Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Μια θυσία, πριν δέκα χρόνια

Πριν δέκα χρόνια, 13 Απριλίου του 2003, συνέβη μια απίστευτη τραγωδία. Ένα λεωφορείο που μετέφερε μαθητές από το λύκειο Μακροχωρίου, κυριολεκτικά απαγχονίστηκε. Το μέγεθος της τραγωδίας ήταν τόσο μεγάλο που ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη λογική. Τα 21 παιδιά που έχασαν τη ζωή τους, ήταν όλα μαθητές μου. Ως εκπαιδευτικός συνεχίζω το βίο μου στα σχολεία, κάθε χρόνο μοιράζω τη ζωή μου με καινούριους μαθητές, αλλά στην ουσία το ρολόι του χρόνου έχει σταματήσει εκεί, εκείνο το ζοφερό απόγευμα του Απριλίου. Εκείνα τα παιδιά έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου,  στην ουσία ακόμα δεν τα έχω πενθήσει, παραμένω ακόμα μουδιασμένος και ανήμπορος να διαχειριστώ το μέγεθος της τραγωδίας. Ίσως πάλι σκέφτομαι τα πενθώ χωρίς να το καταλαβαίνω, γιατί σχεδόν κάθε μέρα τα σκέφτομαι, ειδικά τα βράδια συνομιλώ μαζί τους. Κάποια μέρα, αν καταφέρω να δω το γεγονός από απόσταση, θα προσπαθήσω να γράψω ένα κείμενο για αυτά τα παιδιά. Τους το χρωστάω. Ένας φίλος ποιητής, ο Βασίλης Δασκαλάκης, έγραψε για την τραγωδία αυτή, το ακόλουθο ποίημα:

                                 ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ SCHWARTZ

                                  Οι ψυχές μας είναι ακόμα εδώ
                                  Προσευχές-σημαίες στα Αμπελάκια
                                  μη μας ξεχνάτε
                                  Ταξίδι άλλο να μη δούμε...
                                  Χώρα μας, νήματα κόκκινα
                                  Σφράγισαν τις ζωές μας
                                  Αυτή δεν ήταν εκδρομή
                                  Μα μια θυσία στο βωμό του Βάαλ
                                   στα Τέμπη
                                  Ασπρόμαυρο εργαστήρι απόγνωσης
                                  Θα μείνουμε σε φιλόξενο τόπο
                                  Πώς να σωπάσουμε το πένθος;
                                  εδώ στα οχυρά των φιλελλήνων
                                  διαχειριστές λύπης
                                  στην άδεια στέρνα της αγάπης.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ



"ΓΕΜΙΣΕ Ο ΤΟΠΟΣ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ"



Από αγάπη

Γέμισε ο τόπος πεινασμένες καρδιές.
Τόσο πεινασμένες
σαν τα σκυλιά που τα ξεχνούν σ’ άδεια οικόπεδα
και αμελούν τ’ αφεντικά να τα ταΐσουν.
Η πείνα μαυρίζει τις καρδιές
τις αγριεύει μες στη νύχτα
κι αν τύχει κάποιος να κοντοσταθεί
μέσ’ απ’ τα κάγκελα το χέρι του ν’ απλώσει
ορμούνε τότε οι καρδιές
κι αυτό το χέρι απ’ το μέρος τής καρδιάς
προτού καλά καλά νιώσει τον πόνο
το ξεσκίζουν.




Το γραμμένο

Κάνουν λάθος
όταν η ταραχή ή η βιασύνη τους
σχηματίζει άλλους αριθμούς απ’ ό,τι τα εξασκημένα δάχτυλα.
Όταν εμπιστεύονται τον ύπνο τους
πλάι σε στόματα ανοιχτά που ξεφυσούν
το χθεσινό καπνό μιας άφαντης φωτιάς.
Κάνουν λάθος όταν μετρούν τα λάθη τους
και τα βρίσκουνε λειψά.
Όμως, το πιο μεγάλο λάθος διαπράξανε
(και τώρα τους πονάει φρικτά
σαν μια τομή φρεσκοραμμένη δύο ημερών
που το παραμικρό γελάκι ή ο τυχαίος βήχας
την τεντώσανε στα άκρα)
όταν απ’ την αρχή μέσα στον κόσμο
διακρίνανε
κι αμέσως αγαπήσαν, οι σαλοί, όσους
τους έμελλε ν’ αγαπηθούν και τίποτ’ άλλο.




