Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Federico Garcia Lorca, "Divan del Tamarit"




ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Κανείς δεν ένιωθε το άρωμα
από τη σκοτεινή μαγνόλια της κοιλιάς σου.
Κανείς δεν ήξερε πως τυραννούσες
ένα κολίβριο του έρωτα ανάμεσα στα δόντια σου.

Χίλια αλογάκια περσικά κοιμόντουσαν
επάνω στου μετώπου σου τη φεγγαρόλουστη άπλα,
όταν εγώ  τέσσερις νύχτες σφιχταγκάλιαζα
τη μέση σου που οχτρεύεται το χιόνι.

Σε γύψο ανάμεσα και γιασεμιά, το βλέμμα σου
ήταν ένα χλωμό μπουκέτο σπόροι.
Μέσα στα στήθια σου έψαχνα για να σου δώσω
τα φιλντισένια γράμματα που λεν παντοτεινά.

Παντοτεινά, παντοτεινά: κήπος της αγωνίας μου,
το σώμα σου το φευγαλέο για πάντα,
το αίμα των φλεβών σου μες στο στόμα μου,
το στόμα σου πια δίχως φως για τη θανή μου.





ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΗΣ ΤΡΟΜΕΡΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ


Θέλω να μείνει δίχως κοίτη το νερό.
Θέλω να μείνει ο άνεμος δίχως κοιλάδες.

Θέλω να μείνει η νύχτα δίχως μάτια
κι η καρδιά μου δίχως τ’ άνθος της το χρυσαφένιο∙

τα βόδια να μιλήσουνε με τα μεγάλα φύλλα
και το σκουλίκι να πεθάνει από σκιά∙

ν’ αστράψουνε της νεκροκεφαλής τα δόντια
κι η κιτρινάδα το μετάξι να πλημμυρίσει.

Μπορώ να δω της πληγωμένης νύχτας τη μονομαχία
καθώς παλεύει αγκαλιασμένη με το μεσημέρι.

Αντέχω εγώ μια δύση όλο από πράσινο φαρμάκι
και τα σπασμένα τόξα όπου ο χρόνος υποφέρει.

Μα την καθάρια γύμνια σου μη την φωτίζεις
σα μαύρο κάκτο ανάμεσα στις καλαμιές ανοιγμένο.

Άφησέ με σε μιαν αγωνία σκοτεινών πλανητών,
όμως τη δροσερή σου μέση μη μου δείχνεις.





ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥ ΕΡΩΤΑ


Η νύχτα αρνιέται νά ’ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω,
κι ας τρώει το μηνύγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.

Όμως κι εσύ θα’ ρθεις
με τη γλώσσα σου καμένη από την αλμυρή βροχή.

Η μέρα αρνιέται νά ’ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
παρατώντας στα βατράχια το τσακισμένο μου γαρύφαλλο.

Όμως κι εσύ θα’ ρθεις
ανάμεσα από τα θολά του σκοταδιού λαγούμια.

Η νύχτα κι η μέρα δε θέλουν να ’ρθουν
για να πεθάνω εγώ για σένα
κι εσύ να πεθάνεις για μένα.





ΚΑΣΙΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΑΜΑ


Έκλεισα το μπαλκόνι μου
γιατί δε θέλω ν’ ακούω το κλάμα,
όμως πίσω από τους γκρίζους τοίχους
τίποτ’ άλλο δεν ακούγεται παρά το κλάμα.

Λιγοστοί άγγελοι τραγουδούνε,
λιγοστοί σκύλοι αλυχτούνε,
χίλια βιολιά μες στην παλάμη του χεριού μου χωρούνε.

Όμως το κλάμα είν’ ένας σκύλος πελώριος
όμως το κλάμα είν’ ένας άγγελος πελώριος,
το κλάμα είν’ ένα πελώριο βιολί,
τα δάκρυα φιμώνουν τον άνεμο,
και τίποτ’ άλλο δεν ακούγεται παρά το κλάμα.



Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης




Από το βιβλίο «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Ποιήματα», Εισαγωγή - μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης, εκδ. Φιλολογική - Μπίμπης.


