Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

Έκτωρ Κακναβάτος, "Διήγηση"




ΡΗΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΡΟΤΑΦΟ


Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν;
Με τι άλλο.
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικα μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.

Όμως το ρήγμα στον κρόταφο
απ’ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο.


(1967)





ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΡΑΤΣΑ ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ


Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς·
κ’ ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.


Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ’ τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις· φτύσ’ τους.


Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.


(1967)





ΧΑΘΗΚΕΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΤΙ ΑΣΠΡΟ


Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.

Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα μου που τέλειωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ - ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφʼ το λοιπόν να τελειώνουμε.


(1968)





Η ΦΥΛΗ ΜΟΥ ΕΜΕΝΑ
ΜΕ ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ


Ο στόμφος εκούρασε· σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως την παραμόρφωση·
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με τους αστούς μακάρια πια
παρακμάζει· σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
−συγγνώμη· ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις· λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…

Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφιχτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα τον κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θ’ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;

Αφήνω που, αυτό μας έλλειπε,
θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ
στον εξοχότατο κανάγια.


(1968)





ΑΝΑΣΚΑΦΗ


Η λέξη Κέα καταύγαζε το πέλαγο.
Ο τάφος θολωτός. Η λέξη Κέα.
Αλειμμένος λάδι επικούρειος
νυν λιθάνθρακας
φώταε ακόμα ίσα που να βλέπει
που να μη μιλεί
να λιώνει.
Το δαχτυλίδι άφαντο.
Δυο ελληνιστικά εικοσιτετράωρα
τα τελευταία του Αμύντα
λίγα κτερίσματα όχι σπάνια
και κάτι κρύσταλλοι ουρικού οξέος
μια φιάλη, υπογραφή Δομέτιος·

δε λέγεται η λύπη των αξίνων…


Ω ποίηση κεραμουργία με φωνήεντα
έφευγες σφαίρα στον αυτοκινητόδρομο
πιο πολύ αιώρα ή Σέριφος
αντίπετρα τα χάη κ’ εγώ το σείστρο.


(1973)





Από τη συλλογή «Διήγηση» (1974).
Πηγή: «Έκτωρ Κακναβάτος - Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, 2010.

Στην εικόνα: John Collier, «Clytemnestra after the murder» (1882).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου