Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Nazim Hikmet, "Τα ποιήματα των 9-10 μ.μ."





       21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945


Ο γιος μας άρρωστος,
ο πατέρας του στη φυλακή,
το σκοτισμένο κεφάλι στα κουρασμένα χέρια σου,
η μοίρα όλου του κόσμου είναι και δική μας…

Οι άνθρωποι οδηγούν τους ανθρώπους σε καλύτερες μέρες.
Ο γιος μας θα γιάνει,
ο πατέρας του θα βγει απ’ τη φυλακή,
θα γελάσει πάλι το χρυσάφι των ματιών σου,
η μοίρα όλου του κόσμου είναι και δική μας…




       22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945


Διαβάζω βιβλία:
                              μέσα τους βρίσκω εσένα,
ακούω τραγούδια:
                              μέσα τους εσύ.
Κάθομαι να φάω το ψωμί μου:
                                                         εσύ κάθεσαι αντίκρυ μου,
δουλεύω:
                   αντίκρυ μου εσύ.
Εσύ, που είσαι «παντού και πάντα» κοντά μου,
                                                   δεν μπορώ να σου μιλήσω,
                                                   τη φωνή σου δεν μπορώ ν’ ακούσω,
εσύ ’σαι η γυναίκα μου, χήρα μου οχτώ χρόνια…




       24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945


Η πιο ωραία θάλασσα:
                                           αυτή που ακόμα δεν ταξιδέψαμε.
Το πιο ωραίο παιδί:
                                      ακόμα δε μεγάλωσε.
Οι πιο ωραίες μέρες μας:
                                                 αυτές που ακόμα δε ζήσαμε.
Κι ο πιο ωραίος λόγος που θέλω να σου πω:
                                                         αυτός που ακόμα δε σου είπα…




       30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945


Είναι ωραίο να σε σκέφτομαι,
                                                     γεμάτος ελπίδα,
είναι σα ν’ ακούω το πιο ωραίο τραγούδι απ’ την πιο ωραία
          φωνή του κόσμου.
Μα εμένα η ελπίδα πια δε μου φτάνει,
εγώ δε θέλω ν’ ακούω πια τραγούδια
                                                                       θέλω να τραγουδήσω…




       12 ΝΟΕΜΒΡΗ 1945


Φύσηξαν οι τελευταίοι νοτιάδες
              ζεστοί κι ανταριασμένοι σαν αίμα που χύνεται απ’ τις φλέβες.
Αφουγκράζομαι τον αγέρα:
                                                    έπεσε ο σφυγμός.
Τ’ Ουλουντάγ χιονισμένες οι κορφές,
και στ’ οροπέδιο του Κιρεζλί γλυκές και θαυμαστές,
         πάνω στα κόκκινα καστανόφυλλα κοιμούνται οι αρκούδες.
Οι λεύκες γδύνονται στον κάμπο.
Οι μεταξοσκώληκες όπου να ’ναι θα μπουν στο κουκούλι τους.
Το φθινόπωρο όπου να ’ναι τελειώνει,
κ’ η γης θα κοιμηθεί σε λίγο τον καρπερό της ύπνο.
Κι εμείς θα περάσουμε ακόμα ένα χειμώνα
                                                  μέσα στη μεγάλη οργή μας
                                                  και με τη ζεστασιά απ’ τη φωτιά
                                                                           της άγιας μας ελπίδας…



Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης



Από τη συλλογή «Ναζίμ Χικμέτ, Τα ποιήματα των 9-10 μ.μ.», εκδ. Θεμέλιο, (ε΄ έκδοση)

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Έφη Καλογεροπούλου, "Έρημος όπως Έρωτας"





*

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του
σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή
φάνηκε στο μυωπικό του μάτι
όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν
τι μένει;

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Με ακρίβεια ωρολογοποιού −που σφίγγει το κομμένο
ελατήριο−
με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε
τράβηξε το τι απ’ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα ύλη
ύλη σιωπής,
πρόσθεσε.


*


Μια γη μέσα μας με ρευστό πυρήνα
ένας πλανήτης όμοιος μ’ αυτόν που κατοικούμε
μας κατοικεί και μας ορίζει
μας περι−στρέφει και τον περι−στρέφουμε.
Και η περιστροφή δεν σταματά ποτέ;
Σταματά όταν μας ξεπλύνει το αμέτρητο σκοτάδι.
Ή μήπως όχι;


*


Ποια μνήμη, λήθη, ποιος άνθρωπος − θεός
σ’ ελεύθερη πτώση γκρεμίζεται μέσα σου
τις νύχτες;
Δύναμη αρχαίου θεού απ’ άκρη σ’ άκρη
στο σύμπαν σ’ εκτινάσσει
και παίζει μαζί σου
μέχρι να σε καταβροχθίσει.


*


Η κυριαρχία του άδειου
του ακίνητου στο χρόνο·

το ανίκητο του χρόνου
τα μάτια είναι.


*


Ο δικός μου άγγελος είναι από σκοτάδι
σκύλος πιστός πάνω μου γέρνει τυλιγμένος σε σιωπή
−όταν η ρόδα της τρυφερότητας γλιστρά στην κατηφόρα−
βυθίζεται στη στάχτη της πόλης
και στον ύπνο του ονειρεύεται εκρήξεις.
Τότε βουλιάζουμε και οι δύο σ’ ένα μαξιλάρι λέξεις.

Η Μητέρα ντυμένη χιόνι
μπαίνει απ’ το παράθυρο.


*


Στο δρόμο
στην έρημο
στην όχθη μιας φυγής
σ’ ένα ταξίδι
χωρίς προορισμό
στην άμμο
στη θάλασσα
στον έρωτα
στην ελευθερία.

Ό,τι χάθηκε στο χρόνο ταξιδεύει
αινίγματα στάχτη
και κάρβουνο
όλα τα καταπίνει η νύχτα

όσοι έρχονται
κι όσοι ακολουθούν
τον ίδιο δρόμο ανεβαίνουν

κι όλες οι λέξεις
θραύσματα και ύλη
μαγικοί λαβύρινθοι
που κρύβονται στα πλήκτρα
μακρινοί απόγονοι
μιας ανεξάντλητης κραυγής.

Τόσοι ουρανοί
τόσοι γκρεμοί
κι ένα μηχανικό άλογο
που γελάει καλπάζοντας
μέσα στη φωτιά.

Όμως συνεχίζω
γιατί το πένθος μου
ένα ποτάμι δροσερό το σβήνει
κι η μοίρα
είναι θάνατος και γέννηση μαζί
και δίνεις το κομμάτι σου το φωτεινό
ατόφιο στο καιρό και ζωντανός ξανά
ανοίγεσαι στα ύψη.

Και θέλω να πω
και λέω

σήμερα είμαι μόνο
λέξεις και τριαντάφυλλα για σένα.




Από τη συλλογή «Έρημος όπως Έρωτας /Desert as Desire,» (δίγλωσση έκδοση), εκδ. Μετρονόμος-ποιείν, 2015.
Μετάφραση στα αγγλικά Γιάννης Γκούμας.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Γιώργος Γκανέλης, "Εκτός εαυτού"




ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Λίγοι άνθρωποι με πίστεψαν:
Ο μεθυσμένος παλαιοπώλης
Ο σταθμάρχης των τρένων
Και μια ξυπόλητη γυναίκα.
Ο πρώτος γιατί του αγόρασα
Όλες τις διεγερμένες μνήμες
Ο δεύτερος επειδή με είδε
Να ξαπλώνω πάνω στις ράγες
Και η γυναίκα διότι λέει
Κατασκευάζω θλιβερές εικόνες
Πάνω στη γυμνή άσφαλτο.

Εγώ όμως δεν τους πιστεύω
Το μόνο που ακόμα καταφέρνω
Είναι να ξυπνώ τα μεσάνυχτα
Και να καρφώνω στο χαρτί
Τα δυο μου χέρια.




Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Ο καλός στρατιώτης
Πάντα έτρωγε χωρίς πιρούνι
Τους καλούς τρόπους ευγενείας
Τους είχε μόνο για τον πόλεμο.

Ο καλός στρατιώτης
Τις εντολές εκτελούσε  σιωπηλός
Αλλά τις νύχτες στη σκοπιά του
Έπιανε κουβέντα με το φεγγάρι.

Ο καλός στρατιώτης
Πάντα πυροβολούσε τις λέξεις
Όταν όμως έπεφτε σιωπητήριο
Ξέθαβε νεκρά ποιήματα.

Ο καλός στρατιώτης
Μάθαινε το ρυθμό του βηματισμού
Μα σαν έμπαινε η άνοιξη
Παραπατούσε από έρωτα.

Ο καλός στρατιώτης
Σκότωνε κάθε μέρα το χρόνο
Και τη στιγμή που απολύθηκε
Νόμιζε πως είχε πεθάνει.




ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Παραδόξως σκέφτομαι πως έγινα πουλί
Κι άρχισα να περπατάω στον ουρανό.
Στο δρόμο μου συνάντησα ανθρώπους
Πάνω σε ποδήλατα να τρέχουν
Αποφεύγοντας με ζικ ζακ τα σύννεφα
Σκυλιά με κεφάλι φεγγαριού
Που μόλις είχαν σχολάσει
Απ’ τα εργοστάσια της κόλασης
Κι έναν επαίτη σε μια γωνιά
Να μετράει άστρα απ’ το καπέλο του.

Νόμιζα πως ήμουν νεκρός
Πως είχα χάσει την οπτική επαφή με τη γη.
Δεν μπορεί, λέω, κάποιος δαίμονας θα με εξαπατά.
Αλλά σε λίγο είδα τον πατέρα μου να πλησιάζει
Βγαίνοντας μέσα απ’ τη φωτογραφία
Νέος κι αγέρωχος σαν έφηβος
«Τι θέλεις εδώ;» μου είπε
«Τίποτα, ήρθα να σε επισκεφτώ
Δεκαπέντε χρόνια λείπεις
Και νόμιζα πως έγινες πουλί».




Από τη συλλογή «Εκτός εαυτού», εκδ. Στοχαστής 2015

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Ηλίας Κεφάλας, "Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε"




Α΄
ΜΙΚΡΕΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ


ΙΕΡΕΙΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Έχει καιρό να βρέξει. Το χώμα στέγνωσε.
Τα φύλλα εκλιπαρούν την κίτρινη φωταύγεια.
Και ο άνεμος θερμός μας ψιθυρίζει
Ειδήσεις από μακρινά ναυάγια.
Μα ποιος ακόμα τα νομίζει μακρινά;
Γι’ αυτό σε θέλω τώρα. Αυτήν την κρίσιμη
Στιγμή ακριβώς, χωρίς αναβολή. Τώρα.
Κρυφή κι αμίλητη να κυριεύσεις τη ζωή μου.
Όπως ιέρεια του φθινοπώρου
Που βάζει τάξη στο ρίγος και την έξαρση της γης.
Πέσε – κρυφή – σαν ξαφνική βροχή στην ξηρασία μου
Επιθυμημένη βαθιά και αξόδευτη από αιώνες.
Ιέρεια σεπτή με όλους τους ανέμους
Ν’ αναστατώνουν τα μακριά μαλλιά σου.
Και με την όψιμη ευωδιά των λουλουδιών
Στα ιαματικά σου δάκρυα να αντιλάμπεις.
Αμίαντη όπως πάντα να προσέρχεσαι
Εντός μου.




Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΡΤΑ

Δεν είχε μείνει τίποτα από το σπίτι των προγόνων
Παρά μονάχα η παλιά του πόρτα γκρεμισμένη
Και σαπισμένη καταγής
Με σφηνωμένο ακόμα το κλειδί
Τα σκουριασμένα σπλάγχνα της να δένει
«Εγώ είμαι πάντα εδώ» μου φάνηκε πως είπε
«Εδώ, ανοίγοντας και κλείνοντας συνέχεια
Διευκολύνοντας κρυφά τους προσερχόμενους
Φυλάσσοντας τα μυστικά του χώρου
Η είσοδος είναι πάντα μια είσοδος
Δεν σταματά να λειτουργεί
Δεν καταργείται εύκολα
Ξέρεις εσύ τι νόμος είναι η συνήθεια
Γι’ αυτό μη με κοιτάς που ατενίζω τ’ άστρα
Ούτε που σπρώχνει η πλάτη μου το χώμα
Γιατί μονάχα τώρα από κει πάνω
Και από τα τρίσβαθα εδώ κάτω
Έρχονται αυτοί που θέλουν να περάσουν».




ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ

Πολλοί αγαπούν και όλοι σχεδόν
παρομοιάζουν τις αγαπημένες τους με άνθη:
ρόδο μου κόκκινο, μικρό γαρύφαλλό μου,
λουλούδι της παιώνιας, μενεξέ μου
και άλλες τέτοιες ευωδιαστές
και διαχυτικές πολυχρωμίες.
Όμως τώρα − εδώ, εδώ, μπροστά σου −
εγώ είμαι που αγαπώ
κι εγώ προσαγορεύω σε καλή μου
μ’ αυτό το αθέατο λουλούδι.
Όχι για την οσμή και τη θωριά του
όχι για την καλή του κόσμου μαρτυρία
αλλά για το σπαραχτικό του όνομα:
«μη με λησμόνει».




Β΄
ΠΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΠΕΡΑ ΚΑΜΠΟΥΣ


ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΡΕΧΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΣΟΥ. Θροΐσματα πυκνά πάνω στα φρύδια σου και από τα μάτια σου πηγάζουν ποταμοί. Σκέφτομαι κάπου ν’ απαγκιάσω, σ’ αυτό το μεταξένιο σύθαμπο. Όμως φυσάει ξαφνικά ο πίσω άνεμος, αυτός που αναγυρίζει όλες τις σκέψεις. Και τώρα να τα τ’ άμυαλα πουλιά με σπρώχνουν στα ραγίσματα της νύχτας. Χιονίζει και σφυρίζει και με πιάνει πανικός. Μια βάρκα βγαίνει ξάφνου σκοτεινή με πλώρη προς τον ουρανό. Μα, Θεέ μου, μόλις είχα βρει παράδεισο, φωνάζω, γιατί με παίρνει ο όλεθρος. Όσο κι αν φεύγω, όσο κι αν γλιστρώ, τα λόγια μου περιπαθή και αμετάκλητα, πέφτουν εδώ στα πόδια σου και μένουν καρφωμένα. Σαν άστρα παγιδεύονται στην έλξη σου, για ν’ απωθούν το χάος. Αν μαραθώ, ψάξε με μες στα φύλλα των μονοπατιών. Όπου θα δεις φεγγοβολή, εκεί θα ψιθυρίζω.




Γ΄
Η ΥΓΡΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ


ΤΟ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΔΕΝΤΡΟ

Στην άκρη της πόλης στέκεται ένα δέντρο λυπημένο.
Με τα στερνά του φύλλα ψιθυρίζει ολημερίς
Τις αεροπλεγμένες προσευχές του.
Κι ένα μικρό παιδί κοντά στις ρίζες του
Ψάχνει το τόπι του και κλαίει.
Κρυώνει το μικρό παιδί
Και με κοφτά αναφιλητά
Τα παγωμένα φύλλα κάτω αγγίζει.
Πατέρας ακόμη δεν το ζήτησε
Και μάνα δεν έβγαλε φωνή να το καλέσει.
Όμως εγώ κοιτώ βαθύτερα και πέρα-πέρα βλέπω
Πως το μικρό παιδί είναι ο ποιητής του αύριο
Που τώρα απλώς το δέντρο αφουγκράζεται
Μαθαίνοντας τη γλώσσα και τα όνειρά του.
Δεν κλαίει για το τόπι του
Ούτε και για το κρύο απόγευμα του Δεκεμβρίου.
Κλαίει γιατί θα χρειαστούν πολλοί λυγμοί
Το μέλλον του να στήσουν.




Δ΄
ΦΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΕΣ


Η ΠΟΙΗΣΗ ΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

στον Αντώνη Κάλφα

Α.

Ποίηση είναι η ορμητική διάθεση τού να θέλεις να αντλήσεις δια μιας το ανεξάντλητο.
Ποίηση είναι η σκοτεινή διάθεση τού να θέλεις να επιστρέψεις χωρίς να ξέρεις πού.
Ποίηση είναι ένας χώρος αδιάστατος και όμως μπαίνεις. Όσο πιο αργά βγεις τόσο και πιο πολύ αιωρείσαι.



Β.

Η ποίηση μονίμως σε καλεί· όμως λίγες φορές ακούς και πας· κι ακόμα λιγότερες φορές τη βρίσκεις· αλίμονο όμως αν δεν πας ποτέ.
Η ποίηση είναι διάθεση. Γι’ αυτό και προηγείται πάντων.



Γ.

Ποίηση είναι αυτή η αθέατη δύναμη της συνέχειας σε κάθε τι το οριστικά περαιωμένο.



Δ.

Ποίηση είναι η χώρα του ποτέ μέσα στο κάποτε και του κάποτε μέσα στο ποτέ.
Ποίηση είναι αυτό που κοιτάζεις χωρίς να το βλέπεις κι αυτό που βλέπεις χωρίς να το κοιτάζεις.
Ποίηση είναι αυτό το μαύρο μέσα στο μαύρο, που εν τούτοις διευθύνει όλες τις αναδύσεις των χρωμάτων.
Ποίηση είναι η αόρατη κουκίδα της αφετηρίας για ό,τι ξεκίνησε και έφτασε και δεν νιώσαμε ακόμα πώς και πού μας άγγιξε.
Ποίηση είναι κι αυτό που δεν έφτασε, αλλά γνωρίζουμε πώς και πού θα μας αγγίξει, όταν φτάσει.



Ε.

Δίπλα σε κάθε σκέψη στέκεται η Ποίηση για να τη διαψεύδει.
Τι είναι Ποίηση; Όποιος την εννόησε δεν ξαναμίλησε ποτέ.




Από τη συλλογή: «Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε», ΡΟΕΣ, 2010

Σχέδιο εξωφύλλου: Παυλίνα Παμπούδη

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Η μυστική πηγή"



(Wassily Kandinsky, "In The Black Circle", 1923)



Η μυστική πηγή

(απόσπασμα)

Στον Βασίλη Δασκαλάκη


Ήταν πλέον Οκτώβριος κι ο Μιχάλης συνέχιζε να πηγαίνει μόνος του στο "δούναβη", όχι πλέον τις νύχτες, αλλά τα απογεύματα. Καθόταν μόνος μέσα στην αγκαλιά των δέντρων και κοιτούσε το ποτάμι να κυλάει, λίγα χιλιόμετρα έξω από την επαρχιακή πόλη όπου ζούσε. Τα φύλλα των δέντρων κιτρίνιζαν, οι θάμνοι συρρικνώνονταν, πολλά λουλούδια είχαν μαραθεί. Πολλές φορές πήγαινε στον εξωτερικό τοίχο του εγκαταλειμμένου εργοστασίου που συνόρευε με το καταφύγιό του και με μια ρακέτα του τένις πετούσε ένα μπαλάκι στον τοίχο και μάθαινε να επιστρέφει την μπάλα, με ρυθμό. Ήταν μια ενασχόληση που τον χαλάρωνε, ένα παιχνίδι που τον ευχαριστούσε. Όταν πλησίαζε το σούρουπο, αυτό το μεθυστικό μπουκέτο από χρώματα στον ουρανό τον αιχμαλώτιζε, το βλέμμα και η ψυχή του αποκτούσαν μια ρευστότητα, η ανάμνηση της Λένας εξαϋλωνόταν σε μορφές άλλων γυναικών, οι περισσότερες χαμένες στο πηγάδι του χρόνου. Τον επισκέπτονταν νοερά και οι συγγενείς του, οι περισσότεροι να έχουν φύγει από τη ζωή, σκιές που του μιλούσαν, του εξέφραζαν παράπονα πως ήταν απών στις τελευταίες στιγμές τους. Ήταν αυτή η μοίρα του εμιγκρέ που κουβαλούσε ο Μιχάλης, να ζει μακριά από την πόλη που γεννήθηκε, τη Βέροια και μακριά από την πόλη της εφηβείας, τη Θεσσαλονίκη. Οι δικοί του άνθρωποι εγκατέλειπαν τα εγκόσμια και συνήθως ο Μιχάλης έλειπε από το ξόδι τους, ο κατάλογος ζώντων και τεθνεώτων άλλαζε κι αυτό που όριζε τον Μιχάλη, το παρελθόν του, ήταν αποκομμένο από τον ίδιο. Αυτή η αίσθηση ξεκινούσε σαν ενοχή, έπειτα γινόταν ορφάνια, τέλος μια αναζήτηση ταυτότητας.

Το ποταμάκι που κυλούσε παράμερα το αποκαλούσε "δούναβη" γιατί από μικρός είχε μια αγάπη για τον αληθινό Δούναβη, έναν θαυμασμό και μια εμμονή. Θεωρούσε ότι αυτό το θεϊκό ποτάμι στην καρδιά της Ευρώπης τον συντρόφευε μονίμως, όταν ήταν παιδί τον γοήτευε η ίδια η λέξη "δούναβης", ύστερα οι επιβλητικές εικόνες από το ποτάμι που έβλεπε σε έντυπα, κι όσο περνούσε ο καιρός, είχε φτάσει στο σημείο να εμπλουτίζει από μόνος του το γενεαλογικό του δέντρο με προγόνους από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες κι ήταν σίγουρος πως κάποτε θα αποδειχθεί ότι κάποιος μακρινός πρόγονος ήταν από εκείνα τα μέρη.

Στις πιο μικρές μοναχικές του ώρες, έβρισκε παρηγοριά στη συντροφιά αυτού του αληθινού Δούναβη, τον άκουγε να κυλά δίπλα του, ο ίδιος ένιωθε να είναι ένα ποταμόπλοιο με τσιγγάνικα βιολιά κι ύστερα να είναι ένα μοναχικό χωριό με τα μάτια στραμμένα μόνιμα στα σκοτεινά και βελούδινα νερά, γινόταν ένα με τους δρόμους του χωριού, με τους αυλόγυρους, τις μορφές των ανθρώπων μέσα και έξω από τα σπίτια, ένα γηπεδάκι ποδοσφαίρου, μια μικρή εκκλησία, ένα πάρκο, μοναχικά βήματα που καταλήγουν στο νερό, το ζωντανό δάσος πάνω από τα σπίτια, ερωτικά ειδύλλια που ντύνονται την αντανάκλαση του σκοτεινού νερού κι ένα βήμα που κινείται, που έχει κοντό μαλλί, βλέμμα από βανίλια και μέντα, ένα βήμα που συνέχεια το παρακολουθεί, πότε στους δρόμους, πότε στο εσωτερικό του σπιτιού, πότε δίπλα στο νερό, ένα βλέμμα κοριτσιού που νιώθει ο Μιχάλης ότι αναζητάει το δικό του βλέμμα. Έμοιαζε με παραμύθι αυτό που έστηνε ο Μιχάλης μέσα του, ένα παραμύθι όμως στο οποίο πίστευε αληθινά, ζούσε μέσα του, ήταν κάτοικος μέσα σε αυτό το παραμύθι, όταν ένιωθε λυπημένος έβρισκε παρηγοριά σε αυτή την εικόνα, ο αληθινός Δούναβης τον χάιδευε και τον συντρόφευε κι ήταν πεπεισμένος ότι κάποτε θα εμφανιστεί μπροστά του . Ήταν ένα ταξίδι που το χρωστούσε στον εαυτό του, το πρώτο που θα έκανε στο εξωτερικό.