Σημείωση από το βιβλίο: Τα ποιήματα είναι από τη συλλογή του Λόρκα, «Divan del Tamarit». Η λέξη Divan (Ντιβάν) σημαίνει στην αραβική, συλλογή ποιημάτων, και Tamarit (Ταμαρίτ) είναι η ονομασία ενός τόπου κοντά στη Γρανάδα όπου η οικογένεια του ποιητή είχε εξοχικό σπίτι. Gacela (Γκασέλα) και Gasida (Κασίντα) είναι ποιητικά είδη των μαυριτανών, όπως λέμε π.χ. μπαλάντα, σονέτο, ωδή κτλ. που δανείστηκε ο Λόρκα την ονομασία τους μονάχα για να υπογραμμίσει την αραβική, ανατολίτικη επιρροή των νέων του εμπνεύσεων.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Άννα Αχμάτοβα, "Ρέκβιεμ"


(Nathan Altman, "Portrait of Anna Akhmatova", 1914)


                  Όχι, δεν ζήτησα τον ξένον ουρανό,
                  ούτε φτερούγας ξένης προστασία –
                  ήμουν με τον λαό μου τότε εδώ
                  όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία.

[1961]


                              ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Στα φοβερά χρόνια της γιεζόφσινα, πέρασα δεκαεπτά μήνες περιμένοντας στην ουρά, μπροστά στις φυλακές του Λένινγκραντ. Μια μέρα, κάποιος με «αναγνώρισε». Τότε μια γυναίκα που στεκόταν πίσω μου και δεν είχε ακούσει βέβαια ποτέ της τ’ όνομά μου, ξύπνησε απ’ την άκαμπτη νάρκη όπου πέφταμε όλοι μας και με ρώτησε με τα μελανιασμένα χείλη της, σκύβοντας στ’ αυτί μου (εκεί, όλοι μίλαγαν ψιθυριστά):
    – Κι αυτό, μπορείτε να το περιγράψετε;
    Κι εγώ της είπα:
    – Μπορώ.
   Τότε, κάτι σαν χαμόγελο γλίστρησε πάνω σ’ αυτό που ήταν κάποτε το πρόσωπό της.

1η Απριλίου 1957,
Λένινγκραντ



                                    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ήταν τότε που μόνο ο νεκρός χαμογέλαε κι όταν
τη γαλήνη απολάμβανε. Κι άχρηστη σαν κατιμάς
όλη η πόλη του Λένινγκραντ ταλαντευόταν
στις υγρές φυλακές της σιμά.
Κι ήταν τότε που πια απ’ το μαρτύριο τρελές και χαμένες
των κατάδικων βάδιζαν κιόλας οι φάλαγγες. Στη διαπασών
όλο σφύριζαν σύντομα χαίρε κλαμένες,
οι σειρήνες σφυρίζαν αργά των ατμομηχανών.
Του θανάτου τ’ αστέρια ψηλά ακινητούσαν,
διπλωμένη στα δυο η αθώα Ρωσία καταγής,
με αιματόβρεχτες μπότες καθώς την πατούσαν
και με λάστιχα οι μαύρες οι κλούβες στο φως της αυγής.



                                              1

Συνοδεία σε πήραν καθώς χάραζε η μέρα,
από πίσω σου βάδιζα σαν σ’ εκφορά,
τα παιδιά στο σκοτάδι της κάμαρας κλαίγαν
και στο εικόνισμα στάζαν εμπρός τα κεριά.
Πα στα χείλη σου η ψύχρα της άγιας εικόνας.
Τον ιδρώ του θανάτου στο μέτωπο δεν τον ξεχνώ.
Σαν των δόλιων στρελτσύ 1 τις γυναίκες, πεσμένη στο χώμα,
δίπλα εκεί στου Κρεμλίνου τους πύργους θα ουρλιάζω κι εγώ.

1935



                                              4

Ποιος να σ’ το ’λεγε τότε που οι φίλοι σου
φιλενάδα τους σ’ έλεγαν κι έτοιμο το ’χες το σκώμμα
κι αμαρτάνοντας πρόσφερες τ’ άλικα χείλη σου,
στη ζωή σου να πάθεις τι σου ’μελλε ακόμα.
Στη ουρά τριακοστή με το δέμα σου
να σταθείς στα Κρεστύ 2 και μπροστά να κοιτάς
και με δάκρυα καυτά, με το αίμα σου,
του χειμώνα τον πάγο να καις, να τρυπάς.
Στο προαύλιο μια λεύκα κουνάει τα κλαδιά λυπημένη
κι ούτε θρόισμα ακούγεται – κι όμως κει στα κελιά
πόσοι αθώοι πεθαίνουν και πάνε χαμένοι…



                                              6

Οι βδομάδες σαν πουλιά πετάνε
τι συνέβη ποιος θα μου το πει;
Πώς σε κοίταζαν στη φυλακή
οι λευκές οι νύχτες, που καταραμένες να ’ναι,
πώς και τώρα σε ξανακοιτούν
με αετίσιο μάτι φλογερό
και για τον ψηλό σου τον σταυρό
και για θάνατο μιλούν.

