Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Τάκης Σινόπουλος, "Πέτρες"




Ο ΤΡΟΧΟΣ

Ποιο στεναγμό, ποια δύναμη νάχει το νικημένο στήθος;

Ένα πουλί τινάζεται απ’ τα σύρματα, μεμιάς εγίνηκε ταξίδι.

Τοπίο του τίποτα. Τα πιο κρυφά ποτάμια του έρωτα πότιζαν κάποτε τα χείλη σου.

Ο χρόνος όλα τάχει καρπωθεί. Τώρα δεμένος στον τροχό κι εσύ με την ουράνια λάμψη,

δεν έχεις ίσκιο, καθώς τ’ όνειρο φλογίζοντας απ’ το πρωί το σώμα.





Η ΓΙΟΡΤΗ

Τώρα ανασαίνεις στο μισόφωτο, διακρίνω τον αυχένα σου, το πρόσωπό σου.

Ύστερα όλα σβήνουν. Μένει ο διάδρομος, η πόρτα με τις σανίδες.

Πιο πέρα η φωνή που αμύνεται για το βράδυ. Και δεν υπάρχουν πουλιά.

Σκουπίζεις τις αράχνες από τη σκοτεινή γιορτή.




ΗΤΤΑ

Κάτι μάθαμε από το μύθο της ήττας που πάλευε να ζήσει πότε με την παγωνιά και πότε με την έπαρση της άλλης νύχτας.

Έτσι άνοιγε την πόρτα η πείνα, ο πυρετός. Κι έλαμπε το κορμί σου, σκοτεινότερο το πρόσωπο.

Γυρεύαμε το θαύμα κι ήτανε η απόγνωση.

Ο αγώνας άρχιζε άλλη μια φορά — ο αγώνας είχε σίγουρα χαθεί.




ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Είχε δεν είχε μέρα — η νύχτα μας σακάτεψε, σπαράξαμε στα νύχια της. Μα εσύ, πες μου πού πήγαινες,

μετρώντας ήσυχα τα λάφυρα; τι λάφυρα καρπώθηκες μέσα από τόσες τύψεις;

Ο τόπος καίει ακέφαλος. Άλλα πουλιά παράξενα πέφτουνε χαμηλά, γυρεύουνε μια στέγη εδώθε από τη θάλασσα.

Τι να τους δώκω; όλα παραίσθηση και τίποτα. Λοιπόν δεν ήταν αίνιγμα τα λόγια σου,

μήτε και τούτο τ’ όνειρο που σβήνει απότομα,

χάνεται μέσα στη σκοτεινιά του.




ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Τι σκέφτεσαι;

Τι σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.

Τόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα χωνεύεις. Μα απόψε,
τα σημάδια που ψάχνεις και βρίσκεις,
απ’ το πρόσωπο πέφτει ο ασβέστης

και το πρόσωπο τρίζει.




Από τη συλλογή «Πέτρες» (1972), που περιλαμβάνεται στον τόμο: «ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ (1965-1980)», εκδ. Ερμής 2012

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Άγγελος Σικελιανός, "Μία Ωδή και δύο σονέτα"




Ωδή στο Μακρυγιάννη

Χαρά σε κειον που πρωτοσήκωσε
Απ
τις σκόνες σκεπασμένο, το δίστομο σπαθί του λόγου σου
στον ήλιο Μακρυγιάννη.

Κι
απάνω και στις δυο πλευρές γραφή
Απ
τη μια, τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας :«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,
και δε θα μπούμε εύκολα στου αυγού το τσόφλι,
γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ
αυτό να ξαναμπούμε πίσω,
μα γίναμε αετοί και τώρα πια στο τσόφλι δε χωρούμε
».

Κι
απ
 τη δεύτερη πλευρά, γραφή άλλη χαραγμένη :«Απάνω στην αλήθεια μου ακόμα και το θάνατο τον δέχομαι
τις τόσες φορές τον θάνατο εζύγωσα, αδερφοί μου και δε με πήρε,
που για τούτο το θάνατο καταφρονώ,
κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω
».

Χαρά σε κειον που πρωτοσήκωσε απ
το χώμα αυτήν τη σπάθα
και τέτοια διάβασε επάνω της βαγγέλια
.