Τις τελευταίες μέρες, τώρα που η Λένα τον έδιωξε πραγματικά, ο Μιχάλης καμιά φορά μπερδευόταν κι άλλαζε το όνομα στο ποταμάκι κι από "δούναβη" το αποκαλούσε "μπαρμπούτα", το όνομα μιας εβραϊκής συνοικίας στη Βέροια, όπου κυλά επιβλητικά ένα ποτάμι που λέγεται Τριπόταμος, στο πιο υποβλητικό τμήμα της πόλης, με σπίτια γερασμένα και βουτηγμένα στην υγρασία ενός μυθικού παρελθόντος. Το ακούραστο βογγητό από το ποτάμι, να τον ακολουθεί συνέχεια δίπλα στο δίπατο σπίτι που ζούσε με τους γονείς και την αδελφή του, αυτό το κρυστάλλινο γοερό κελάρυσμα που γινόταν πιο δυνατό την ώρα που ξάπλωνε για να κοιμηθεί και συνόδευε τα όνειρά του. Αυτό το αέναο νερό που έτρεχε και τώρα τρέχει και θα τρέχει, με τις πηγές ολόγυρα να προσφέρουν λαγαρό και δροσερό αγίασμα για να εξαγνίσεις τα σωθικά σου. Κι ο ήχος της καμπάνας από την κοντινή εκκλησία κι οι ψαλμοί για κάθε άγιο που γιόρταζε κάθε φορά, να ζωντανεύουν τα πρόσωπα πίσω από τα κεριά, το ημίφως από βλέμματα και βήματα και θαύματα, καλόγεροι και οστεώδη πρόσωπα και άγγελοι και ιερές λέξεις στα βάθη της ψυχής. Κι ύστερα στα νότια της πόλης, η θέα του κάμπου σαν υπαινιγμός της θάλασσας, μια διαρκής υπενθύμιση για αυτό που λείπει κι είναι διαρκώς παρόν.

Η Μπαρμπούτα λοιπόν κι έπειτα ο Δούναβης και το ερωτηματικό της θάλασσας κι όσο κυλούσαν τα χρόνια, ο Μιχάλης γινόταν ένας ραβδοσκόπος μυστικών πηγών. Όπως και τώρα, αυτό σκεφτόταν ο Μιχάλης, να ψάξει και να βρει τη μυστική πηγή, να σκάψει και να αναβλύσει το ιερό νερό, εδώ είναι το θέμα, να ανακαλύψει τον τρόπο, το μέρος. Ήταν Οκτώβριος κι έδινε διορία στον εαυτό του μέχρι τον ερχόμενο Απρίλιο, να καταφέρει να βρεί την πηγή, να είναι Μάιος κι οι ερωτευμένες ψυχές να βγαίνουν στους δρόμους μέσα στις ευωδιές της φύσης, όλα να είναι ανυπόφορα ερωτικά, τη Λένα να τη βλέπει να είναι με τον καινούριο της φίλο, να χαμογελά, να χαίρεται, να αδιαφορεί για την ύπαρξη του Μιχάλη κι ο Μιχάλης να μη την έχει ανάγκη, να έχει φροντίσει να βρει το ιερό νερό, τη μυστική πηγή, να είναι τόσο δυνατός που πια να μη την έχει ανάγκη.


Ιγνάτης Χουβαρδάς


(Πρώτη δημοσίευση)

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Milan Rakić, "Υπερήφανο άσμα", (μετάφραση - επίμετρο: Jelena Bosnjaković ex Bajraktarović)