Επικαιρότητα

Μέσα στο μεσημέρι
κι ενώ οι άνθρωποι τσούγκριζαν τα ποτήρια
χωρίς να υποψιάζονται το τεράστιο κενό που χωρίζει
όσους πίνουν το τσίπουρό τους με γλυκάνισο
από τους σκέτους άλλους,
ενώ η θάλασσα ήταν τόσο κοντά
που φτύνοντας λόγια όλο και ξέφευγαν μπλε πιτσιλιές στα πιάτα,
ενώ τίποτε δεν προμηνούσε
πως ο λαχειοπώλης θα τους παρακάμψει
–μια θορυβώδη μάζωξη τυχαίων–
κι ενώ η χώρα φιλιόταν σα για θάνατο
με κάτι επίμονους πολιτικούς στα πρωτοσέλιδα,
εκείνος
πήρε τα μάτια του από πάνω της.

(Τις κόγχες, υποθέτω, τις χαρίζει)




Να μπορείς

Έρωτας είναι μια σταθερή βλέψη.
Όταν ο άλλος φεύγει δεξιά-αριστερά
τρυπώνει τη μια και την άλλη ξετρυπώνει
βγάζει τα μυωπικά γυαλιά και βάζει του ηλίου
αφήνει τη μυρωδιά του στο χαρτί
κι έπειτα καίει τα χαρτιά του έν’ απόγευμα,
εσύ στέκεις πάντα μπροστά από τη γυρισμένη πλάτη του
κι όλο φυσάς τ’ αποκαΐδια κατά πάνω σου.



Από την ποιητική συλλογή:
Δικαίωμα προσδοκίας, εκδόσεις Άγρα 2008

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ΝΙΚΟΣ Γ. ΨΑΡΑΚΗΣ


ΣΤΟ ΜΟΧΘΗΡΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΑΣ ΜΕΤΡΩ
ΤΗ ΣΙΓΟΥΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΗ



ΤΑ ΓΚΑΡΣΟΝΙΑ

Τα μάτια τους είναι ο πιο αντικειμενικός κριτής
ένας Balzac του νέου κόσμου.
Σαν κάποιος διαβάτης που γνωρίζει
σε πιο σοκάκι μπορεί κανείς να φτύσει
χωρίς συνέπειες.

Υπερόπτες μέσα στη δουλικότητά σας.
Αξίζατε καλλίτερης τύχης.
Εσείς παραγνωρισμένοι μου Alain Delon.
Βλέπετε, υπάρχει μόνο ένα θέατρο που αναγνωρίζεται.
Αλλά το άλλο, το θέατρο της ζωής,
                        σε σας ανήκει
Κι είσαστε σεις οι κριτικοί σκηνοθεσίας.

Καθημερινοί μου υποχρεωτικοί γαμπροί
με το άσπρο πουκάμισο και το παπιγιόν
στο μοχθηρό το βλέμμα σας μετρώ
τη σίγουρη κοινωνική μου καταδίκη.


ΕΡΩΤΙΚΟ Ι

Τις νύχτες αναπνέω την ουσία σου
κρατώντας το κερί της πίστης μου για σένα
Παράξενα τη φλόγα του πώς δυναμώνει
ο άνεμος που έχει τ’ όνομά σου!

Το σκίρτημα των φύλλων μεταδίδει ρίγη
μέχρι τις ρίζες του δένδρου
που τρέφεται απ’ την ύλη σου
ίδια με κείνη της πρώτης γυναίκας

Διαδίδεις τη συνέχεια του χρόνου
που με γυρνά στην πρώτη αθωότητα
Το μέλι απ’ τη Χαναάν είναι τα μάτια σου
γλυκιά Ραχήλ οδήγησε μας στην πατρίδα


VII

(Από τα ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΡΗΤΟ)

Εκείνοι απόκτησαν μια προσοχή τεράστια
Βρισκότανε στο στάδιο των ενορατικών αναλύσεων
Μια κουκίδα είχε μεγάλη έκταση, είχε ιστορία
Τοποθετούσαν ξανά τα στοιχεία
φύση κι ανθρώπους στον πίνακα
Έβλεπαν κι ερμήνευαν τον πίνακα
κι είχε να κάνει με μια γοητεία
καθώς τίποτα πια δεν ήταν αυτονόητο
Ό,τι δεν μπόρεσε να ερμηνευτεί
έμενε σ’ ένα όμορφο σκοτάδι
Γύριζαν απ’ όλες τις μεριές
την ομορφιά του κόσμου