1939



                                              8

                              ΠΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΝ

Έτσι κι αλλιώς θα ’ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ’σβησα κι η πόρτα μου ανοιχτή,
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ’ρθεις,
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος που ’χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου,
ώστε το μπλε πηλήκιο 3 στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό,
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

19 Αυγούστου 1939, σπίτι της Φοντάνκα


Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου


Από τη συλλογή «ΡΕΚΒΙΕΜ», εκδ. ΑΓΡΑ 2011

Σημειώσεις
1. Τάγμα του Ιβάν του Τρομερού, προσωπική φρουρά του τσάρου που εκκαθαρίστηκε.
2. Φυλακές του Λένινγκραντ.
3. Στολή των υπαλλήλων της NKVD (Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων), η διαβόητη μυστική αστυνομία της Ε.Σ.Σ.Δ. της εποχής του Στάλιν.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Γιάννης Βαρβέρης, "Στα ξένα"




Ο ΕΝΙΚΟΣ, ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ


Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους
που αν τους ρωτήσεις απαντούν
και μόνον τ απαραίτητα
σε μια γλώσσα παλιά
ευγενική σανσκριτική ακατανόητη
κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται
στη μερική τους άνοια, μακρινοί.

Πόσα μπορείς να μάθεις απ’ τα σπαράγματα
των φράσεων
και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
επειδή κώφευσαν
τίποτε απ’ όλ’ αυτά δε διδαχτήκαν
τα παιδιά τους –
κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα
της οικειότητας.




ΩΔΗ ΣΤΗ ΧΑΡΑ

«Y a d’ la joie»
Charles Trénet

Τους φίλους σας να σκέφτεστε
χωρίς αιτία και μνήμη, έτσι
ααμίλητους σκυφτούς να περπατούν
έντονα να τους σκέφτεστε να κλαίτε
μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν και δεν ξέρετε
πώς τον κοιτούν τον κόσμο αυτή την ώρα.

Αυτή την ώρα που δεν κάνετε άλλο
παρά μονάχα σκέφτεστε τους φίλους
είναι όπως όταν απερίσπαστοι
ακούτε μουσική:
αλλά όταν σκέφτεστε τους φίλους απερίσπαστοι
χωρίς να κάνετε άλλο
ακούγεται σιγά
μουσική.





ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Άκυρα γράμματα
σκληρά ταχυδρομεία.
Τα χρόνια που έλειψες
δεν ξέρεις ποιοι γεράσανε
και ποιοι γεράσαν.
Τους έκλαψες ερήμην
όλους ανεξαίρετα.
Στα ξένα όλοι μπερδεύονται
και πιο πολύ
η νοσταλγία με το πένθος.

Τώρα που γύρισες
για όποιους δεν βρεις
θλίψη δεν έχεις.
Τους έχεις κλάψει
μ’ όση χαρά δεν έχεις
για όσους βρήκες.





ΤΙ ΝΟΣΟΣ


Τι νόσος
τα μάτια σου να βλέπουν περιβόλια
και να μη φτεροκοπάν

τα γόνατα τα πριν τρεμάμενα
τις γόησσες ν’ αντικρίζουνε
με ήπιο πένθος

εκεί που η θάλασσα μεσημεριάζει μες στο ασήμι
εσύ να τήνε λες
νομίσματα

να ’χει στο στρώμα σου κάθε κορμί
τη γεύση συννεφιάς

κι η συννεφιά να μοιάζει σαν ν’ ανήκει
στη μέρα και στη νύχτα το ίδιο.

Θα ’πιαν πολύ τα αισθήματα χτες βράδυ
και κοιμούνται.





Από τη συλλογή «Στα ξένα», εκδ. Κέδρος, 2001 

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Πέντε μικρά θέματα"




Ι

Μὲς στὴν κλειστὴ μοναξιά μου
Ἔσφιξα τὴ ζεστὴ παιδική σου ἄγνοια
Στὴν ἁγνὴ παρουσία σου καθρέφτισα τὴ χαμένη ψυχή μου.

Ἐμεῖς ἀγαπήσαμε. Ἐμεῖς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Ἐμεῖς
Μοιραστήκαμε τὸ ψωμὶ καὶ τὸν κόπο μας

Κι ἐγὼ μέσα σὲ σένα καὶ σ᾿ ὅλους.




ΙΙ

Ἴσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα
Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς
Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη

Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα
Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα
Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα
Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει
Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.




ΙΙΙ

Δρόμοι παλιοὶ ποὺ ἀγάπησα καὶ μίσησα ἀτέλειωτα
Κάτω ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους τῶν σπιτιῶν νὰ περπατῶ
Νύχτες τῶν γυρισμῶν ἀναπότρεπτες κι ἡ πόλη νεκρὴ
Τὴν ἀσήμαντη παρουσία μου βρίσκω σὲ κάθε γωνιὰ

Κάμε νὰ σ᾿ ἀνταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο τοῦ πόθου μου
Κι ἐγὼ ξεχασμένος κι ἀτίθασος να περπατῶ κρατώντας
Ἀκόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στὶς ὑγρές μου παλάμες.

(Καὶ προχωροῦσα μέσα στὴ νύχτα χωρὶς
Νὰ γνωρίζω κανένανε κι οὔτε
Κανένας μὲ γνώριζε).




IV

Κάτω ἀπ᾿ τὰ ροῦχα μου δὲ χτυπᾶ πιὰ ἡ παιδική μου καρδιὰ
Λησμόνησα τὴν ἀγάπη πού ᾿ναι μόνο ἀγάπη
Μερόνυχτα νὰ τριγυρνῶ χωρὶς νὰ σὲ βρίσκω μπροστά μου
Ὁρίζοντα λευκὲ τῆς ἀστραπὴς καὶ τοῦ ὄνειρου
Ἔνιωσα τὸ στῆθος μου νὰ σπάζει στὴ φυγή σου

Ψυχὴ τῆς ἀγάπης μου ἀλήτισσα
Λεπίδι τοῦ πόθου μου ἀδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη τῆς σκέψης μου.




V

Χαρά, Χαρά, ζεστὴ ἀγαπημένη
Τραγούδι ἀστείρευτο σὲ χείλια χιμαιρικὰ
Στὰ γυμνά μου μπράτσα τὸ εἴδωλό σου συντρίβω
Χαρὰ μακρινή, σὰν τὴ θάλασσα ἀτέλειωτη
Κουρέλι ἀκριβὸ τῆς πικρῆς ἀναζήτησης
Ἄσε νὰ φτύσω τὸ φαρμάκι τῆς ψεύτρας σου ὕπαρξης
Ἄσε νὰ ὁραματιστῶ τὶς νεκρὲς ἀναμνήσεις μου
(Ἀνελέητο κύμα τῆς νιότης μου).

Ὢ ψυχὴ τὴν ἀγωνία ἐρωτευμένη!





Από τη συλλογή «Εποχές»


ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΟΡΜΠΑΛΑ - ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ
(Ποίηση: Μ. Αναγνωστάκης, Μουσική: Μ. Θεοδωράκης)

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Μαρία Κουγιουμτζή, "Το βάζο"


(Photo Nelly's)