Πορτραίτο του Μαβίλη

Να κατεβείς λαγκάδια, να περάσεις
νερά τρεχάμενα, πλατάνια, πεύκα, να ’ναι
χάρισμα η ζωή απ αθάνατα στοιχεία·
με το χέρι κάθε καρπό να φτάσεις,

κερασιές, μυγδαλιές, όσα περνάνε
σε μια βουνίσια απάρθενη ησυχία,
κι από ’να ξάγναντο γλυκό ανηφόρι
της θάλασσας να ιδείς την ευτυχία!...

Και να ’σαι ’κειος που τόσον έχει ζήσει
που το μέλι το γεύεται απ’ το βάτο,
θύμο, βάρσαμο, αφάνα, ως το μελίσσι...

Και, μες στο μεσημέρι το φλογάτο,
να ’σαι σαν ο ήλιος να ’χει πάει να δύσει
να ’ν’ ο μισός στο πέλαγο από κάτω...




Τρεχαντήρα

Καταμεσής ανέμου η τρεχαντήρα,
με τα πανιά της τόξα τεντωμένα,
του δοιακιού τη στερνήν επήρε γύρα
στα γαλανά βουνά τα γυμνωμένα...

Κι ο αιθεροδρόμος βόγκος που επλημμύρα
στα ξάρτια, στα πρυμνήσια, στην αντένα
δελφίνια παρατρέχανε ολοένα―
την έκρουε μες στο κύμα, ολόρτη λύρα!

Δίκοπη σπάθα, ξέσκιζε η καρίνα...
κι ο αφρός στην πρύμνα, χώριος σε δυο κρίνα,
των σταλιών ανατίναζε το σείστρο...

Σαν, μ’ ένα «λάσκα!»  ο ήλιος μεσουράνει―
στων Σαλώνων εμπήκε το λιμάνι
με τον καταμεσήμερο μαΐστρο!





Περισσότερα ποιήματα του Άγγελου Σικελιανού στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/aggelos_sikelianos/

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Γιώργος Σεφέρης, "Μυθιστόρημα"




Α'

Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ’ άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ’ αλετριού ή του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ’ ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.
Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ’ άσπιλα φτερά των
           κύκνων που μας πληγώναν.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας
           της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας
           που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αυτά τ’ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.




Γ'

                             Μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να
           τ’ ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
           ξαναχωρίσει.

Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη·

τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.




Ι'

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που
           τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννηθήκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.





ΙΒ'
ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ

Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει·
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη·
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.

Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.





ΚΑ'

Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη·

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τον κύκλο και αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία.




Από τη συλλογή «Μυθιστόρημα», 1935

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Ο στόχος"




Ποιητική

Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεοτέρους.

Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.




Ο ουρανός

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν αποδώ ξυλοκόποι.




Επιτύμβιον

Πέθανες — κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα ’ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.




Νέοι της Σιδώνος, 1970

Κανονικά δεν πρέπει να ’χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά — αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό — κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

(Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;).




Κριτική

Και βασικά, λείπουν οι προεκτάσεις

Αυτή η γοητευτική ασάφεια που υποβάλλει
Δεύτερα πλάνα και απρόσμενες προοπτικές
Που θέτει θέματα ερμηνείας, συζητήσεων,
Υποδηλώνει δομές και αποκαλύπτει ουσίες
Λείπει η παρθενικότητα στην έκφραση, το
άλλοΕντέλει η πρισματικότης των πραγμάτων — λες
Κι έχετε στο χέρι ένα σφυρί και σαν τους γύφτους
Σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι.

Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.



Επίλογος

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα».

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.




Από τη συλλογή «Ο στόχος», 1970
Πηγή: http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/index.html?cnd_id=2

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Χάρις Κοντού, "Ακίνητος τροχός"


Salvador Dali, "Τhe persistence of memory" (1931)


ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΤΡΟΧΟΣ

Ό,τι ησυχάζει με τη μέρα,
σέρνεται πίσω απ’ αυτόν τον ακίνητο τροχό,
καταπίνει τον γαλάζιο ουρανό

γαλάζια σπλάχνα, κατακτημένα

Δένει τις σαΐτες του παρελθόντος
στα πόδια των βρεφών,
ενώνοντάς τα με τις αρχαίες αναθυμιάσεις

Μέσα απ’ τις κάμαρες
ακούγονται τ’ αγρίμια
Τα μάτια του μακραίωνου κατοίκου
προγκίζουν τα πνεύματά μας

Στις καλύβες κουκουλωνόμαστε,
συμπυκνωμένοι στο βαθύ
αναγώγιμο σύμπαν

Μικραίνουν οι καλοκαιρινές μέρες
Σκυλιά ανένταχτα,
μαζεύουμε τα τρελαμένα μας σάλια