Από την ενότητα: "ΑΠΟΘΗΚΗ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ"
ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ - ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, Ενδυμίων 2012

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΙΓΓΑΣ


ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Α΄

Σου γράφω από την πολιτειούλα δίπλα στη θάλασσα που ’φτασα. Η επιστροφή, σκέφτομαι, είναι ένας θάνατος που τον διαλέγεις. Χθες βράδυ άνοιξα πάλι την Οδύσσεια· ας είναι ευλογημένο το όνομά του, μου έδειχνε πάντα πώς να κρύβομαι… ή να φεύγω.




Θ΄
γ΄

Σχίζει τότε την πλάτη της θάλασσας
μαύρο καράβι, πολύπαθο
–διπλωμένα πανιά και βγαλμένο κατάρτι–
κι όμως δίπλα τους δένει, ανεπαίσθητα
γδέρνει στις άκριες τη λευκή τους γαλήνη
Κάποιος ναύτης κουπάς, σαν έμεινε μόνος,
της θάλασσας έγειρε,
κι η μορφή του ριπίδιασε του ψαρά την εικόνα
όμοια αιώνες πολλοί, που ομορφαίνουν παράταιρα
σαν τους σβήσουν οι άχρωμες μέρες
τρυφερά αγκαλιάζονται και μικραίνουν, σε έναν.


ε΄

–Της θάλασσας δοθήκαμε, του έρωτα, του θανάτου.
Δε γίναμ’ από μάρμαρο, μήτε θεοί· μονάχα
χείλη ζεστά στο μάγουλο αιώνες τυραννάμε.
και πολιτείες γιγάντιες μας πήραν, και σε μάχες
χαμένες μας αφάνισαν, ώσπου να κοιμηθούμε
στ’ άσπρο κορμί, που ξέφυγε σαν πινελιά μικρούλα
ανάμεσα στις αγκαλιές πράσινου και γαλάζιου.


θ΄

–Έξι χιλιάδες στίχους πριν μας είχαν του θανάτου.
Παλέψαμε, ακουμπήσαμε τα χείλη στην αρμύρα,
κερδίσαμε του θάνατου το κύμα πολεμώντας
τη θάλασσα, κι όχι φτωχοί σε στρόγγυλο λιμάνι.
Την πέτρα, που είπαμ’ άγκυρα στο μελανό καράβι,
την έγλειψαν και σου ’δωσαν βότσαλο κι υγρή άμμο
οι σκοτεινάδες του βυθού, που τ’ άσπρο κύμα σέρνει.




ΥΓ. 2

Τάχα τις νύχτες μου πλαγιάζω με κορίτσια
και αγαπιέμαι τόσο, που
βουλιάζω μες στο ρίγος του κορμιού τους.
Κάθε πρωί ξυπνάω στην ακτή μονάχος.

Τα όνειρα και ο θάνατος
σ’ αγγίζουν μέσα στην σιωπή·
όμως το κύμα
δε σ’ αφήνει να ξεχαστείς τις νύχτες,
ίσως γιατί έχει η θάλασσα
νόμους κρυφούς, δικούς της.

Ο θάνατος του ποιητή ποτέ δεν ήταν η σιωπή·
κάποτε είναι η ποίηση.




Από την ποιητική συλλογή
ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΑΝ ΑΓΓΙΞΕΙΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 1995

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Ένας Θάνατος

Τα τελευταία γλαροπούλια είχαν αναχωρήσει
πριν χρόνια με σηματωρό τη Σελήνη.
Τον περασμένο μήνα πέθανε ο χρόνος.
Μονάχα κάτι περίεργα μάτια είδα
να κοιτούν του πτώμα του σαν αξιοθέατο.

Γι’ αυτήν την αθανασία ψάχναμε τόσους αιώνες;


Το γλυπτό

Τρεις άνθρωποι καρτερικά ορθώνουν ένα γλυπτό. Κι ο καλλιτέχνης εύθυμος απορεί για κείνο το αίνιγμα που κατάφερε κι ανέσυρε από το βαθύ σκοτάδι. Το μεταμόρφωσε πλάθοντας άλλον εαυτό. Κάθε άνοιξη έρχεται το ίδιο αποδημητικό πτηνό κι εφάπτεται κομψά σ’ αυτό το ψυχόδραμα κραυγή που βγαίνει απ’ το σκοτάδι. Κάποιες νύχτες πετάγεται απ’ το κρεβάτι κατευθύνεται στην μπαλκονόπορτα και βλέπει τρεις άντρες να στυλώνουν μια άλλη πέτρινη εκδοχή του. Που τον κοιτά κατάματα μες απ’ τον κήπο της αυλής και περιμένει διακαώς κάποιες μυστηριώδεις απαντήσεις.

Βέροια, Πρωτοχρονιά 2011


Περί επανάστασης

Τίποτα. Ούτε καν μια δροσοσταλιά στα ξεραμένα φύλλα της ανάμνησης δεν απέμεινε από κείνες τις φοιτητικές συζητήσεις στα παγερά διαμερίσματα να καίγεται το σύμπαν. Οι τοίχοι θυμούνται με νοσταλγία εκείνες τις κοκκινωπές εξομολογήσεις: Να ξέρεις πως εμείς θα τον αλλάξουμε τον κόσμο τούτο διότι…Τίποτα που λες δεν έγινε τελικά. Δεν πάει πολύς καιρός που την είδανε ρακένδυτη την επανάσταση με λίγα ψίχουλα σύνταξη στις τσέπες να βγαίνει απ’ τα γραφεία ενός ασφαλιστικού οργανισμού βιαστική να κατευθύνεται στο φτωχόσπιτο όπου γεννήθηκε και τώρα απομένουν μονάχα οι τίτλοι τέλους να σφραγίσουν την πολυτάραχη ζωή αυτού του μονάκριβου τέκνου της ουτοπίας.


Προδημοσίευση από την ποιητική συλλογή
Μουσείο Κέρινων Ποιημάτων
που θα κυκλοφορήσει στις αρχές του 2014 από τις εκδόσεις Ενδυμίων

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ - ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ

βιβλιοπαρουσίαση



Με χαρά παρουσιάζουμε τη νέα ποιητική συλλογή Προσομοίωση του Βασίλη Δασκαλάκη, ιδρυτικού μέλους του Ποιητικού Πυρήνα, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Ενδυμίων.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο ενότητες, καθεμία εκ των οποίων αποτελείται από 24 ποιήματα, όλα αριστοτεχνικά δουλεμένα.
Στην πρώτη ενότητα που έχει τον τίτλο Ημερολόγιο Εκπαίδευσης, ο ποιητής μάς παίρνει μαζί του για να μας μυήσει σε μια μυστηριώδη δοκιμασία. Πρόκειται για μια ετοιμασία που όλοι μας, άλλος λίγο άλλος πολύ, την έχουμε γυροφέρει στο υποσυνείδητό μας αλλά σχεδόν πάντοτε την αφήνουμε για τις ...ελληνικές καλένδες (ad calendas graecas) χτυπώντας ξύλο. Ο Δασκαλάκης όμως ως άλλος μύστης Ελευσινίων Μυστηρίων μάς βάζει σε ένα ιδιόμορφο cockpit και μας συστήνει απόκοσμες οντότητες και διαστάσεις, καθησυχαστικά ωστόσο, καθώς από τα μέρη που μας ξεναγεί υπάρχει επιστροφή με τον ασφαλή προσομοιωτή του.

Προσομοίωση

δεν προσποιούμαι
δε φοβάμαι
οι άγκυρές μου σε μια ξέρα ριζωμένες
σε παγερό κρεβάτι χειρουργείται
η ψυχή μου και η αναισθησιολόγος
ανήσυχη
χρόνος μηδέν ξανά
σμήνη αποδημητικών
των άλλων οι ζωές
ο πόνος ποντικός που βγαίνει απ’ τ’ αλεύρι
πυρ και μανία να ιριδίσει το φουρνάρικο
της νοσοκόμας η μορφή σκουραίνει ολοένα
αγγέλου μοιάζει σκοτεινού που κάνει χρέη θανάτου
φριχτό των φίλων το φιλί
ήσυχος ύπνος


Ακτινολογικό

προσοχή κύριε, θα μείνετε στείρος
βγάλτε τη βέρα και
βάλτε στην καρδιά το ρουλεμάν
βαθιά αναπνοή
ύστερα στύσις
ανάρπαστοι και παραγωγικοί
δημόσιοι υπάλληλοι
κύριε Καρυωτάκη
δώστε τη σφαίρα
και εμείς αναλαμβάνουμε τα υπόλοιπα

να πάρεις παραπεμπτικό
σφραγίδα στρογγυλή στη γραμματεία

αθέλητος συνωστισμός
σε σκοτεινούς διαδρόμους
με τους πλασιέ εταιρειών
και τα ετοιμοπόλεμα
γραφεία τελετών

Στην δεύτερη ενότητα έχουμε τις Παρενέργειες Εκπαιδευομένου. Η ύπαρξη ξανακερδίζει το βάρος της και την συνέχειά της στον γραμμικό μας χρόνο με ένα είδος τεχνητής ανάνηψης όμως οι επιταχύνσεις από το πρότερο ταξίδι ανακατεύουν τις αποστολές που υπήρχαν ως τα πριν καθώς και τις αναμνήσεις, μερικές από τις οποίες, αν και ουσιαστικές, είχανε θαφτεί στους λαβυρίνθους της μνήμης μα τώρα ανακτούν την σημασία τους ξεπλυμένες  από τη σκόνη της λήθης. Η συγκίνηση είναι μεγάλη και η αίσθηση από το χνώτο του Κέρβερου που ένιωσε ο εκπαιδευόμενος στο παράδοξο ταξίδι του πρώτου μέρους ωχριά μπροστά της. Τώρα, χαμογελώντας θα πει ζωή και πάλι ζωή και είναι έτοιμος να ξεκινήσει μιαν ακόμη επιβίωση.


Σούρουπο στο Λέντα

Γλυκά νυχτώνει απόψε
μια νοσταλγία με ξελογιάζει
πετώ τη μάσκα
ο τόπος μου
άδειος καθρέφτης

πόσες φορές να σε τραγούδησα αγαπημένη!

λυτό σούρουπο καλοκαιριού
υγρό φιλί στο στόμα

η φλογέρα φταίει για το λυγμό
του θυμαριού
που ακονίζει το τοπίο


 Ανάνηψη

ρίγησα δέος με τον Κάλβο
μια νύχτα στο Λιβόρνο
ήμουν το σφάγιον
ένιωσα το βλέμμα του
το παγερό χαμόγελο
τον ήχο του καθαρτηρίου
φωνές –να τον προλάβουμε έλεγαν–
φωτάκια αναβόσβηναν
με λύσσα ενός πνιγμένου
στης Γόρτυνας το δίστρατο
είπα να πάω στα μέρη μου
μήπως και ξαποστάσω
να ξαναπάρω τα βουνά
τη άβολη χαρά μου να γιορτάσω
μια επιβίωση ακόμα ξεκινά


Ευχόμαστε στον Βασίλη Δασκαλάκη
καλοτάξιδη η νέα του άκατος


Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΙΓΝΑΤΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ


ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



α) Οι νύχτες του θέρους αναδεικνύουν ένα διαφορετικό ολόγραμμα της πόλης. Η γεωγραφία στη ρυμοτομία των δρόμων, των πάρκων, των σπιτιών, μοιάζει να ρευστοποιείται και να παίρνει ένα άλλο σχήμα.Tο δέρμα του μισόφωτου το διαπερνάει ένα αδιόρατο ρίγος. Στο σκοτάδι αιωρείται η λέξη που άκουσες και προς στιγμή κατάλαβες το κρυφό της νόημα αλλά σου ξανάφυγε πάλι σαν πεταλούδα. Κάποια έντονα φώτα μοιάζουν οξύμωρα, αταίριαστα, σα να διακωμωδούνται όλες οι επίσημες διακηρύξεις των θεσμών, οι γκριμάτσες των καλών οικογενειών, οι βδελυρότητες των γραφείων. Στα σκαλοπάτια ενός μαγαζιού βυθισμένου στο σκοτάδι, κάθονται ένα αγόρι κι ένα κορίτσι και μιλάν χαμηλόφωνα ή μάλλον λέξεις-ψήγματα εκείνων των κινήσεων που αιωρούνται σα φαντάσματα. Στο στέγαστρο ενός παιδικού πάρκου ένα ζευγάρι εφήβων σε ερωτικές περιπτύξεις. Στην εσοχή ενός εγκατελειμμένου περίπτερου είναι ένα παγκάκι αθόρυβο κι εκεί μονίμως βρίσκεται μια θεσπέσια χαμηλόφωνη ύπαρξη με φουστάνι (μόνο το πρόσωπό της αλλάζει) κι ένα αγόρι σκυμμένο δίπλα της. Στην αυλή ενός δημοτικού σχολείου έχω την αίσθηση πως το σχολικό πρόγραμμα των θερινών μεταμεσονύχτιων ωρών είναι το πιο γοητευτικό και αναπάντεχο, γεμάτο σιωπές υπαινικτικές, παιχνίδια μυστικά που πρέπει κάποιος ποιητής να τα ερευνήσει, κλεφτοπόλεμοι, αρπαγές, προδοσίες, το μπουκάλι που γυρίζει και ορίζει το φιλί, κάποια ρούχα πεταμένα, ηδονές από κήπους που αμφισβητούν τη λέξη σεξ, όρκοι όπου το μαχαίρι ελαφρά αγγίζει το αίμα, εμπνεύσεις της στιγμής σαν πρωτότυπες τελετουργίες, η υποψία κάποιων φόνων.


 ε) Να μια απλή εικόνα: ένα έφηβο κορίτσι έξω από το γκισέ του περίπτερου, την ώρα που αγοράζει τσιγάρα και αναψυκτικά, ξανθό, με φλατ διχαλωτές σαγιονάρες από καουτσούκ. Η απλότητα στα δάχτυλα των ποδιών του. Μια απλή απλότητα. Μια φυσική φυσικότητα. Μια γύμνια που δεν είναι γύμνια.

Τα δέντρα, οι βιτρίνες των μαγαζιών, τα άδεια μπαλκόνια, το νυχτερινό κατακάθι της ζέστης που σαν αόρατη ομίχλη σέρνεται στο τσιμέντο, ο περαστικός διαβάτης, όλοι συμφωνούν για το κοινότυπο αυτής της επίπεδης εικόνας. Κι όλοι παράλληλα με την παραδοχή αυτή που δε διστάζουν να επαναλαμβάνουν, δονούνται από ρίγος.


 ζ) Μια αποσπασματική, φευγαλέα εικόνα
μερικές φορές είναι πιο δυνατή
από μια στάσιμη που σου δίνει την ευχέρεια
να την ανιχνεύσεις,
να την αποστηθίσεις.
Ίσως γιατί το φευγαλέο
αφήνει ανοιχτές τις δυνατότητες
για να ορίσεις
το ιδεατό
που κουβαλάς μέσα σου.
Η φευγαλέα εικόνα είναι το ερέθισμα
(το ξανθό κορίτσι στο φαστ φουντ
αρκετά παλιομοδίτικο, με φλατ διχαλωτές
παντόφλες, δάχτυλα ποδιών χαμηλόφωνα)
και στα αποσιωπητικά που ακολουθούν
έρχονται και κάθονται αηδόνια,
γλυκά νερά από ποτάμια του βουνού,
ένα απόμερο σπίτι,
μια αλλόκοτη ζεστή οικογένεια
που σου λέει μυστικά από παλιά,
ένα μονοπάτι από μεθυσμένα λουλούδια
που οδηγεί στο έγχρωμο βλέμμα σου.



Από την ενότητα:
"Οι αυλές των σχολείων τις καλοκαιρινές νύχτες
και άλλα θερινά στιγμιότυπα
(σημειώσεις Μαΐου-Ιουνίου 2011)"
Ποιητικός Πυρήνας - Ανθολογία, Ενδυμίων 2012

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΨΑΡΑΚΗΣ

  


ο Ποιητής



1.
στο τέλος γκρεμίστηκε σχεδόν το σπίτι
γεμάτο γάτες και βιβλία
αλλά Αυτός
συνέχισε να λύνει Αρχαίες Ασκήσεις

για το μνημειώδες έργο του
"Γεωμετρία για Γάτες"
και να γράφει απίστευτα όμορφα ποιήματα .


2.
Το καλοκαίρι στο σαλόνι
όπου ανάμεσα στις πολυθρόνες φύτρωσαν καλάμια
κάτω από τις μεγάλες τρύπες της στέγης
και τον χειμώνα
στο μόνο στεγνό μέρος το σπιτιού
κάτω από μια σκάλα
που έστεκε κι εκείνη ,έτσι, χωρίς νόημα πια.

3.
τις κρύες νύχτες
που κουλουριαζόταν κάτω από τη σκάλα
ένας ένας έρχονταν οι γάτοι
και κουλουριάζονταν πάνω του
να μην κρυώνει
κι ένα μικρό γατάκι
στ αυτί του
του υπαγόρευε
το επόμενο ποίημα
για το άρρητο.

Ψ.Κ.