τόσο θωπευτική.
Ήτανε μια φορά μια σάρπα δανεική
από μιαν άγνωστη γυναίκα;
Όχι, δεν θα το άφηνε να πάει χαράμι
το ιαματικό απόθεμα της νύχτας
της νύχτας τις αρσενικές ηχητικές πηγές
κι εκείνη την ευγενική αλλοίωση κάθε τυχαίου.

Νύχτωσε. Κυρία, ξέρετε, πάλι κρυώνω.
Και μόνο τώρα νιώθω στο πετσί μου
γιατί όλα τα δανεικά πάνω στη γη
πρέπει να μένουν εξαρχής αγύριστα.





Από τη συλλογή «Δανεικά αγύριστα», εκδ. Κίχλη, 2017.

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Γιάννης Βαρβέρης, "Εν φαντασία και λόγω"





ΕΝΟΧΉ


Πόσο κίτρινος είναι ο ήλιος
που μας κοροϊδεύει.
Πόσο ιδανικοί εμείς αναλύοντας
τις ακτίνες του.
Πόσο επαίσχυντα ωραίοι
όταν τραβάμε το σύρτη.
Και μένουμε άφωτοι
ο ένας απέναντι στον άλλον.





Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ

                                                      Ο θάνατος υπάρχει. Είναι ο μεγάλος πατέρας
                                                      που μας φύτεψε στη μήτρα της ανυπαρξίας.

                                                                                         Γ. Θ. Βαφόπουλος


Διακρίνω στο νερό τροχισμένα χαλίκια τα μάτια μας
σπόνδυλους του θανάτου που μεγαλώνει μέσα στους νεκρούς.

Δρέψτε κάθε καρπό:
Το αίμα της καρδιάς του αγαπημένου φίλου
τους ασίγαστους έρωτες
μ’ ένα σουγιά ξεφλουδίστε
τα σπίτια σας και τα παιδιά σας.

Αφού πεθαίνουμε από θάνατο φυσικό
η μέτρηση των ημερών μας
ανήκει στους νεκρούς
με τ’ ανύποπτα συναισθήματα.

Είναι στο χέρι των νεκρών
κάθε απόφαση
κάθε προμελέτη
πηγάζει από το μίσος τους
κι ενσωματώνεται στην ανάμνηση
της κάθε μέρας.

Δρέψτε κάθε καρπό
κι ας μην ωρίμασε ακόμη σε θάνατο·
γιατί στάθηκε πάντα αμφίβολη
η νεκροψία της ποίησης.





Η ΘΑΛΑΣΣΑ


Ζω σ’ ένα δωμάτιο
γεμάτο πίνακες ζωγραφικής
που απεικονίζουν
θάλασσες.
Τη νύχτα νιώθω να με απορροφούν
μια δίνη πράσινη
ίσια στη νεκρή καρδιά τους
σαν μαχαίρι.

Ενδοιασμούς όμως η θάλασσα δεν έχει·
κι εγώ δεν πάσχω από υποψίες.





Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ


Οι θλίψεις πρέπει να σιωπούν
όταν σταλάζει μέσα μας ο βαρύς όρκος.
Η πορεία προς τους ξένους κοιτώνες
είναι καθήκον των ψυχών
στο μικρό τους θάνατο.
Ώρα την ώρα
αλλοιώνονται τα πρόσωπα
τα μέλη αφυδατώνονται
προβάλλονται στο επίπεδο του απείρου
κι επιστρέφουν τιμωροί θεοί
με τη δικαιοσύνη
και τη μοναξιά.





ΑΝΗΚΩ


Στις άκρες των πλήκτρων μου
φύτρωσαν νεκροί και τραυματίες.
Ονειρεύονται τ’ όνειρό μου
διαδίδουν την ύφανσή του
την όρχησή του την επιθανάτια.
Μύθος οι αλέκτορες κι οι υποκρούσεις.

Ανήκω στο συνδικάτο των τύψεων.





Από τη συλλογή «Εν φαντασία και λόγω», (1975), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄, 1975-1996», εκδ. Κέδρος. (Γ΄ έκδοση, 2008).