Υπερήφανο άσμα

Αμέτρητα τα μάτια που είναι στραμμένα στο ανάστημα σου
σαν κουρασμένο κοπάδι πάνω σε πολεμικό πλοίο
κι όσο απογοητεύονται - σταματούν για μια στιγμή
σε εσένα να ξαποστάσουν και την ομορφιά να βρουν.
Αμέτρητα τα στόματα που λένε πως σ' αγαπούν κι εσύ μένεις σιωπηλή,
τίποτα περισσότερο δε λες, λέξη − ούτε ευγενική ούτε σκληρή,
επειδή για εσένα κάθε ειπωμένη λέξη, όλα τα διαγράφει.
Αμέτρητες κραυγές συνοδεύουν τα βήματα σου κάθε που εσύ,
σαν τρομερή θεότητα, στέκεσαι κοντά μας
κι αμέτρητα πάθη σαν άχυρο παίρνουν φωτιά κι αμέτρητες καρδιές μαύρο
           αίμα χύνουν.
Και κανείς και ποτέ δεν άγγιξε τα ζεστά σου χείλη,
ούτε μια λέξη γλυκιά δεν άκουσε,
μόνο σαν δυο αδελφές που κλαίνε σιωπηλά οι δυο ψυχές μας έλεος ζητούν.
Κι εγώ είμαι ο πλοίαρχος ο δικός σου και του κορμιού σου,
όπως οι παλιοί δεσπότες σε κυβερνάω τώρα,
το στόμα μου πίνει απ’ όλες τις πηγές σου κι όλη η τρυφερότητα σου σε
           εμένα χύνεται.
Ω, αυτό είναι που θέλησε η γριά μοίρα να είμαι εγώ ο εκλεκτός,
εγώ ο μοναδικός και πάντοτε μαζί της
αιχμάλωτος και δοσμένος στη μαγεία της.
Θα σηκώσω το κεφάλι μου με υπερηφάνεια
και σαν μουεζίνης από το λεπτό μιναρέ,
ενώ κάτωθεν μου απλώνεται ένα διάφανο σιτάρι
και στο σεληνόφως μπλε λουλούδια ζιζανίων.
Θα φωνάξω δυνατά μέσω του σιωπηλού αυτού τοπίου,
να προσπεράσω κάθε άπιστο φόβο:
«Ναι, μόνο αυτή είναι πραγματικά όμορφη και εγώ ο αιώνιος προφήτης της».



Μετάφραση: Jelena Bosnjaković ex Bajraktarović



Επίμετρο

Ο Milan Rakić (Μίλαν Ράκιτς), γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1876. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Βελιγραδίου μέσω της οποίας απέκτησε από νωρίς ευρεία παιδεία. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι και, μετά την επιστροφή του, μπήκε στην διπλωματική υπηρεσία, όπου εργάστηκε τα περισσότερα έτη της ζωής του.
Τα πρωτόλειά του δημοσιεύτηκαν στη "Σερβική λογοτεχνική εφημερίδα" το 1902. Αρχικά υπήρξε εμφανώς επηρεασμένος από τα γαλλικά πρότυπα, καθώς κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα διδάχτηκε την ακρίβεια της έκφρασης, τη σαφήνεια και την καλλιτεχνική πειθαρχία.
Έγραψε περίπου 50 ποιήματα αλλά λόγω της τελειομανίας του δημοσίευσε μόνο δυο ολιγοσέλιδες  ποιητικές συλλογές, το 1903 και το 1912.
Ήταν κυριευμένος από ένα συναίσθημα ανεπάρκειας το οποίο εκφράζει μέσω του έργου του. Ο ανθρώπινος λήθαργος εν ζωή και οι ρυθμοί εργασίας τού προκαλούσαν δυστυχία κι όπως έλεγε: «η δυστυχία των άλλων είναι και δική μας δυστυχία». Ως μόνη διέξοδο από αυτή την κατάσταση έβρισκε το θάνατο. Τούτη η απαισιοδοξία του χρωματιζόταν πάντοτε με ειρωνεία και αυτοσαρκασμό εντός των στίχων του.
Αντίσταση σε αυτή την υπαρξιακή του απόγνωση υπήρξε η ισχυρή ηδυπάθεια και επιθυμία του για μια πλήρη ζωή. Μια ζωή που απορρίπτει κάθε πλάνη, κάθε ξύλινο λόγο και όλες τις φρούδες ελπίδες, μια ζωή που άφοβα πορεύεται προς τον βέβαιο θάνατο. Σχετικά με τον έρωτα, πίστευε πως η αλήθεια κρύβεται μόνο στον αρχικό ενθουσιασμό. Στα ποιήματα του τον τοποθετεί κάτω από μεγεθυντικό φακό και τον εξετάζει ψυχρά.
Ο σκεπτικισμός και η απαισιοδοξία του Rakić απελευθερώνονται κυρίως στον κύκλο των πατριωτικών ποιημάτων του. Τα ποιήματά του για το Κοσσυφοπέδιο μεταφέρουν κάτι από την αυθεντικότητα του μεσαίωνα, με πάντοτε εμφανή τον ευγενή πατριωτισμό αλλά και την ευθεία γλώσσα του.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 61 ετών, έπειτα από χειρουργική επέμβαση στο Ζάγκρεμπ.
«Ο Rakić είναι ένας από τους πυλώνες της σερβικής ποίησης, μετριοπαθής, από τους μεγαλύτερους μάλιστα, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τον τίτλο αυτό», έγραψε ο Vojislav Đurić. Υπάρχουν βασικές διαφορές μεταξύ των δυο βιβλίων του, οι οποίες έφεραν σε ρίξεις κριτικούς και κοινό και η ποιητική του ικανότητα αμφισβητήθηκε δεκάδες φορές, με τον Predrag Palavestra να γράφει: «ακόμη και οι νέοι που προτάσσονταν ως επαναστατικά πνεύματα και επέστρεψαν από τον πόλεμο ως avant-garde, δεν άγγιξαν ποτέ τους τον Rakić», ενώ χαρακτηρίζει την ποίηση του "φανταστική".
Το έργο του, είτε ερωτικό είτε πατριωτικό, εξακολουθεί να είναι σημείο αντιλεγόμενο.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Ανδρονίκη Δημητριάδου, "Ημερολόγιο"




ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ


ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ:

Περπάτησα πάνω σε θάλασσες Αυγουστιάτικες και κατέληξα να κοιμάμαι κάτω από φτέρες του Απρίλη. Κανείς δε μου ’πε πως τα όνειρα βγαίνουν αληθινά.