ΤΟ ΒΑΖΟ

Η Νίκη κάλεσε τις φίλες της και έδειξε το βάζο. Το είχε φέρει απ’ τη Σαμίρα, ένα ορεινό χωριό στη Σέλμα, διάσημο για τους κέδρους και τα μοναδικά του κρύσταλλα. Υπήρχε ένα μοναστήρι εκεί, και οι νεαροί καλόγεροι με τις οδηγίες του γέροντά τους, επεξεργάζονταν την ύαλο. Χρειαζόσουν μια περιουσία για να τ’ αποκτήσεις.
Εκείνες το κοίταζαν σαστισμένες. Τέτοια διαφάνεια δεν είχαν ξαναδεί. Τις πλευρές του διέτρεχαν χρυσές κορδέλες, κι ανάμεσά τους χορεύτριες με υψωμένα χέρια. Το χείλος του σαν αστραπή διέσχιζε ένα γαλανό τοπάζι, και στον πυθμένα του ένα λευκό πουλί άνοιγε κι έκλεινε με χάρη τα φτερά του. Το μπιζουτάρισμά του τόσο διάφανο που πιο πολύ το αισθανόσουν παρά το ’βλεπες. Όταν κουνούσες λίγο το κεφάλι οι κορδέλες τύλιγαν τις χορεύτριες κι αυτές λικνίζονταν και το πουλί πετούσε. Και όσο το κοίταζες σιγουρευόσουν πως και το ίδιο το βάζο πάλλονταν.
Η Νίκη καμαρώνοντας έσυρε απαλά το δάχτυλο στο χείλος του κι εκείνο ανάσανε τη μουσική του. Κάτι ανάλαφρα δροσερό και μαζί ζεστό τους φύσηξε. Οι φίλες ακούγοντας ένιωθαν να αιωρούνται. Άπλωνε η μουσική κλίμακες από φίλντισι κι αυτές τις ανέβαιναν μ’ άηχα βήματα. Ακόμα κι όταν το δάχτυλο σταμάτησε, εκείνο δονούμενο αντηχούσε. Ανοίγανε οι πόρτες της ψυχής, χτυπιόταν από φθόγγους πράσινους. Ανασαιμιά κρασιού, ατμοί από κόκκινο σταφύλι τους τύλιγε, μεθούσανε χωρίς να πιούν. Σα να ’τανε η ύπαρξή τους ένα πλήκτρο κι ένα αόρατο δάχτυλο ευτυχίας το χτυπούσε.
Η Ξένια τόσο ξεπνοήστηκε από τη μουσική που έπιασε την καρδιά της. Σειρήνες κατοικούν αυτό το βάζο είπε. Πρέπει να ’ναι μικρούλες, ολόξανθες, να κελαρύζουνε τα θαλασσιά τους γέλια. Κι αυτοί που φτιάχνανε το κρύσταλλο απ’ την άμμο, πρέπει να τις ακούγαν, να ήταν νέοι κι ας τους καθοδηγούσε ο γέρο χρόνος. Δεν έφτανε η πείρα, έπρεπε να ξεμυαλιστούν, να ιδρώσουν όχι μόνο από τη φωτιά που έλειωναν το αμάλγαμα, μα κι από έρωτα για το υλικό που πλάθαν. Τα δάχτυλά τους να ’ναι λεπτά κι αδούλευτα να μεταδίδει το πυρίτιο στο δέρμα τους όλη τη φαντασία της θάλασσας. Και να ’πιναν κρασί πιο διάφανο από το νερό, κρασί από τα φύκια, για να ’ναι η πνοή τους αλμυρή και μες τις φλέβες τους να τρέχουνε ποτάμια, να χύνονται πάνω στο κρύσταλλο να το δροσίζουν, να χαράζουνε οι ανάσες τους πάνω του τα σχέδια τους. Καθώς φυσούσανε την ύλη για να πάρει σχήμα, να αισθάνονταν τον έρωτα για την μορφή, όπως προβάλλονταν στην κυανή ομίχλη, κι όλα όσα το υλικό αφουγκράστηκε στης θάλασσας το χρόνο, ν’ αφήνουν το αποτύπωμά τους. Το υαλουργείο πρέπει να ’ναι ναός κι αυτοί οι ιερείς του. Παρθένοι για να ’χει το βλέμμα τους τη φαντασία του ανέγγιχτου, να νιώθουν πως το ανύπαρκτο υπάρχει. Στα χείλη τους να κάθεται το φίλημα του ασύλληπτου.
Κι ενώ αισθάνονταν αυτά τόσο ανάερα, κάτι σκληρό την άγγιξε με δύναμη. Κάτι σαν ψύχος στέρησης. Σαν εγκατάλειψη, παραδοχή σε έρημο τόπο. Τίναξε το κεφάλι της και τα ’διωξε, αρπάχτηκε απ’ τα δαντελένια όνειρα για να σωθεί.
Η ντροπαλή Ειρήνη ορκίζονταν πως είδε τη σειρήνα, τραγουδούσαν οι χρυσές κουρτίνες των μαλλιών της. Άλλη άκουσε σπαθιά, όχι να μάχονται μα να φιλιούνται, κι η πιο μικρή είδε μια ολόκληρη ορχήστρα με τους μουσικούς και τα όργανά τους. Δες αυτή την κορνέτα από μάλαμα είπε, τα οπάλινα πλήκτρα αυτού του κόκκινου πιάνου.
Τρελάθηκε η Ξένια. Άλλο έχει, έστω παρόμοιο; Κούνησε αρνητικά το κεφάλι η Νίκη.
Το πουλάς ρώτησε τρέμοντας στη σκέψη της ηδονής να το κατέχει.
Είσαι τρελή και το ζητάς, είναι μοναδικό, χρόνια αγωνίστηκα για να το αποκτήσω, παράγγειλα ήδη ένα εδώλιο διάφανο, για να το προφυλάξω.
Να το αγγίξω είπε η Ξένια, ίσως με το δικό μου δάχτυλο να παίξει μιαν άλλη μουσική.
Δίστασε η Νίκη κι ύστερα, με προσοχή είπε, σάλιωσε το δάχτυλό σου να γλιστράει.
Η Ξένια το πλησίασε με τέτοιο θάμπος μες τα μάτια, σα να πλησίαζε εραστή κι είχε ένα τρέμουλο, ένα ρίγος το δέρμα των χεριών της. Ακούμπησε τα δάχτυλά της φίλημα, τα έσυρε αργά με διακοπές κι η μουσική τη μάγεψε με την πνοή της. Και πάλι εμφανίστηκε η σειρήνα, είχε την κόμη ολόχρυση, τα μάτια θάλασσα, την άγγιξε στην καρδιά, στο μέτωπο και ένα φίλημα της άφησε στ’ αυτί.
Θέλεις η ταραχή, θέλεις το θέλω της, έσπρωξε ανάλαφρα το βάζο και κείνο θρυμματίστηκε στο πάτωμα. Ακούστηκαν λυγμοί πριν ξεψυχήσει.