Ούτε η μοναξιά δεν καταδέχεται να τρυπώσει στα ρούχα μας
Βρέχει ανθούς
στην πολιτεία των τεράτων

Η πέτρα της γης ιδρώνει
αδειάζει το χωνί των ψυχών
Κι όσο ενυδατώνονται οι κήποι
η συλλογική γραμμούλα μας τείνει να ισιώσει
και ποιος να γλυτώσει τώρα τον χρόνο
απ’ αυτήν την ταπείνωση;




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό θράκα, τχ #3-4, Φθινόπωρο - Χειμώνας 2014 - 2015

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Διονύσης Καρατζάς, "Τρία ποιήματα"




Υπέρ των ανωνύμων δωρητών χαράς

Ένας ένας έπεφταν σε σιωπή. Άλλος με παράπονο κι άλλος με τραγούδι. Άλλος από πίκρα κι από μνήμη κι άλλος από λόγο και αιτία. Όλοι σε πατρίδα άδικη κι αδικημένη. Βάθυνε η σιωπή, καθάρισαν και οι σκιές. Όσοι φοβήθηκαν, άνοιξαν τη μια νύχτα μετά την άλλη και σ’ όνειρο δεν βγήκαν. Όσοι έλυσαν το αίμα τους, λύγισαν τα νερά και βρήκαν νησιά. Τρυφερά που αγριέυουν τα μάτια όταν συναντιούνται δακρυσμένα.




Λάθος ορισμός

Δοκίμασε να λύσει σταυρόλεξο στον ύπνο του. Σε τρισδιάστατες λέξεις χώρεσε καταιγίδες και ολόσωμα χάδια. Κάποτε μπλέχτηκε σ’ αινίγματα κι έγειρε κατάκοπος σε απορίες. Όταν ξύπνησε, θυμήθηκε μόνο πως όλη νύχτα πάλευε να περάσει στα όνειρά της.




Ουζερί ο «Ο θάνατος»

Παρέδωσε το πνεύμα του κι ύστερα πήγε στου Νώντα να πιει τα τσίπουρά του. Πρώτη φορά είδε ανοιχτό τον ουρανό. Έλαμπαν μέσα του πρόσωπα και πράγματα, μνήμες κι αγάπες. Χάρηκε τόσο πολύ, ανάμεσα σε σώματα γυμνά, που ένιωσε άρχοντας της ομορφιάς. Έτσι, έλεγε, θέλω να συναντήσω το χάρο. Κι όλα άνθιζαν γύρω του και του μιλούσαν και τον έκαναν δικό τους. Κι αυτός αχόρταγος θαύμαζε χωρίς φόβο, χωρίς πόνο. Με το πάθος μόνο της ζωής. Το απομεσήμερο, ο Νώντας έκλεισε το ουζερί του πικραμένος που δεν πέρασε πελάτης όλη μέρα.





Τα ποιήματα του Διονύση Καρατζά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Δίοδος 66100, Περίοδος Α', Τεύχος 7, Νοέμβριος 2014

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

Θάνος Γώγος, "Γλασκώβη"




ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ
1η μέρα

Οι ανεμώνες έδιωξαν το κακό
κι εμείς να πλέουμε ορεξάτοι
στη μελωδία του ακορντεόν




ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ
2η μέρα

«Θα σε σκοτώσω»
«Ναι καλά...»
«Όχι σοβαρά»
«Δεν θα το κάνεις

Σε κάνω να αισθάνεσαι πράγματα».




ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ
3η μέρα

Ει!−Ναι!
δική μας η θάλασσα
δικό μας το ποίημα
Είναι δικιά μας η μουσική.

άφησα πάλι τον κόσμο μικρό
μινόρε
έκπληκτο σε κλίμακες της χαράς
ελεύθερο στις άκρες των δακτύλων σου
ακορντεόν!

—Ήμασταν υπέροχοι μέσα στον στροβιλισμό

Προκυμαίες και πύργοι στο πέλαγος
Σύννεφα στο μπλε
Ερωτικοί σαν τα χείλη
Φλογίσαμε τον νέο κόσμο
Με είδη ευφάνταστα
Και προικισμένα όλα τους
Να αγαπούν τις εμμονές μου
Όπως εσένα προσέχουν
Σε άλλες χώρες
Πόσα ποίηματα ναυαγοί;



Από τη συλλογή «Γλασκώβη», εκδ. Θράκα 2014