ΟΚΤΩΒΡΗΣ:

Τα δέντρα φυλλοροούν στα βήματά μου. Ακολουθώ το μονοπάτι που οδηγεί σε κατάρτι. Λύγισε κάτω από το βάρος των καρπών της αδιαφορίας.


ΝΟΕΜΒΡΗΣ:

Εξόκειλα πάνω σε ξερονήσι. Τα γλαροπούλια χαιρετούν τους βοριάδες της θλίψης. Μίλησα με τον άνεμο. Μου είπε πως θα ’ρθουν χειμώνες αγέραστοι.


~*~


ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ:

Δαγκώνω έναν ήλιο παράφρονα. Φτύνω τα κομμάτια του κατάμουτρα στον καθρέφτη. Οι λίμνες δακρύζουν κρύσταλλα από σπέρμα. Κοιμήθηκα και ξύπνησα χλόη.


ΓΕΝΑΡΗΣ:

Ήρθαν οι φίλοι ν’ αποχαιρετήσουν τις μέρες μου. Ήταν σάπιες, νωθρές. Τις κήδεψα κάτω από μια κυδωνιά. Με τα άνθη της, θα φτιάξω λικέρ να το πίνουμε, όταν θυμόμαστε.


ΦΛΕΒΑΡΗΣ:

Έγειρα πάνω στο τραπέζι, το κεφάλι χωμένο στους αγκώνες. Δεσποτικοί οι κότσυφες με προστάζουν κατάχαμα. Κάθε που ξημερώνει, μουσκεύω πρόσφορα στο αίμα. Κάθε που βραδιάζει, τα σερβίρω πάνω σε δίσκο μονόφθαλμο.


~*~


ΜΑΡΤΗΣ:

Οι θημωνιές μου κρατάνε κακία. Τις περιφρόνησα και έγιναν βάτοι αυτοαναφλεγόμενοι. Καίγομαι, όταν τους προσπερνώ. Άλλη φορά θα υπακούω στον κώδικα μαζικής υστερίας. Αυτή τη φορά, θα πληρώσω την κλήση.


ΑΠΡΙΛΗΣ:

Ξεκουράστηκα δίπλα στο μνήμα της θάλασσας. Έφερα και καλούδια να κεράσω τα πεθαμένα αηδόνια. Ύστερα, τραγούδησα ένα κύμα σε ήχο μετωπικό. Η καμπάνα αυλόπορτα στον ίσκιο κρατούσε το ίσο.


ΜΑΗΣ:

Μεσημέριασε και τα παράθυρα ξέμειναν από φως. Το τζουκ μποξ στη γωνία χάσκει εκλιπαρώντας κάποιο νόμισμα της χαράς. Θα του ρίξω κλωτσιά στα αχαμνά και θα το βάλω να παίξει. Το ίδιο δεν έκανε κι ο χρόνος μαζί μου;


~*~


ΙΟΥΝΗΣ:

Αγέλαστος. Η φωνή του ασθμαίνει βαριά. Έχει γενειάδα από σύννεφα και κραδαίνει απειλητικά το δρεπάνι στο χέρι. Με τόση ζέστη, γιατί κάλυψε το κεφάλι; Για να μη δω τα μάτια του, όταν θα με φιλά.


ΙΟΥΛΗΣ:

Ξεκίνησα ξυπόλυτη για την κορυφή. Ο αστραπόγιαννος, κρυμμένος ανάμεσα στα βράχια, ακούει τις κραυγές μου. Δεν θα σιωπήσω. Δεν γεννήθηκε ακόμα η θάλασσα που θα με ταξιδέψει.


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ:

Τα κεράσια έγιναν χαλίκια κάτω από το δέρμα. Αδημονώ να ξεριζώσω ό,τι έχει απομείνει. Χορεύω καστανιέτες με τις μασέλες των προγόνων. Ροκάνισαν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μου. Θα τους προσφέρω ένα πηγάδι να ξεδιψούν κάθε τόσο.


~*~



Στην εικόνα: Αντίτυπο από το «Ημερολόγιο της Γαλλικής Δημοκρατίας, έτος 2ο (ή 1793)», Ιστορικό Μουσείο της Λωζάνης.