Μαρία Κουγιουμτζή


Από τη συλλογή διηγημάτων «Άγριο βελούδο», εκδ. Καστανιώτη, 2008

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Βιογραφικό σημείωμα"


(Amedeo Clemente Modigliani, "Young Brunette",
1917 oil on canvas)

  
Πίσω από εκείνη την ξύλινη πόρτα υπήρχε ένας κήπος, τώρα τον ανακάλυψα
κι η σκιά που έμπαινε κάποια μεσημέρια στο αρχοντικό δεν ήταν αγόρι
αλλά ένα κορίτσι με κοντό μαλλί.
Εκείνη η σκυφτή γριά που κατοικούσε στο αρχοντικό τώρα ανακάλυψα ότι είναι η χαριτωμένη θεία του κοριτσιού,
ο μεγαλόσωμος σκύλος που νόμιζα ότι είναι κέρβερος έχει δύο πελώρια τρυφερά μάτια,
τα δέντρα στον κήπο λένε αλλόκοτα παραμύθια που σε μεθάνε,
στο βάθος μέσα από τα παράθυρα βλέπεις τα μπιμπελό και τα έπιπλα να χορεύουν αισθησιακά
κάτω από τους ήχους μιας μουσικής που χαϊδεύει παράλληλα τα αυτιά και το δέρμα.
Αυτό το σπίτι είναι υγρό σαν παραμύθι
κι η κοπέλα μια πρόκληση.
Η θεία του αγοροκόριτσου μού προσφέρει ένα γλυκό κουταλιού από βατόμουρα,
σήμερα το έφτιαξα – μου λέει, κάτω από το βλέμμα των προγόνων στις κορνίζες.
Η πρώτη σκέψη που κάνεις όταν ανακαλύπτεις ένα κορίτσι που θα μπορούσες να ερωτευτείς
είναι ο χρόνος που χάθηκε
όταν νόμιζες ότι τέτοια αρχοντικά-παραμύθια δεν υπάρχουν.
Στη δεύτερη σκέψη ανησυχείς μήπως η σκιά δεν ξαναεμφανιστεί στο αρχοντικό,
το κορίτσι – άκουσες – ήρθε μια σύντομη επίσκεψη για το καλοκαίρι από τη Ρουμανία, ήρθε κι έφυγε οριστικά
μέχρι που με το πέρασμα των άδειων ημερών
σε παρασύρει ένας άγνωστος δρόμος και σου δείχνει πως εκεί στο βάθος κοιμούνται οι νεκροί,
οι δικοί σου νεκροί και το κορίτσι που δεν ξαναείδες κι είναι οι τάφοι που δε σε φοβίζουν.



Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Σημείωμα Ιανουαρίου 2014




Σήμερα δικαιούμαστε να φοράμε τα καλά μας
ρούχα
βλέμματα
αισθήματα

Τα μέλη και η συντακτική ομάδα του ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ
σας εύχονται ολόψυχα

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
και
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

με αγάπη, αισιοδοξία, δημιουργικότητα
και πάνω απ’ όλα

ΠΟΙΗΣΗ

1-1-2014

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ
Παραδοσιακά πρωτοχρονιάτικα παινέματα Χίου